Το αποσμητικό
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Ο άνδρας δεν τα έχει και τόσο καλά με την περιποίηση του σώματός του. Κι όταν πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο, όπως είναι οι κολόνιες με τα αποσμητικά, τότε η σύζυγος παραείναι ενοχλητική. Ενώ η περίπτωση του κυρίου Θάνουκαι της κυρίας Μαρίας κόντεψε να γίνει αιτία διαζυγίου. Να και ο διάλογος για Όσκαρ αφέλειας:
Πριν βγει ο κύριος Θάνος από το μπάνιο ακούει την σύζυγό του να φωνάζει:
«Θανάση! Να μην ξεχάσεις να βάλεις κολόνια και αποσμητικό! Σήμερα θα βγούμε με τους νέους γείτονές μας! Τον ναυτικό κύριο Ανδρόνικο, και την καθηγήτρια σύζυγό του Κλεονίκη!».
Κι αν δεν απαντούσε, επειδή είχε βαρεθεί, τότε η κυρία Μαρία επανερχότανε με προστακτική:
«Βάλε αποσμητικό, για να μη γίνεις ρεζίλι των σκυλιών! Θα βγάλουμε τους γείτονες για την γιορτή μου!… Της Παναγίας σήμερα και πρέπει να τους κεράσουμε! Δεν είναι φυσικό κι επόμενο!».
«Για κέρασμα θα τους βγάλουμε κι όχι για κατούρημα Μαρία! Κι όσο για την κολόνια που είπε την βάζω αυτήν τη στιγμή και σταμάτα να με πρήζεις. Βάλε πρώτα εσύ την Ζίβα Εσί στην Λουλούκα σου και άσε με εμένα! Άκου; Υπάρχει και σκυλίσια κολόνια Ζίβα Εσί!».
«Givenchy την λένε αμόρφωτε. Λες και είχατε και στο χωριό σου κολόνιες!… Μια φορά το χρόνο, του Αγίου Αθανασίου, σου έριχνε ο επίτροπος της εκκλησίας μπριγιαντίνη στην φαλάκρα σου, κι εσύ του έριχνες τα μπακιρένια κέρματα για να ακούγονται πολλά!».
Η κυρία Μαρία για να ολοκληρώσει την τουαλέτα της χρειάστηκε μια ώρα σχεδόν. Ο Θανάσης όμως δεν της φώναζε απλά, για να κάνει γρήγορα, αλλά άρχισε να χτυπά και την πόρτα λέγοντας:
«Μαρία! Αν αργήσεις κι άλλο, θα ατονήσει η μυρωδιά στις μασχάλες μου…».
Κάποτε θα τελείωνε και η κυρία Μαρία, αφού υπήρχε το ραντεβού.
Κάθισαν για παγωτό σε κάποια καφετέρια. Τι ήταν όμως να καθίσει ο κύριος Θανάσης δίπλα στην κυρία Κλεονίκη. Και η κυρία Μαρία στον κύριο Ανδρόνικο!
Ξαφνικά η κυρία Κλεονίκη άλλαξε διακριτικά θέση, τάχα για να μην την πανιάζει ο άφαντος, λόγω συννεφιάς, ήλιος και πήγε όσο πιο μακριά γινότανε. Μάλιστα, για την έντονη δυσφορία που ένιωθε, έπιανε κάπου κάπου και την μύτη της με τρόπο! Κι αφού δεν άντεξε πλέον την δυσοσμία, και για να μην προσβάλει τον σκουπιδοτενεκέ… που καθότανε δίπλα της, επικαλέστηκε ναυτία και επίσπευσε την διάλυση της παρέας!
Ο κύριος Θανάσης όμως επέμενε να καθίσουν κι άλλο, αφού τους υποσχέθηκε και δεύτερο κέρασμα. Αυτήν την φορά παγωτό!
Η κυρία Μαρία όμως η οποία υποψιάστηκε κάποια σωματική δηλητηρίαση… είπε στον σύζυγό της:
«Ας φύγουμε καλέ! Δεν τον βλέπετε τον κύριο Ανδρόνικο που κιτρίνισε σαν το κερί! Κι αφού είναι ναυτικός, είναι φυσικό κι επόμενο να πάθει ναυτία».
«Τώρα Μαρία με συγχωρείς πάρα πολύ, αλλά είπες τρίχες…».
«Καλέ σαν να το πέτυχες! Μπορεί να είχε κάποια τρίχα το παγωτό!».
«Βούλωστο!» της είπε ψιθυριστά, και πως ο γρίφος θα λυνόταν στο σπίτι!
Φύγανε άρον άρον (χωρίς τον κράβατόν τους) για το σπίτι. Και μόλις η κυρία Μαρία πήρε τον σύζυγό της αγκαζέ έγινε χαμός! Τον έσπρωξε σαν να ήταν ψοφίμι!
Όση ώρα η κυρία Μαρία καθότανε δίπλα στον κύριο Ανδρόνικο, δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Όταν όμως πήρε αγκαζέ τον σύζυγό της Θανάση, τα πήρε κρανίο λέγοντας ακατoνόμαστες λέξεις, και βρίζοντας θεούς και δαίμονες!
«Βρε βρομιάρη! Βρε βόθρε! Βρε, πώς να σε πω! Το ξέρεις πως σκυλοβρομάς σαν τον κάδο απορριμμάτων μετά από πολυήμερη απεργία! Από πέρα βρoμοκοπάς. Καλά δε σου είπα εγώ να βάλεις αποσμητικό! Γιατί σου το πήρα; Την είδες την κυρία Κλεονίκη που κόντεψε να πάει στη διπλανή καφετερία!».
«Εγώ φταίω εάν την αμόλησε ο κύριος Ανδρόνικος!…».
«Την είδες που πήγε και πήρε τσιγάρα χωρίς να καπνίζει, για να αλλάξει θέση κατά την επιστροφή! Δεν σου είπα να βάλεις αποσμητικό! Τόσο αφηρημένος είσαι;».
«Μα αφού έβαλα! Δεν με πιστεύεις; Θέλεις να σου ορκιστώ! Έλα να δεις που το έχω ακόμα πρόχειρο στο μπάνιο! Αν όμως εσύ κάνεις μια ώρα στον καθρέφτη, δεν είναι φυσικό κι επόμενο, που λες κι εσύ πάντα, να ατονήσει η δραστικότητά του αποσμητικού και της κολόνιας!…».
Να και ο θηλυκός αστυνόμος, Μαρία, για να δώσει λύση στο Γόρδιο δεσμό.
Η κυρία Μαρία, κατά την προετοιμασία του Θανάση για την επόμενη έξοδο, κόλλησε το μάτι στην κλειδαρότρυπα της πόρτας του μπάνιου και διαπιστώνει πως είχε βάλει αποσμητικό. Αν και το είχε δει μόνο με το δεξί της μάτι, έβγαζε μάτια!… Και μόλις βγήκε από το μπάνιο τον επιθεώρησε. Ήθελε να βεβαιωθεί για το αποτέλεσμα ιδίοις σώμασι… Μύρισε επίμονα τις μασχάλες του και τι να νιώσει! Αηδία! Ο Θανάσης της σκυλοβρομούσε και πάλι ξινίλα και ιδρωτίλα! Οπότε, η επιθεώρηση μετατοπίστηκε στην κολόνια!
Την ανοίγει, και διαπιστώνει πως το μπουκαλάκι της κολόνιας ήταν γεμάτο. Και να ο εξάψαλμος:
«Πότε την πήρες την κολόνια Θανάση;»
«Εσύ μου την πήρες στην περσινή επέτειο. Δεν θυμάσαι;»
«Κι από πέρυσι δεν πήρες άλλη;».
«Γιατί να πάρω αφού είναι γεμάτο το μπουκάλι! Εκτός αν έχει ημερομηνία λήξης!».
«Για φέρ’ το μου να το δω!…».
«Τι να δεις καλέ!… Είναι γεμάτο σου λέω…».
«Για βάλε στις μασχάλες για να δω πώς βάζεις την κολόνια!…».
«Καλά! καψώνι μου κάνεις τώρα;».
«Βάλε που σου λέω…».
Ο Ανδρόνικος τα πήρε πάλι… Έβαλε αποσμητικό στις μασχάλες, όλο νεύρα, και η κυρία Κούλα, αντί να τα πάρει κι αυτή κρανίο, ξεκαρδίστηκε στα γέλια:
«Καλά, έτσι βάφεις και τα παπούτσια;… Γι αυτό είναι βρόμικα!».
«Τι εννοείς κυρία Μαρία;… Δεν είναι φυσικό κι επόμενο;».
«Καλά: Βάζεις κολόνια χωρίς να βγάλεις το δεύτερο καπάκι!…».
«Γιατί; έχει κι άλλο καπάκι! Πού να το ξέρω…».
«Να το! Για βάλε τώρα να δεις που θα μοσχοβολάς… Το μόνο θετικό Θανάση είναι που σου κόστισε φθηνά. Είσαι για το βιβλίο Γκίνες. Θα σου παρουσιάσουνε ως τον πρώτο άνθρωπο ο οποίος χρησιμοποιούσε το ίδιο αποσμητικό επί ένα χρόνο!».
«Τώρα να δεις που δεν θα μου πάει ούτε μια βδομάδα».
«Και το ουίσκι, Θάνο μου, εάν το πίνεις κατ’ ευθείαν από το μπουκάλι, χωρίς να το ξεβουλώσεις, θα σου πάει μια ολόκληρη ζωή…».
«Δε φταίω εγώ βρε γυναίκα. Πού να ήξερα πως η κολόνια αυτή έχει δυο καπάκια! Γ… τα καπάκια σας».
«Ως υπάλληλος της πυροσβεστικής έπρεπε να το είχες προσέξει Θανάση μου! Δεν έχει καμιά σχέση με το θόλο της σειρήνας, κι ας μοιάζει! Εκείνος έχει μόνο ένα καπάκι!».
«Τώρα κατάλαβα γιατί μου έκανες ένα δώρο που να μοιάζει με το θόλο της σειρήνας! Πού να το φανταζόμουνα όμως πως είχε δυο καπάκια για να τα ανοίγω και τα δυο!».
«Τώρα Ανδρόνικε!… Με συγχωρείς, αλλά είπες πάλι τρίχες… Πώς γίνεται να ήταν γεμάτο το μπουκάλι επί ένα χρόνο».
«Πώς να το έβλεπα, αφού το υγρό είναι διαφανές!».
«Έχεις δίκιο Θανάση! Έχεις και μυωπία! Στην επόμενη επέτειο θα σου πάρω μια έγχρωμη κολόνια! Μια κολόνια χρώματος Σύριζα, και μάρκας μ’ έκαψες που να καείς…».
«Δεν είναι φυσικό κι επόμενο, αφού είμαι και Σύριζα!».
Χρόνια πολλά σε όλους του Χριστιανούς και η Παναγιά μαζί μας.


