Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

συμπλευση

Euromedica

euromedica ygeia

vandal

Η πάνινη πόλη  

  Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας                                     

                                                                        

 Αυτός ο Μάης του ’95 τα είχε όλα, αφού μοιράστηκε σε οκτώ εποχές! Τελικά  πέρασε ακόμα και τις τέσσερις εποχές του Βιβάλντι! Χιόνια, βροχές, χαλάζι, αέρηδες, κόκκινη άμμος, κρύο, ζέστη και σεισμός!

            Τη μια μέρα κοντομάνικα. Και την άλλη παλτό με κασκόλ. Το μεσημέρι της Κυριακής παγωτό. Το βράδυ της Δευτέρας τσάι με κονιάκ. Κι όσο για τις 13/5/95, πιο γρουσούζικη ημερομηνία δεν γινότανε να υπάρξει. Στο λόττο δεν βρέθηκε ούτε ένα εξάρι. Στη Δ. Μακεδονία βρέθηκαν δυο, αλλά τα βγάλανε άκυρα γιατί τα χώριζε το κόμμα!… Μη φαντασθείτε κανένα πολιτικό κόμμα, αριθμητικό ήταν! 6,6 ρίχτερ! Κι αν είχε ακόμα ένα εξάρι, 6,66 δηλαδή, τότε θα ήταν και διαολεμένο!

            Ο διευθυντής του καναλιού κύριος Φλύαρος μόλις πληροφορήθηκε το σεισμό στα Γρεβενά, την ιδιαίτερη πατρίδα του, είπε στον δημοσιογράφο Μάκη Ξερόλα:

«Πάρε τον κάμεραμάν και τρέξτε γρήγορα να καλύψετε την καταστροφή του  σεισμού στο χωριό μου! Στο Καλαμίτσι Γρεβενών!».

«Καταστράφηκε ο σεισμός κύριε διευθυντά! Δεν το πιστεύω! Πώς έγινε!…».

«Τις καταστροφές από τον σεισμό εννοούσα. Τέλος πάντων!… Γίνονται και λάθη… Κι εσύ τις προάλλες είπες πως πνίγηκε το νερό, αντί να πεις πως πνίγηκαν οι  άνθρωποι. Πνίγεται ποτέ το νερό βρε χαμένε! Σιγά μην γκουρλωθεί! Και πρόσεξε! Όχι φλυαρίες με τα γνωστά τετριμμένα!…».

«Ξέρω ξέρω…». Δεν σου μοιάζω, είπε με το νου του.

«Όταν έχουμε δέκα εκατοστά χιονιού δεν τα κάνουμε μισό μέτρο, κι ούτε τα αποκαλούμε χιονοστιβάδα!…».

«Ξέρω ξέρω…».

«Κι ακόμα. Κόψε τα αυτονόητα. Μόνο έτσι θα αποφύγεις κι εκείνα τα σαρδάμ με τις α-ντι-ο-λι-σθητικές… αλυσίδες! Τρόμαξα να τις προφέρω σωστά!».

«Και πώς να τις λέω κύριε διευθυντά; Αντιγλιστρικές!».

«Σκέτες αλυσίδες! Μα είναι δυνατόν να μιλάς για χιόνια και να τις μπερδέψει ο τηλεθεατής με τις αλυσίδες των κρατουμένων; Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε είναι ο ίδιος για δέσιμο…».

«Ξέρω ξέρω… Μου το είπε και η Αναστασία με το Γιώργο αυτό!».

«Προχθές στο Σέιχ Σου μας λαχτάρισες πάλι. Μας είπες για πύρινες γλώσσες, πύρινη λαίλαπα, και τελικά καιγότανε ένα στουπί…».

«Ξέρω ξέρω!».

«Ξεράδια! Τα ξέρεις όλα, αλλά όταν σε λέμε Ξερόλα… θυμώνεις. Κι όσο για το σεισμό, άλλο ποίημα κι αυτό: Άκου τρέμει η γης κάτω από τα πόδια μας! Σιγά μην τρέμει και η κυρία Τρέμη από τρεμούλα!…».

«Και τι θέλετε να λέω κύριε διευθυντά;».

«Να λες πως τρέμουν τα πόδια μας πάνω από τη γη!… Πω πω φλυαρία πάλι!  Κόντεψε να ξεχάσω τον σεισμό. Φύγε γρήγορα! Εδώ είσαι ακόμα; Τσακίσου!».

«Όντως λέτε πολλά κύριε διευθυντά αλλά όταν σας λέμε Φλύαρο θυμώνετε!».

«Κι εσύ μουτρώνεις όταν σε απο… αποκαλώ Ξερόλα».

«Άλλο από καλό κι άλλο από κακό! Έφυγα!…».

            Θα ήταν το συγκλονιστικότερο ρεπορτάζ της ζωής του Ξερόλα.

            Φτάνοντας στην πόλη τι να δει! Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός!… Μετά τον πρώτο πανικό τα Γρεβενά και τα περισσότερα χωριά γεμίσανε από πάνινες σκηνές. Ακόμα και τα πρόσωπα των κατοίκων ήτανε πάνινα… και λευκά σαν χαρτί!

            Στο χώρο του πάρκου η διανομή των σκηνών θύμιζε κάτι από ήμερη φύση και άγρια δύση! Όπως τα μεγάλα σαρκοφάγα τραβάνε το θήραμα και δεν αφήνουν τα υπόλοιπα ζώα να πλησιάσουν, έτσι και μερικοί θεριακωμένοι άντρακλες τραβούσαν τις σκηνές με όλη τους την δύναμη. Αποτέλεσμα! Άλλος να πάρει τρεις, άλλος δυο, άλλος καμία και μερικοί μόνο τα παρελκόμενα. Κάποιος κύριος μάλιστα είχε μαζέψει τόσα πολλά κοντάρια, που η περιέργειά μου με έκανε αδιάκριτο. Του λέω λοιπόν:

            «Συγγνώμη κύριε! Τι θα τα κάνετε τόσα πολλά κοντάρια! Για φασουλόξυλα τα πήρατε, ή μήπως σκεφτόσαστε να ασχοληθείτε με το άλμα επί κοντώ!…».

«Τι να έκανα κύριε; Ο άλλος ήταν μασίστας!…».

            «Δηλαδή;» Έκανα πως δεν είχα καταλάβει.

            «Θέλει και ρώτημα; Όταν επέμενα να τραβώ την σκηνή από τη μια άκρη, από την άλλη τραβούσε το θηρίο!… Και με τόση δύναμη, που με τράβηξε επάνω στην καρότσα του αγροτικού του μαζί με τη σκηνή! Κοίτα τα χέρια μου πώς κοκκίνισαν!».

            «Και την χάσατε την σκηνή τελικά!…».

            «Μόνο; Μαζί με το νύχι, παραλίγο να χάσω και τον δεξιού αντίχειρα!…»

            Στο πάρκο, τον μεγαλύτερο καταυλισμό της πόλης, ήταν όλοι τους σκυθρωποί και προβληματισμένοι. Ενώ η απαισιοδοξία ήτανε τόσο πολύ αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους, λες και είχανε επιστρέψει από κηδεία κάποιου συγγενή!

Μόνο κάποια τσιγγανάκια έπαιζαν ανέμελα και ξεσηκώνανε τον κόσμο με τις φωνούλες, τις χαρές και τα τραγούδια τους. Οι προνοητικοί πατεράδες τους είχανε προμηθευτεί τις σκηνές εδώ και αρκετά χρόνια… Και μόλις έγινε ο σεισμός τις είχανε στήσει στο άψε σβήσε! Ένα δωμάτιο σαλόνι και κουζίνα σε ενιαίο χώρο! Η τουαλέτα υπαίθρια κι αυτή, κάπου κοντά στον ποταμό Γκβάϊ! Το όχημα, μάρκας Ντάτσουν, με σήμα μερσεντές, μια πόρτα μπλε, μια πράσινη, και χωρίς μπαρμπρίζ, ήταν φορτωμένο με κάτι χαλιά χάλια. Φίρμα: ‘‘Ίδη πρικώς…’’ Και το ντίπι ντίπι ντάι από το κασετόφωνο στη διαπασών να παίρνει φωτιά!

            Το σκηνικό όμως (στην κυριολεξία σκηνικό…), και το οποίο θα μπορούσε να διεκδικήσει μια θέση στο βιβλίο Γκίνες, διαδραματιζότανε πιο πέρα. Συγκεκριμένα,  κάποιος τσιγγάνος έδειχνε σε αρχιτέκτονα τον τρόπο με τον οποίο θα έστηνε το νέο  του  πάνινο… σπιτικό! Και μάλιστα χωρίς πολεοδομική άδεια!

            «Πώς πάει η ανοικοδόμηση κύριε αρχιτέκτονα;» του είπε χαριτολογώντας ο κύριος Μάκης Ξερόλας.

            «Πώς να πάει; Δεν βλέπετε την κατάντια μας, Από την μια στιγμή στην άλλη γίναμε Ινδιάνοι. Νιώθω σαν ‘‘κοφτερό μαχαίρι’’ σήμερα! Έτσι μου έρχεται να σκίσω το πτυχίο! Ο γύφτος παραδίπλα έστησε την σκηνή σε τρίχα ώρα, κι εγώ παιδεύομαι ακόμα! Είχα καρφώσει τους πασσάλους μέσα από την σκηνή κι αυτοφυλακίστηκα!». 

Προφανώς είχε ντραπεί να ζητήσει βοήθεια από τον σκηνοδόμο! Κι ο λόγος, η ρατσιστική κουβέντα που του είχε ξεφύγει! Να τι είχε πει μουρμουρίζοντας: Κοίτα που καταντήσαμε εμείς οι βλάχοι, να είμαστε κατώτεροι κι από τους τσιγγάνους!  

            Η κοινή υπαίθρια τηλεόραση, την οποία είχανε κρεμάσει από κάποιο κλωνάρι,   άρχισε να μεταδίδει το μέγεθος της καταστροφής αρχής γενομένης από το Καλαμίτσι. Εκεί κατευθύνθηκε ο κύριος Ξερόλας και μόλις έφτασε στο χωριουδάκι απευθύνθηκε σε μια γριούλα η οποία καθότανε δίπλα στο μισογκρεμισμένο σπιτάκι της:

            «Τι κάνεις γιαγιά; Καλημέρα!» Την ρώτησε με αισθήματα συμπόνιας.

            «Τι να κάμου γιε μ’; Γιά, ιδώια ζαρώνου!… Πού τ’ν ίδις τ’ν καλημέρα!».

            «Δεν φοβάσαι το σεισμό και κάθεσαι τόσο κοντά στο σπίτι;».

            «Ιγώ ρα πιδούλιμ δε φουβήθκα τ’ αϊρόπλανα τ’ Χίτλιρ, κι θα φουφτώ του σνάξμου τ’ Ρίχτιρ! Καλά που του θ’μήθκα. Δε μι λιες, τι είνι αυτός ου ξιπατουμένους ου Ρίχτιρς κι καμ’ τόσα ζαράλια;».

            «Μονάδα μέτρησης του σεισμού γιαγιά την οποία, προφανώς, ανακάλυψε κάποιος Ρίχτερ!|».

            «Ποιός ανακάλυψι τουν Προυφανό; Ου Ρίχτιρς!… Αυτούια, για να σι πω τ’ν’ ισιάδα, μπιρδεύκα ψίχαλα.

            «Την ένταση του σεισμού εννοώ γιαγιά, την οποία ανακάλυψε ο Ρίχτερ!».

            «Α ετ’ς πε ντε!… Τώρα κατάλαβα! Κι ιγώ νόμιζα πως τουν λιέν Ρίχτιρ ιπειδής ρίχνουντι ου κόσμους όξου απού τα σπίτια! Κι οι μιτασεισμικές κουνήσεις που λιέει ντάιμα η τηλιόρασ’ τι είνι ρα πιδούλιμ καλό; Κι αυτός ου Αγγέλαδους… πόσα χρόνια κοιμούνταν κι ξύπνησι τώρα;… Τι ύπνους ήταν αυτόσγια!… Ναρκώθκι απ’ τα ντιπ!».

            «Γιαγιά φεύγω. Βιάζομαι πολύ. Θα κατεβώ στο πάρκο για να δω τι κάνουν κι εκεί οι Γρεβενιώτες με τους φίλους μας τους τσιγγάνους…».

            «Τι θελ’ς να κάμ’ν τα ζουρλάδια! Ου κόσμους καίγιτι κι αυτά χουρέβ’ν του ντιπι ντιπι ντάι κι ρομποτιούντι… Δεν ξέρου ιγώ!…».

            «Κι εγώ δεν άκουσα ξανά αυτή τη λέξη. Μάλλον προέρχεται από τη σλάβικη που θα πει ρομπότα! Δηλαδή δουλειά!».

            «Αυτού σ’μα είνι!…».

            «Γεια σου γιαγιά! Για σου Μάνα Κουράγιο!…  Κι άλλο κακό να μη σε βρει!…

Δείτε ακόμα