Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

vandal

Euromedica

euromedica ygeia

συμπλευση

Το αντάμωμα

                            Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας

     Συνηθίζεται να ανταμώνουν οι συμμαθητές μετά από κάποιες δεκαετίες. Ετούτη εδώ όμως παραείναι σημαδιακή. Συνάντηση έπειτα από εξήντα χρόνια! Άραγε τι θα προκύψει μετά από ένα μακάβριο προσκλητήριο! Πόσοι θα είναι οι απόντες!

     Δεν ξέρω εάν με παίρνει να παρευρεθώ στην συνάντηση αυτή, αφού έμεινα πίσω από μαθητικά καύσιμα δυο ολόκληρα χρόνια. Να και η εξήγηση. Κάτι για το οποίο αρκετοί ψέγουν τους καθηγητές λέγοντας: Μα κανείς σας να μην διαβλέψει τα προσόντα του Βαγγέλη Μπάκα!

     Για όσους διαβάσατε το βιβλίο μου «Ο Ζαραλής» δεν χρειάζεστε καμιά εξήγηση.

     Στο δημοτικό σχολείο ήμουνα άριστος μαθητής. Παιδί θαύμα λέγανε οι δάσκαλοι μεταξύ τους. Οπότε καλώς φορούσα το πηλήκιο με την κουκουβάγια. Τι να συνέβη άραγε και την θέση της την πήρε ο μπούφος από το ανήλιο! Έχει την σημασία της και η σκιερή πλευρά. Να και η εξήγηση:

     Μετά το χτύπημα της μάνας μου με υποκόπανο στο κεφάλι, από τον ένα αντάρτη,  έπεσε κάτω και μαζί της ο μικρούλης τότε Βαγγελάκης. Αναίσθητοι πλέον και οι  δυο. Στην συνέχεια φώναξε τον δράστη να πάρουν κάποιο σεντούκι με την προίκα των πέντε αδελφών μου. Η αδερφή μου Θεοδώρα, και η μεγαλύτερη, προσπάθησε να τους εμποδίσει λέγοντας πως ήθελε να γίνει νυφούλα. Άλλο ένα γερό χτύπημα,  κι αφού έπεσε κι αυτή λιπόθυμη πήραν το σεντούκι και εξαφανίστηκαν. Ευτυχώς που μας ανέστησε και τους τρεις ο πατέρας λίγο αργότερα.

     Από το χτύπημα εκείνο και μετά η μάνα μου δεν ξαναβρήκε ποτέ την υγειά της. Μόνο το τσάι δεν την πείραζε. Να και οι τραγικές συνέπειες.

     Κατά καιρούς όμως πάθαινε αρκετές κρίσεις οι οποίες θεωρούνταν θανατηφόρες για τους συγγενείς και γείτονες. Όλοι έσπευσαν να την αποχαιρετήσουν. Ακούω κάποια στιγμή να λέει η θεία μου:

     «Απόψε τελειώνουν τα ψέματα. Άρχισαν να παγώνουν τα πόδια της».

     «Μη φωνάζετε! Πιο σιγά αυτές τις κουβέντες! Ακούει και το  παιδί».

     «Δεν το βλέπεις που γλάρωσε! Δεν το ακούς που ροχαλίζει Σαράνταινα».

     Αμ δεν κοιμόμουνα! Όλα τα άκουγα!

     Το πρωί, μόλις ξυπνούσα έτρεχα να δω την μάνα μου στο διπλανό δωμάτιο κι όταν δεν την έβρισκα πλάνταζα στο κλάμα. Έβγαινα έξω να φωνάξω τις γειτόνισσες και τι να δω! Την μανούλα μου να ταϊζει τις κότες.

     Όλα καλά όταν ήμουνα στο χωριό. Όταν όμως κατέβηκα στα Γρεβενά για να πάω στο γυμνάσιο τι γινότανε; Μπορούσα να συγκεντρωθώ να διαβάσω! Κι όταν πλέον πηγαίναμε νύχτα στο σχολείο, μόλις σχολούσα πήγαινα με τα πόδια στο χωριό για να δω εάν ήταν η μάνα μου ζωντανή. Όταν την έβλεπα κρυφά από το παράθυρο δεν παρουσιαζόμουν, αλλά έφευγα χαρούμενος για την πόλη. Δεν φοβόμουνα!

     Στο στρατό ακόμα χειρότερα. Μάλιστα, για να ξεχρεώσω τον πατέρα μου από το λάθος του να κάνει αποθήκη με τσιμεντόλιθους, έγινα αλεξιπτωτιστής! Πολλά τα λεφτά Άρη! Πάνω από σαράντα χιλιάδες δραχμές. Κι όταν εξόφλησα το δάνειο είδα κάτι μάτια υγροποιημένα από την συγκίνηση, αλλά και την εύλογη απορία:

     «Πού τα βρήκες; Τα έκλεψες;».

     Πάντα μου έλεγε ο πατέρας μου πώς, αφού δεν τα παίρνω τα γράμματα, δεν θα είμαι ικανός να βοσκήσω γίδια!

     Πώς να έπαιρνα τα γράμματα αφού όσες φορές μου έθετε το δίλημμα:

     «Θα διαβάσεις ή θα έρθεις να σπείρουμε το καλαμπόκι».

     Ποτέ δεν είπα θα διαβάσω. Είχε πάντα ανάγκη από ένα δεύτερο χέρι.

     Παρόλα αυτά όταν ξάπλωνα να κοιμηθώ έγραφα μυθιστορήματα νοερά. Κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και ήρθε όταν συγχωρέθηκε η μάνα μου το 1993, ανακάλεσα από την μνήμη μου όλα εκείνα τα σοβαρά και ευτράπελα και τα οποία είχα καταχωρημένα στο πίσω μέρος της κεφαλής μου.

     Αυτό ήταν! Μόλις κοιμήθηκε η μανούλα μου, ξύπνησε ο συγγραφέας Β. Μπάκας.

     Να και η αφορμή. Κάποιος συνάδελφος της ΔΕΗ από την Νεάπολη και ο οποίος υπηρετούσε στα Γρεβενά μου είπε:

     «Βαγγέλη! Αυτά που μας λες εδώ τα κρατάς πουθενά;».

     «Τι να κρατήσω! Τις χαζομάρες!».

     «Πάρε την προκήρυξη του πρώτου πανελλήνιου διαγωνισμού και στείλε κάτι…».

     Έστειλα δυο διηγήματα, πέρασε ένας χρόνος κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Σιγά μην μου ανακοίνωναν και την αποτυχία μου!

     Κάποια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο κι ακούω μια φωνή να μου λέει:

     «Είστε ο κύριος Μπάκας;».

     «Μάλιστα!»

     «Έχετε βραβευθεί στον πρώτο πανελλήνιο διαγωνισμό, κι εάν έχετε την καλοσύνη κατεβείτε στην Αθήνα στο Ινστιτούτο Γαλλικών σπουδών για την απονομή, στις πέντε του Απρίλη στην οδό Σίνα!».

     «Μόνο για νόμπελ θα ερχόμουν…»

     Τι ειρωνεία! Υποψιάστηκα φάρσα. Κι αφού είχα το τηλέφωνο του διαγωνισμού πήρα αμέσως κι ακούω την ίδια φωνή.

     Η δική μου φωνή είχε αλλάξει σκόπιμα λέγοντας:

     «Χίλια συγγνώμη! Προηγουμένως σας μίλησε ένας συνάδελφος. Για πείτε μου!»   

    Όντως ήταν αλήθεια. Κατέβηκα στην Αθήνα, βραβεύτηκα από τον Ακαδημαϊκό και πρόεδρο του διαγωνισμού Τάσο Αθανασιάδη ζώντας ένα πρωτόγνωρο όνειρο.

      Μετά το πέρας πήγα σε κάποιον Μπαϊρακτάρη για να φάω κάτι. Και να η φάτσα μου στην τηλεόραση. Τα έχασα! Οπότε λέω στον σουβλατζή: Τον βλέπετε αυτόν τον κύριο;

     «Είστε βουλευτής;»

    «Όχι! Κάτι παραπάνω! Συγγραφέας!».

     «Τότε, το ένα καλαμάκι είναι κερασμένο από μένα για την τιμή»

     «Δεν το δέχομαι! Εκτός κι αν παραδεχθείς πως τον Αθανάσιο Διάκο τον σουβλίσανε και δεν τον καλαμακίσανε!».

     Α, έτσι το πας! Τέλος πάντων θα σου κάνω τη χάρη».

     Φίλες και φίλοι! Εκείνο το σουβλάκι συνεχίζει να παραμένει το μοναδικό οικονομικό όφελος από την ενασχόλησή μου με την συγγραφή. Υπάρχουν για έκδοση άλλα οκτώ μεγάλα μυθιστορήματα. Ευτυχώς που είναι ιστορικά και, αυτό κυρίως, διαχρονικά.

     Εύχομαι σε όλους τους νυν πρώην και αεί συμμαθητές μου να περάσουμε και τα υπόλοιπα χρόνια μας με υγεία.

     Υ.Γ. Ο αντάρτης ο οποίος είχε φέρει τους δυο ξένους αντάρτες για να χτυπήσουν το σπίτι μας ήταν ο χωριανός μου Θωμάς Ντώνας. Ο μακελάρης των κεφαλών. Τον είχε δει η αδερφή μου από το παράθυρο να κρύβεται πίσω από κάποια λεπτή αμυγδαλιά. 

Δείτε ακόμα