Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

center

Euromedica

euromedica ygeia

ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΟΥΣΑΜΕ

Οι μνήμες από τα παιδικά μας χρόνια μοιάζουν πολλές φορές με τα όνειρα. Έρχονται συχνά ξαφνικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο ερέθισμα και σε κάνουν να αναρωτιέσαι: πως το σκέφτηκα τώρα αυτό; Γιατί το θυμήθηκα; Άλλες φορές όμως αρκεί μια απλή προτροπή, μια φράση ή μια λέξη για να σε κάνει τα ταξιδέψεις πίσω, νοσταλγικά συνήθως, στον κόσμο των αλλοτινών σου χρόνων. Προσωπικά, την ευκαιρία αυτή μου την έδωσε προχθές ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Ξυδάκης, που ανέφερε ότι η χώρα μεγαλούργησε και οι κάτοικοί της ζούσαν καλύτερα με τη δραχμή. Δεν ξέρω γιατί, στο άκουσμα των σοφών του λόγων έκλεισα τα μάτια και πήγα πίσω στις πρώτες μου μνήμες, στις αρχές της δεκαετίας του 80 και θυμήθηκα τα ακόλουθα:
Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Ξυλοχώρι, έναν μικρό συνοικισμό που ανήκει στην κοσμοπολίτικη Ελάτη. Οι δικοί μου με άφηναν πολύ συχνά εκεί, στη φροντίδα των παππούδων και είχα την ευκαιρία μέσα σε ένα απόλυτα φυσικό περιβάλλον να παίζω όλη την ημέρα με τα ξαδέρφια μου. Θυμάμαι πόσο γλυκός ήταν ο ύπνος το βράδυ και πόσο εύκολα έρχονταν. Ο ένας λόγος ήταν η κούραση του παιχνιδιού και ο άλλος μια χαρακτηριστική μυρωδιά που σε κοίμιζε ταχύτατα, αυτή του πετρελαίου. Φυσικά, ούτε σόμπα πετρελαίου υπήρχε, ούτε κάποιο κοίτασμα τριγύρω. Η μυρωδιά ήταν από τις λάμπες πετρελαίου που ήταν η μοναδική πηγή φωτός τις νύχτες (εκτός από όταν είχε πανσέληνο…). Γιατί όμως, σε έναν συνοικισμό της Ελάτης, που οι πλούσιοι Τρικαλινοί είχαν από χρόνια αρχίσει να χτίζουν τα εξοχικά τους και παραθέριζαν τα καλοκαίρια, ήταν απαραίτητες αυτές οι λάμπες. Μα για τον απλούστατο λόγο ότι το ρεύμα δεν είχε φτάσει ακόμη. Έτσι, οι λιγοστοί κάτοικοι μεγαλουργούσαν μέχρι το καλοκαίρι του 81 κάτω από το φως των αστεριών. Και αυτή είναι και η βαθύτερη εξήγηση της συγκίνησής μου στη σκηνή με τους εναερίτες στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Αγγελόπουλου. Δύο τέτοιοι έφεραν το φως στο σπίτι των παππούδων.
Επίσης, για να φτάσουμε στο σπίτι, έπρεπε να αφήσουμε το αυτοκίνητο στο διπλανό Βροντερό και να περπατήσουμε περίπου ένα εικοσάλεπτο. Ήμασταν και πολύτεκνη οικογένεια και αυτό είχε κάποιες δυσκολίες, ιδίως τους χειμώνες. Το κάναμε γιατί μας άρεσε τόσο η πεζοπορία; Αλήθεια ήταν και αυτό, αλλά ο βασικότερος λόγος ήταν ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 80 δεν υπήρχε δρόμος για να προσεγγίσει αυτοκίνητο τα 5 περίπου σπίτια του κάτω «μαχαλά» του Ξυλοχωρίου.
Η μητέρα μου γεννήθηκε στο Πολυστάφυλο Πρεβέζης, ένα καταπράσινο χωριό της Λάκκας Σουλίου, που το διασχίζουν τα πρώτα νερά του Αχέροντα. Κάθε καλοκαίρι έμενα εκεί 1-2 μήνες. Σαν ταινία του Κουστορίτσα θυμάμαι κάποια καλοκαίρια τον θείο μου τον Παναγιώτη, να ζεσταίνει νερό και να το ρίχνει στον μεταλλικό νιπτήρα που είχε κρεμασμένο στο δέντρο της αυλής, για λούσει τα μαλλιά του. Στην ερώτηση γιατί ο θείος λούζονταν με αυτόν τον τρόπο, η απάντηση είναι ότι στα περισσότερα σπίτια του χωριού μέχρι τότε δεν υπήρχε νερό από το δίκτυο, αλλά από το πηγάδι του καθενός. Και τι ωραία που καθρεφτιζόταν στο νερό του πηγαδιού τα βράδια το φεγγάρι…
Τελειώνοντας αυτές τις σκόρπιες σκέψεις, θα ήθελα ειλικρινά να ευχαριστήσω τον κ. Ξυδάκη που με αφορμή τις δηλώσεις του με ταξίδεψε νοσταλγικά τόσα χρόνια πίσω, σε μια εποχή που πολλοί μεγαλουργούσαν. Βέβαια, με συνθήκες σαν αυτές, το να έχεις καθημερινά ψωμί και νερό, ήταν όντως άξιο θαυμασμού. Συνθήκες, στις οποίες αν αφήσουμε τον κ. Ξυδάκη 2-3 μέρες σήμερα, θα πρέπει για να συνέλθει να μεγαλουργήσουν κάποιοι άλλοι. Συνάδελφοί μου κυρίως.

Αχιλλέας Οικονόμου
Ψυχίατρος


Εμμανουήλ Παππά και Λυκούργου – 
Γρεβενά – τηλ.2462024170