Οι πιλότοι
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Οι πιλότοι των βομβαρδιστικών είναι οι πιο χρήσιμοι… εργαζόμενοι εν καιρώ πολέμου. Κι ο λόγος, επειδή συντελούν τα μέγιστα στην αρνητική ανοικοδόμηση μιας εχθρικής χώρας, και στο μαζικό αφανισμό του πληθυσμού της. Με μια βόμβα κάνουν το δέκατο όροφο ισόγειο. Με μια δεύτερη, το εργοστάσιο οικόπεδο. Με μια τρίτη, το σχολείο αλάνα. Και με όλες μαζί, τον Παράδεισο κρανίου τόπο!…
Ένας από αυτούς ήτανε και ο Γιούρι Ασίμωφ από τη Ρωσία, ο οποίος δεν είχε αφήσει ούτε κουμάσι όρθιο στο Βερολίνο το 1945. Για τα κατορθώματά του μάλιστα αυτά τον είχανε παρασημοφορήσει.
Μετά την λήξη του πολέμου ήταν πλέον ένας από τους πιο αξιολύπητους και πάμφτωχους συνταξιούχους της πάλαι ποτέ κραταιής Σοβιετικής Ένωσης.
Με το πέσιμο του τείχους του αίσχους, όπως το αποκαλούσαν, πήγε και πήρε μια αναμνηστική πέτρα και την κουβαλούσε μόνιμα στη τσέπη του για σουβενίρ.
Ο γιος του, Ισαάκ Ασίμωφ, ήταν κι αυτός πιλότος της πολεμικής αεροπορίας της Ρωσίας. Δυστυχώς, μετά από την πτώση του καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης, παραιτήθηκε και κατέφυγε στο Δ. Βερολίνο για εργασία. Και τώρα, ως ανειδίκευτος πλέον εργάτης, μαζεύει τα μπάζα από ένα παλιό εργοστάσιο παραγωγής πολεμικού υλικού.
Κάποια μέρα τον επισκέφτηκε ο πατέρας του στον τόπο της εργασίας. Και τι να δει, με απόλυτη θλίψη! Πως το εργοστάσιο αυτό, και πολλές άλλες εγκαταστάσεις, τις είχε βομβαρδίσει ο ίδιος. Κι όταν είδε τον γιο του να προσπαθεί να κατρακυλήσει μια τεράστια πέτρα δεν άντεξε. Έβαλε τα κλάματα και άρχισε να μονολογεί:
«Δεν μπόρεσε η βόμβα, την οποία είχα ρίξει τότε, να πέσει λιγάκι πιο πέρα! Δεν μπόρεσε να αστοχήσω! Και τώρα να μαζεύει ο γιος μου όλα τα μπάζα από εκείνο τον βομβαρδισμό!».
Από αγανάκτηση, έβγαλε την πέτρα που είχε στην τσέπη για σουβενίρ και την πέταξε με στόχο το κεφάλι του γερμανού εργοδηγού!
Ήταν ένας ξανθός και αγέλαστος άνδρας, ίδιος γκεσταπίτης του Γ’ Ράιχ, και ο οποίος στεκότανε μισό μέτρο πιο πέρα. Και πάλι αστόχησε. Δυστυχώς! Κι αντί να πετύχει τον εργοδηγό, πέτυχε την τζαμαρία και την έκανε θρύψαλα.
Τον βουτήξανε αμέσως, του περάσανε χειροπέδες, και τον οδηγήσανε στο πιο κοντινό κρατητήριο. Και τώρα, μονολογεί και πάλι σαν παπαγάλος.
«Δεν μπόρεσα να αστοχήσω τότε, για να μην παιδεύεται τώρα ο γιος μου! Δεν μπόρεσα να στοχεύσω τώρα! Να πετύχαινα τον γερμαναρά στο σταυρό! Σε τι έφταιξε η τζαμαρία! Σε τι είχε φταίξει το κτήριο παλιά! Δεν μπόρεσε να τον πετύχω!…».
Κι ο μονόλογος συνεχίστηκε με περισσότερη αγανάκτηση και άσπονδο πλέον μίσος.
«Σε τι φταίει ο γιος μου και πληρώνει τα δικά μας σπασμένα! Δεν μπόρεσε να αστοχήσω τότε! Να έριχνα την βόμβα πιο πέρα! Έχει γούστο το εργοστάσιο αυτό να μετατραπεί και πάλι σε βιομηχανία παραγωγής πολεμικού υλικού και να σκοτώσει τον γιο μου εκδικητικά! Δεν μπόρεσε να αστοχήσω τότε και να έπεφτε η βόμβα λίγο πιο πέρα! Αχ πουλάκι μου τι τραβάς! Πώς να μαζέψεις τόσα μπάζα με το καρότσι!».
Ο Γιούρι Ασίμωφ συνέχισε να μονολογεί και να παραληρεί στο κελί!…
«Δεν μπόρεσε να τον πετύχω! Σε τι έφταιξε η τζαμαρία… Σε τι έφταιξε ο γιος μου… Δεν μπόρεσε να ρίξω την βόμβα λίγο πιο πέρα από το εργοστάσιο! Άντε τώρα να μαζέψει ο γιος μου τόσα μπάζα!» τα ίδια και τα ίδια.
Να και τα διαφορετικά, αλλά κι αυτά σε μονόλογο!
«Καλά, ποιος είχε νικήσει στον πόλεμο εκείνο; Αν νικήσαμε εμείς, όπως λένε και γράφουν, δεν έπρεπε να έρθουν οι Γερμανοί στη Ρωσία για να αποκαταστήσουν τις ζημιές που είχανε προκαλέσει με τους βομβαρδισμούς στη χώρα μας; Άκου με κλείσανε και σε ατομικό Νταχάου… επειδή έσπασα ένα τζάμι! Αυτοί που σκοτώσανε πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους, και εξαφανίσανε πόλεις και χωριά από το χάρτη, τι έπρεπε να πάθουν!… Καημένο μου παλικάρι! Αντί να είσαι ψηλά στο βομβαρδιστικό και να τους κάνεις ψιλό σκύρο, κουβαλάς τα μπάζα στην πλάτη σου! Δεν μπόρεσε να αστοχήσω τότε! Και τώρα να κουβαλά το παλικάρι μου όλα εκείνα τα μπάζα τα οποία είχα προξενήσει με τον εύστοχο βομβαρδισμό του εργοστασίου πολεμοφοδίων!».
………………………………………………………………………..
Οι τελευταίες παραληρηματικές φράσεις που είχε καταγράψει ο φρουρός στην κασέτα του μαγνητοφώνου, λίγο πριν ξεψυχήσει ο Ασίμωφ στο κελί, ήταν οι εξής:
«Φύγε πέτρα από το τείχος του Βερολίνου και πήγαινε να βρεις το κόκκινο κρατίδιο, που είναι ζωγραφισμένο στο κούτελο του Γκορμπατσώφ, και να το κάνεις μια ολόκληρη Ήπειρο! Μόνο έτσι θα μας βγάλεις κοκκινοπρόσωπους! Κληρονόμησε μια τεράστια Σοβιετική Ένωση και την κατάντησε Λουξεμβούργο!
Άκου περιστερόικα!… Πού το βρήκε αυτό το όνομα! Είναι, ή δεν είναι για τα περιστέρια!».
Και απευθυνόμενος στον γκεσταπίτη φρουρό, ο οποίος τον φύλαγε, του λέει:
«Δε μου λες φρουρέ, ποιος νίκησε τελικά; Εσείς ή εμείς; Λέγε! Εσείς ή εμείς; Εσείς ή εμείς; Λέγε! Εάν νικήσαμε εμείς, δεν έπρεπε να είναι τώρα επιστάτης ο γιος μου ο Ισαάκ Ασίμωφ; Λέγε! Λέγε! Ποιος νίκησε τελικά; Εσείς ή εμ…». Τετέλεσται!
Το διαζευκτικό Ή, ήταν ήττα τελικά με δυο ταφ! Μια ήττα η οποία συνοδεύει ακόμα την απορία των εκατομμυρίων ανθρώπων, και που ποτέ δεν θα πάρουν σαφή απάντηση!
Αφού νικήσαμε εμείς, έπρεπε να έρθουν οι γερμανοί για να αποκαταστήσουν τις ζημιές τις οποίες μας είχαν προξενήσει! Κι αντ’ αυτού, τρέξαμε του σκοτωμού να αποκαταστήσουμε τις δικές τους ζημιές έναντι κάποιων παραλληλόγραμμων χαρτιών, και τα οποία ονομάζανε μάρκα!
Ακόμα και μέσον βάζανε οι άμοιροι εργάτες της χώρας μας για να φτάσουν στην γη της Ευαγγελίας… Κι έτσι ευαγγελίζονταν… τα νέα χαρτονομίσματα!
Οι φόνοι φυσικά δεν αποκαθίστανται! Δυστυχώς! Κι αφού κανένα ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, ήταν ποτέ δυνατόν να επιστρέψουν οι ψυχές στα νεκρά σώματα!…
Πατέρας και γιος εξιλαστήρια θύματα πλέον της νέας τάξης πραγμάτων. Της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης εργαζομένων από γερμανούς εργοδότες! Κι ακόμα χειρότερα, να διαβολοστέλνουν τους εργάτες με ένα: Αουσλέντε ράους! (Ξένε φύγε!)
Τους στείλαμε παλικάρια που στύβανε την πέτρα!
Επιστρέψανε σακατεμένα, για Σπέσιαλ Ολύμπικς!


