Το καινοτόμο λίχνισμα
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Όταν ‘‘ Τα θυμωμένα στάχυα’’ του συγγραφέα Μενέλαου Λουντέμη αρχίζουν να κυδωνίζουν, οι γεωργοί ακονίζουν τα δρεπάνια και ετοιμάζονται για τον θερισμό.
Ο παραδοσιακός θερισμός με τον αλωνισμό ήταν κάποτε από τις πιο επίπονες γεωργικές εργασίες. Κι αυτό, επειδή συντελούνταν κατά τις ημέρες του καύσωνα.
Μετά όμως από την έλευση των θεριζολωνιστικών μηχανών, και την ταύτιση θερισμού και αλωνισμού, η διάρκεια συγκομιδής των σιτηρών έχει ελαχιστοποιηθεί. Ενώ ο μήνας Αλωνάρης δεν υφίσταται πλέον! Eχει καταργηθεί μαζί με το αλώνι.
Τον μήνα Αύγουστο δεν υπάρχει ούτε άχυρο στα χωράφια, αφού το μαζέψουν οι ειδικές μηχανές και το αποστέλλουν για πολτοποίηση.
Εάν κάποιο παιδάκι επιθυμεί σήμερα να δει τον τρόπο με τον οποίο θερίζει και αλωνίζει ταυτόχρονα μια μηχανή το σιτάρι, δεν έχει παρά να μεταβεί σε κάποιο αθέριστο χωράφι.
Εάν όμως επιθυμεί να ενημερωθεί για τον παραδοσιακό τρόπο του θερισμού και του αλωνισμού, δεν έχει παρά να τον πληροφορηθεί διαβάζοντας τις επόμενες αράδες μου. Εξηγούμαι λοιπόν:
Στις αρχές του μήνα Ιουλίου, όταν τα σιτάρια ήτανε γινωμένα και έπρεπε να θεριστούν, ο γεωργός ετοίμαζε τα εξής σύνεργα για το θέρο. Το δρεπάνι, το ακόνι, το καπέλο για να μην τον καίει ο ήλιος, και την μπούκλα με το νερό. Αν όμως το χωράφι είναι αρκετά μεγάλο, τότε καλεί τους γείτονες ή και συγγενείς για να συνδράμουν στο θερισμό. Φυσικά δεν πρόκειται για κάποια αμοιβή, αλλά για δανεικά μεροκάματα.
Κι ενώ οι γυναίκες θερίζανε, ακόμα και τραγουδώντας, οι άντρες κάναμε τις χεριές αυτές δεμάτια. Κι αφού τα αφήναμε μερικές μέρες για να στεγνώσουν καλά, τότε τα κουβαλούσαμε με το κάρο 2Χ2, ή το μουλάρι με τον γάιδαρο 4Χ4 στο αλώνι για τον αλωνισμό.
Όταν βάζαμε το βαρύ δεμάτι επάνω στο κάρο χρησιμοποιούσαμε την κίνηση αρασέ. Με μία κίνηση το ανεβάζαμε στο κεφάλι και, για να ισορροπήσει, το κρατούσαμε με τα δυο χέρια. Οπότε, δεν υπήρχε τρίτο χέρι για να διώξει την μύγα από το μάτι ή την μύτη. Να γιατί τα βάζαμε με το Θεό που δημιούργησε τις μύγες. Να και κάποιες κακές κουβέντες. Ούτε μύγα στη μύτη μας, πόσο μάλλον στο σπαθί μας…
Στη μέση του αλωνιού υπήρχε ένας χοντρός πάσσαλος τον οποίοι κάποιοι ονόμαζαν στέντζερο. Από τον πάσσαλο αυτό, ύψους ενάμιση μέτρου περίπου, δέναμε τα βόδια, και τα οποία ήταν δεμένα μεταξύ τους με το ζυγό στο σβέρκο! Καμιά σχέση με τον στίχο του Ρίτσου!
Οπότε άρχιζε η περιστροφή με το πρόγκισμα των ζώων από κάποιο παλικάρι το οποίο φώναζε: Όξω πλιμ όξω πλιμ (πουλί μου δηλαδή).
Κι αφού το μήκος της τριχιάς με την οποία ήταν δεμένα τα ζώα από τον πάσσαλο τερμάτιζε, τότε τα λύναμε και αλλάζαμε τη φορά περιστροφής για να ξεζαλίζονται.
Όταν κάποιο ζώο ήθελε να κάνει τα κακά του δεν σήκωνε το πόδι… αλλά την ουρά. Οπότε ο ζευγολάτης άρπαζε μια χεριά άχυρου και το ακολουθούσε μέχρι να αφοδεύσει στη χούφτα του. Οπότε πετούσε τα κακά με την χεριά σε μια άκρη. Κι αν κάποιος μικρός απορεί γιατί δεν χρησιμοποιούσαν χαρτί υγείας, η ενημέρωση αυτή θα γίνει σε ξεχωριστό σεμινάριο για πρωτάκια…
Αφού λοιπόν ξεχώρισε η ήρα από το στάρι ακολουθούσε το λίχνισμα. Το πέταμα με το καρπολόι (ειδικό φτυάρι)στον αέρα ώστε να πέσουν κάτω οι βαρείς κόκκοι του σιταριού, κι ο αέρας να παρασύρει τα άχυρα πιο πέρα. Αυτήν την δουλειά την κάνανε συνήθως οι γυναίκες.
Όταν όμως ήταν άπνοια να τι γινότανε. Αποσύρονταν οι γυναίκες στον ίσκιο, και για να περάσει η ώρα ασχολούνταν με κουτσομπολιά και παντρολογήματα. Και μόλις φυσούσε ξαφνικά, ακουγόταν μια περίεργη προστακτική:
Γυμαίκις! Σιούκτι αγλήγουρα, Φ’σάει…
Να και μια καινοτόμα λύση η οποία κατέστησε πλέον αχρείαστο τον άνεμο μόνο για τους αδερφούς Καραμαζόφ!… Πρόκειται για την εποχή που είχαμε πάρει ρεύμα στο χωριό! ‘67 με ‘68, αν θυμάμαι καλά. Να και το καινοτόμο λίχνισμα του τίτλου:
Ο αδερφός Χρήστος κρατούσε τον ανεμιστήρα. Η μάνα μου έριχνε το μείγμα σιταριού και άχυρου με το κόσκινο μπροστά από τον ανεμιστήρα. Κι εγώ μάζευα το σιτάρι βιαστικά μέσα στο τσουβάλι.
Το ίδιο φυσικά συνέβαινε και όταν λιχνίζαμε ρεβίθια, φακές, ρόβια κλπ.
Να μην ζήλευαν οι γείτονες! Να τι λέγανε κάποιες κακές γλώσσες:
Σαν έχουν φθηνό ρέγμα… τα Μπακούλια λιχνίζουν κι μι του μ’ αυτό!…
Κι αφού το πρόβλημα ήταν οικονομικό, ευκαιρία λοιπόν να μάθουν οι νέοι πελάτες της ΔΕΗ το κόστος εκείνης της εποχής!
Το διμηνιαίο κόστος του ρεύματος, έως δέκα κιλοβατώρες, ήταν 33, 60 δρχ. Ενώ άνευ καταναλώσεως, το πάγιο δηλαδή, ήταν μόλις 22.40 δρχ.
6-7-1946
Πριν φύγει ο πατέρας μου για το θερισμό είπε στη μάνα μου:
«Μαρίνα! Κοίτα να μη στείλ’ς τη Θοδουρούλα να μι φέρει φαϊ κι νιρό; Να ρθεις ισύ, να μι βγάλ’ς κι καέναν όργου! Άξεις;».
«Καλά Καλά! Άξα! κ’φη είμι!».
Η μάνα μου παράκουσε για πρώτη φορά στη ζωή της. Έστειλε την αδερφή μου Θοδωρούλα να πάει το φαγητό με το νερό στο χωράφι.
Μόλις την αντίκρισε ο πατέρας από μακριά άρχιζε να μουρμουρίζει: Η τεμπέλα. Που να μην την ήλιγα κιόλας.
Η φορτωμένη η αδερφή μου μόλις απώθησε το φορτίο στον ίσκιο της βαλανιδιάς φώναξε:
«Μπαμπά! Σε έφερα φαγητό και νερό».
«Ήρθις πιδί μ’ ίσύ! Κι γιατί δεν ήρθι η μάνας η τιμπέλα;».
«Γέντσι μπαμπά!»
«Κι τι έκαμι;».
«Πιδί, κι ούλου κλιαίει…».
«Καλά! Να μας ζήσ’ άμα είνι»
Ο πατέρας συνέχιζε να κόβει το σιτάρι με το αριστερό χέρι και να καταριέται τη μέρα που βρήκε η σύζυγός του για να γεννήσει. Πώς να θερίσει μόνος του τόσο μεγάλο χωράφι!
Αυτό το παιδί, ήταν ο μετέπειτα νεαρός βουκόλος. Αργότερα ο κακός μαθητής γυμνασίου, αφού του έλεγε ο Μέρμηγκας: Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς! Αργότερα υπάλληλος της ΔΕΗ. Και σήμερα συνταξιούχος. Πόσα γράμματα να μάθαινα στα χωράφια!
Παρότι γεννήθηκα στις 6-7-46, σαν αύριο δηλαδή, ο γραμματέας, λόγω φόρτου εργασίας, με είχε γράψει την επόμενη χρονιά, αλλά με την ίδια ημερομηνία! Και ήταν φυσικό, αφού την ίδια μέρα είχε γεννηθεί ακόμα ένα παιδί!
Άρα, ελπίζει ακόμα ο Θεός, που λέει ο Κώστας Χατζής.
Πολύ τυχερό παιδί λένε ακόμα και σήμερα οι χωριανοί μου. Γεννήθηκε μέρα Σάββατο, κι από τα δέκα παιδιά που γέννησε η μάνα του, πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια, είναι εν ζωή μόνο αυτό και μια αδερφή του.
Να ζήσω να σας γράφω φίλοι μου!… Μην το πάτε στο πονηρό! Κυριολεκτώ!
Υ.Γ. Τον μήνα που οι αγρότες πηγαίνουν για θερισμό, κάποιοι φεύγουν για παραθερισμό! Όχι στα βαθιά παιδιά! Είσαστε πολύ λίγα για να για να αυγατίσουμε! Δεν μας σώζει, ούτε Μπενάκης κι ούτε αΒγενάκης!…


