Το θαύμα
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ήρθαν στην Ελλάδα όλα τα καλά μαζί. Εκείνα όμως τα οποία ξεχώρισαν ήταν κάθοδος των μοιραίων, πλην μυρίων, αλβανών πληθυσμιακά. Και η κινητή τηλεφωνία τεχνολογικά.
Τα φθηνά εργατικά χέρια των παράνομων αλβανών μεταναστών ήτανε βούτυρο στο ψωμί των εργολάβων, και κυρίως των τσελιγκάδων. Άλλωστε οι πιο πολλοί είχαν κάνει την πτυχιακή τους στην Αλβανία ως τσιοπάν!…
Κάποιος από τους αλβανούς εργαζότανε σε μια νεόδμητη οικοδομή με έναν έλληνα. Μη βιάζεστε, δεν πρόκειται για ανέκδοτο. Εάν συνέβαινε κάτι παρόμοιο τότε θα υπήρχε και κάποιος ευρωπαίος.
Ο έλληνας ήταν αφεντικό, κι ο αλβανός εργάτης. Αργότερα θα αντιστρεφόταν οι όροι! Είναι γνωστό. Κάποιοι τσιοπάν θα γινότανε αφεντικά. Και κάποια αφεντικά θα γινότανε τσιοπάν
Φέρε το ένα ο έλληνας, φέρε το άλλο, πήγαινε να μου πάρεις τσιγάρα, φτιάξε μου καφέ, κι όλα αυτά, μέχρι που προέκυψε κάποια αποστολή του αλβανού σε μια άλλη οικοδομή για να πάρει ένα φτυάρι.
Τελικά ο τουρκαλβανός επέστεψε άπραγος λέγοντας: Αφεντικός; φκιάρ γιοκ. Το πόρτα είναι κλειστό! Οπότε του λέει ο εργολάβος:
Μπερίσια! Άμα θέλεις να ανοίγει το πόρτα χωρίς κλειδί θα γίνεις Χριστιανός, κι όχι άθεος σαν τον δικό σας τον Χότζα.
Ο Μπερίσια άρχισε να μαθαίνει το πάτερ ημών, με τη βοήθεια του εργολάβου Πασχάλη, κι όταν προσπάθησε να το πει σαν μαθητής σε δάσκαλο τα έκανε μαντάρα:
«Φάδερ ημών ο ένας ιρανός…».
«Σιγά μην είναι και αβγανός Μπερίσια! Ο εν τοις ουρανοίς… θα λες».
Κι ο Μπερίσια συνέχισε: Ο εν τοις ουρανοίς, ελθέτω ο βασιλιάς!…».
«Στοπ στοπ! Άστο Μπερίσια. Όταν θα μάθεις καλά την προσευχή, και την λες αβασίλευτη, τότε θα ανοίγει και το πόρτα χωρίς κλειδί! Έλα μαζί μου να δεις!».
«Χαζό είνι εσύ! Ανοίξει το πόρτα χωρίς κλειδί;».
Μπροστά ο κύριος Πασχάλης και πίσω του ο άκυρος Μπερίσια, φτάσανε στην γκαραζόπορτα της οικοδομής.
Ο εργολάβος έκανε τον σταυρό με το δεξί χέρι, ενώ το αριστερό το είχε στην τσέπη. Κι ως εκ θαύματος η πόρτα άρχισε να ανεβαίνει χωρίς καν να την ακουμπήσει.
Ο αλβανός, κοιτώντας μια την πόρτα και μια το αφεντικό, έμεινε σύξυλος!
«Το είδες το Θαύμα Μπερίσια, κι ας είναι κλειδωμένο το πόρτα!» του είπε ο κύριος Πασχάλης.
«Σήκωσε κρυφά κάποιο που είναι πίσω πόρτα…» είπε ο Μπερίσια.
«Θέλεις να την κατεβάσω από πιο μακριά! Έλα πιο πίσω. Διαφορετικά δεν θα γίνει το θαύμα!» Μόλις ο εργολάβος έκανε το σταυρό του κατέβηκε το πόρτα!…».
«Κι εγώ ανοίγει αυτό το πόρτα με το χέρια!». Είπε ο αλβανός, και καθώς την έπιασε από κάτω να την σηκώσει, ούτε που κουνήθηκε. Κι ο εργολάβος του λέει:
«Μπερίσια! Μην επιμένεις. Ούτε ο Πύρρος Δήμας μπορεί να την σηκώσει με το χέρια… Μόνο σε χριστιανούς ανοίγει! Να! Κοίτα εμένα που ανοίγει μόνο με το σταυρό και χωρίς χέρια!».
Ο Πασχάλης έκανε πάλι το σταυρό με το δεξί, και το αριστερό στην τσέπη, και το πόρτα άνοιξε.
Εκείνη την στιγμή να και οι πρώτοι περίεργοι οι οποίοι κοντοστάθηκαν για να θαυμάσουν το θαύμα! Η πόρτα ανεβοκατέβαινε χωρίς να την πλησιάσει κάποιος. Κι όταν έκλεισε και σταμάτησε, λέει ο εργολάβος στον αλβανό.
«Μπερίσα! Κάνε τρεις φορές το σταυρό με το δεξί σου χέρι και θα δεις που το πόρτα θα ανοίξει.
Ο Μπερίσα άρχισε να σταυροκοπιέται και η πόρτα να ανεβοκατεβαίνει σαν να ήταν ασανσέρ.
Είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος και μεταξύ αυτών και κάποιες θεούσες. Μόλις όμως αντίκρισαν το θαύμα εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν κατάλαβαν το λόγο. Θα τον καταλάβουν όμως όλοι, όταν θα τις δουν να επιστρέφουν με κεριά και να τα μπήγουν στην γκαραζόπορτα.
Σε λίγο να και η αστυνομία. Παρατήρησε τον εργολάβο για διατάραξη κοινής ησυχίας, ενώ εκείνος διαμαρτυρόταν για τις ανθρωποώρες που είχε χάσει, λέγοντας στους εργάτες οι οποίοι παρακολουθούσαν το θαύμα άπραγοι:
«Τσακιστείτε γρήγορα στις δουλειές σας, που μου κάνατε την πόρτα εικόνισμα!».
«Μα είναι όλοι μάρτυρες του θαύματος κύριε εργολάβε» είπε ο βαθμοφόρος αστυνομικός.
«Για ποιο θαύμα αρχηγέ!… Μήπως είσαι ιμιτασιόν αστυνομικός!».
«Να! Μόλις πλησιάσει κάποιος χριστιανός ανοίγει μόνη της η πόρτα! Όταν όμως πλησιάσει ο αλβανός κλείνει!».
«Για πλησίασε κι εσύ καπετάνιε για να δούμε αν θα ανοίξει!».
Προσπάθησε, αλλά τίποτα.
«Άρα καπετάνιε δεν είσαι καλός χριστιανός!».
«Για πέρνα εσύ εργολάβε που είσαι καλός χριστιανός;»
Δεν άνοιξε. Οπότε ο εργολάβος τηλεφώνησε κρυφά με το κινητό και ψιθύρισε κάτι. Και να, η πόρτα άρχισε να ανοίγει πάλι χωρίς να την πλησιάσει κανείς.
«Σε ποιο κάνει τηλέφωνο αφεντικός;» είπε ο Μπερίσια, ο οποίος παρατήρησε την ύποπτη διόγκωση της δεξιάς τσέπης του χεριού του εργολάβου! Προφανώς είχε δει κινητό τηλέφωνο το οποίο λειτουργούσε χωρίς σύνδεση. Κι ούτε πήγε ο νους του κάπου αλλού…
«Στον Θεό!». Είπε ο εργολάβος, κοιτάζοντας τον έβδομο όροφο… Εκεί, όπου ήταν ο εντεταλμένος εργάτης με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, ίνα τελεστεί το θαύμα!
«Ξέρει αυτό κινητό Θεό!… Και τι είπε Θεό Πασχάλης;» είπε ο αλβανός με έναν τόνο απορία!
«Πως έτσι και δεν άνοιγε την γκαραζόπορτα με το τηλεκοντρόλ, τότε θα του έπαιρνα πίσω το γκαράζ! Μόνο μια μικρή προκαταβολή μου έδωσε!».
Ξαφνικά, μόλις πλησίασε κάποιο σκυλί, η γκαραζόπορτα άρχισε να ανεβαίνει! Οπότε του λέει ο αλβανός:
«Τέτοιο θρησκεία είχε και το Χότζα, αφεντικός, και το λαό είναι όλο τσιοπάν!».
Φύγανε όλοι. Κι όταν κατέβηκε ο νεαρός από τον έβδομο ουρανό, όπου έμενε, έγινε χαμός. Να τι του είπε ο εργολάβος:
«Καλά βρε ούφο, γιατί πάτησες το τηλεκοντρόλ την στιγμή που πλησίασε ο σκύλος την πόρτα;».
«Από περιέργεια κύριε Πασχάλη…».
«Ο αλβανός όμως δεν πρόκειται να ξανακάνει σταυρό, ούτε από περιέργεια!».
Υ.Γ. Οι αλβανοί αποδείχτηκαν πάρα πολύ εργατικοί. Κάνουν όλα τα έργα του Δήμου. Κι όλα τα «Εξοικονομώ κατ’ οίκον». Στα δυο μου σπίτια, στα οποία έκανα το «εξοικονομώ», ο εργολάβος ήταν αλβανός, ενώ οι τρεις εργάτες έλληνες.
Όταν θα φύγουν από την ζωή οι γέροι, αργότερα οι γονείς, και μαζί με αυτούς το χαρτζιλίκι… βλέπω τους νεαρούς να γίνονται τσιοπάν, αφού δεν γνωρίζουν κάτι άλλο από την νυχτερινή εργασία… στις καφετερίες… Όχι ως εργαζόμενοι φυσικά, αλλά ως πελάτες!
Να λοιπόν η αλλαγή φρουράς! Στην καφετερία ο αλβανός το βράδυ! Τσιοπάν ο έλληνας τη μέρα!
Ο Τσιοπάν τον οποίο φιλοξενούσα στο γιαπί μου στο χωριό, πολύ πριν από το 2004, είχε πάρει και ολυμπιακά έργα!
Μήπως δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους έλληνες μετανάστες. Στη Γερμανία η πούτσεν (σκούπα) πηγαίνει σύννεφο. Κι όταν έρχονται στην Ελλάδα με άδεια, δεν καταδέχονται να σπάσουν ούτε ένα καρύδι. Ζητούν την ψίχα στο πιάτο και με μέλι…


