Ο βαρκάρης του Βόλγα
Στους απανταχού Γρεβενιώτες
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Ο κύριος Κίμωνας με την κυρία Αμαλία μένανε κάπου στο Ρούφ της Αθήνας. Πρόκειται για ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι. Για να ήτανε όμως κι ευτυχισμένο, έπρεπε να αντιμετωπίσουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα τεκνοποίησης. Κι αφού καταξοδευτήκανε στους γιατρούς, φτάνοντας έως και τη μακρινή Αμερική, αρκέστηκαν στην βοήθεια του Χριστού, μέρες που ήταν, με τα απανωτά τάματα.
Εισακούστηκαν τελικά, έστω κι αργά, και να τος ο μικρός Χρηστάκης. Ένα όμορφο ξανθό αγοράκι το οποίο είχε γεννηθεί στις 25-12-2010. Ήτανε ποτέ δυνατόν να του δίνανε άλλο όνομα! Και να τα παινέματα με τις απίστευτες υπερβολές. Και να το καμάρι των γονιών του λέγοντας:
«Είναι πάρα πολύ έξυπνο μωρό! Τετραπέρατο σας λέω!… Παιδί θαύμα! Μέσα στο χρόνο περπάτησε. Στα δυο του χρόνια μιλούσε καλύτερα και από τον Γιώργο Παπανδρέου. Στα τέσσερα διάβαζε! Και τώρα, στα δεκαπέντε του χρόνια μιλάει ακόμα και αγγλικά!».
Δεν έχαναν την ευκαιρία να διατυμπανίζουν την εξυπνάδα του κάθε μέρα στην γειτονιά. Η ευφυΐα του είχε φτάσει μέχρι επάνω στου Ζωγράφου, όπου έμενε η κυρία Πολυξένη και αδερφή της κυρίας Αμαλίας. Να λοιπόν τι λέγανε οι απορημένοι ζηλιάρηδες:
«Όλα καλά, αλλά να γνωρίζει και ξένη γλώσσα!… Από ποιον την έμαθε, αφού οι γονείς του δεν γνωρίζουν ούτε μια αγγλική λέξη!».
«Μάλλον από το θείο του το Μιχάλη ο οποίος βρίσκεται στην Αμερική! Μιλάει με τις ώρες μαζί του» είπε η κυρία Αμαλία.
«Δεν το πιστεύω, αλλά τέλος πάντων…». Έπεσε και το φαρμάκι της ζηλιάρας γειτόνισσας.
Τόση ήταν η αφέλεια των γονιών που το είχανε πιστέψει. Κι όταν κάποια μέρα κάλεσαν την κυρία Ιωάννα, μια γειτόνισσα καθηγήτρια αγγλικών για να τους κάνει τη μετάφραση, να τι τους είπε προς μεγάλη τους λύπη:
«Η γλώσσα που μιλάει ο γιος σας, κυρία Αμαλία, είναι τα αλαμπουρνέζικα*. Πρέπει να τον πάτε επειγόντως σε κάποιον ειδικό γιατρό!
Αποτέλεσμα! Ο Χρηστάκης μεγάλωνε στο σώμα και μίκραινε στο μυαλό. Κι αφού το παιδί θαύμα έχανε χρονιές στο δημοτικό σχολείο, έφτασε επί τέλους στην έκτη δημοτικού στα δεκαεπτά του χρόνια και με μέσον!
Μεγάλο βάσανο. Ξοδέψανε τόσα λεφτά για να το αποκτήσουν, και τώρα χρειαζότανε ακόμα περισσότερα για τη γιατρειά του. Ούτε κουβέντα για ίδρυμα.
Ο Χρηστάκης θα παραμείνει μικρός κι έτσι θα νιώθει. Πώς να τον πείθανε οι άμοιροι γονείς του να μην πάει πλέον στα κάλαντα, για να αποφύγει το μπούλινγκ των πιτσιρικάδων! Κι αφού θα πηγαίνανε οι συμμαθητές του, αυτός γιατί να μην πάει;
Τελικά, αφού πείσθηκε πλέον πως είχε μεγαλώσει, υποσχέθηκε στους γονείς του πως δεν θα πήγαινε κάλαντα. Να και το πρώτο τεράστιο ψέμα. Θα πήγαινε σε άλλο διαμέρισμα! Θα ανέβαινε επάνω στου Ζωγράφου. Και για να μην τον προδώσουν τα λεφτά που θα μάζευε, θα τα μοίραζε όλα στους φτωχούς. Θα γινότανε ένας από τους τρεις μάγους με τα δώρα. Ο Ξανθός μάγος!
Ξεκίνησε από το βαρκάρη του Βόλγα. Έτσι λέγανε τον Ιβάν. Κάποιο νεαρό Ρώσο ο οποίος καθότανε μόνιμα στην ίδια γωνιά και έπαιζε τα κύματα του Δουνάβεως με το ακορντεόν. Ανάμεσα στα πόδια του είχε δυο πλαστικά ποτηράκια. Ένα μισογεμάτο με βότκα. Κι ένα μισοάδειο με φτηνά κέρματα από την ελεημοσύνη των περαστικών.
Ο μεγάλος πλέον Χρηστάκης έκανε πάντα στάση σ’ αυτόν τον επαίτη για να απολαύσει το ωραίο αυτό μουσικό κομμάτι.
Εκείνο όμως το οποίο συγκίνησε ιδιαίτερα τον Χρηστάκη δεν ήταν η φτώχεια του φίλου του, όσο το λινό πουκάμισο που φορούσε καταχείμωνο. Ήτανε ανήμερα Χριστουγέννων και έκανε ένα διαβολεμένο κρύο. Να κι ο σύντομος διάλογος του Χρηστάκη με το βαρκάρη του Βόλγα:
«Πόσο το πήρες το ακορντεόν Ιβάν; Θα πάρω κι εγώ σαν το δικό σου!».
«Πήρε πατέρα μου όταν πηγκαίνει εγκώ στην πανα.. παναπιστημίο!».
«Τι καλά που παίζεις βρε Ιβάν;».
«Τι καλό πουφάν… έχει Χρηστάκη;…».
«Θέλεις να σου το δώσω;».
«Νιέτ».
«Πεινάς;».
«Και πεινάει και ντιψάει…». Και πήρε μια γουλιά από το πλαστικό ποτηράκι.
«Πάρε δυο ευρώ για να πάρεις σάντουιτς. Αργότερα θα σου φέρω πιο πολλά λεφτά για να πάρεις και μπουφάν. Μέχρι τότε όμως κράτα το δικό μου. Εγώ, εκτός από το μάλλινο πουλόβερ, φοράω από μέσα και μάλλινη φανέλα. Θα περπατήσω όλη την Παπάγου και θα μαζέψω αρκετά λεφτά! Θα πάω και μέχρι στη θεία μου. Αυτή μπορεί να μου δώσει και ένα ολόκληρο πενηντάρι, όπως και πέρυσι».
Σε λίγο ακούστηκαν σειρήνες. Στην ίδια περιοχή, στην οδό Παπάγου, είχε γίνει μια ληστεία. Ο ληστής, απειλώντας με πιστόλι την πωλήτρια του καταστήματος, είχε πιάσει κουβέντα μαζί της και ο κλοιός των αστυνομικών όλο και έσφιγγε.
Έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί κάποια αιματοχυσία. Η κοπέλα μόλις είχε συνέλθει από προηγούμενη ληστεία, εξ αιτίας της οποίας είχε νοσηλευθεί στο ΚΑΤ, για κάποιους μήνες, και ήταν φυσικό να είναι τρομοκρατημένη από τη θέα του πιστολιού.
Ο αστυνομικός πατέρας της πληροφορήθηκε την ληστεία τηλεφωνικά. Και όταν άνοιξε την τηλεόραση, είδε το κατάστημα της κόρης του Όλγας περικυκλωμένο από περιπολικά. Άρπαξε το υπηρεσιακό του περίστροφο και έσπευσε έντρομος για βοήθεια.
Όταν πλησίασε τον τόπο της ληστείας δεν του επιτρέψανε να παραβιάσει τον κλοιό, αλλά μόλις τους έδειξε την ταυτότητα του αξιωματικού της αστυνομίας τον αφήσανε ευγενικά.
Με χίλιες προφυλάξεις πλησίασε την τζαμαρίας και έκανε σινιάλο στην κόρη του να πέσει κάτω. Εκείνη αρνιότανε, και μόλις ο ληστής κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε πίσω από την πλάτη του έστριψε το κεφάλι για να δει τι συμβαίνει. Ευκαιρία λοιπόν για δράση. Ένα μπαμ κι ο ληστής έπεσε κάτω ανάσκελα. Κάτω έπεσε και η κοπέλα λιπόθυμη. Γιατί; Μάλλον από φόβο…
Ο αστυνομικός βγήκε έξω, με την κάννη του πιστολιού να καπνίζει ακόμα, και με χειρονομία, σαν κι αυτή των τροχονόμων, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του πως όλα είχανε τελειώσει.
Όλοι μιλούσαν πλέον για τον ήρωα αστυνομικό. Και φυσικά όλοι λέγανε, πως πολύ καλά τον είχε κάνει, και διάφορες άλλες κουβέντες και κατάρες εκδίκησης.
Ο ληστής στο ένα του χέρι κρατούσε το πιστόλι, και στο άλλο τα χρήματα. Το πιστόλι τού το άρπαξε κάποιος αστυνομικός, όχι και το πενηντάρι. Δεν το άφηνε με τίποτα. Κι αν το τραβούσε πιο δυνατά θα σκιζότανε.
Η πρώτη έγνοια των αστυνομικών ήταν η ύπαρξη συνεργού, και φυσικά η ταυτότητά του!
«Γνωρίζει κανείς το ληστή;» είπε κάποιος στους περίεργους οι οποίοι προσπαθούσαν να τον δουν από τη τζαμαρία.
«Πατήστε τον στο καρύδι τον κωλοαλβανό, που τον αφήνετε και μαγαρίζει με το αίμα του την μπουτίκ της κόρης μου» είπε ο αστυνομικός, καθώς προσπαθούσε να τη συνεφέρει από το σοκ.
«Μην τον βρίζεις καλέ μπαμπά! Δεν είναι κακός! Δεν με λήστεψε. Μου ζήτησε ένα μπουφάν για τον φίλο του, και επειδή δεν έχω αντρικά ρούχα του έδωσα το πενηντάρι για να αγοράσει από κάποιο άλλο κατάστημα! Και μόλις τελείωνε τα κάλαντα θα μου το έφερνε πίσω. Μου ορκίστηκε! Τον γνωρίζει πολύ καλά ο Ιβάν μπαμπά μου! Είναι ο Ρώσος που παίζει πιο κάτω τα κύματα του Δουνάβεως με το ακορντεόν. Ένα πολύ όμορφο παλικάρι! Μου είπε πως περνάει κάθε μέρα από τη γωνία και τον ακούει με τις ώρες να παίζει τα κύματα του Δουνάβεως…» είπε η Όλγα τρέμοντας.
«Κομούνι και όμορφο! Δεν πιστεύω να τον… τέλος πάντων!…».
Τον καλέσανε, και μόλις ο Ιβάν αντίκρισε το ληστή αναφώνησε:
«Αυτό είναι φίλο μου Χρηστάκη!!!» και πλάνταξε στο κλάμα.
Ο ληστής… ανασκίρτησε, άνοιξε τα ματάκια του και προσπάθησε να δώσει στο φίλο του το πενηντάρι. Ο Ιβάν έσκυψε, το πήρε, και τον φίλησε συντετριμμένος στα ματωμένα και ξανθά του μαλάκια. Ο Χρηστάκης όμως, αφού τον κοίταξε για λίγο στα μάτια, έκλεισε τα δικά του για πάντα. Η ομορφάδα με τη γαλήνη στο πρόσωπό του θύμιζε αγγελική μορφή. Είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Είχε επιτελέσει το καθήκον στο ακέραιο. Το πενηντάρι αυτό θα έπιανε τόπο. Θα ζέσταινε το φίλο του και δεν θα ζήλευε ξανά το μπουφάν του.
Ο Ιβάν έδωσε το πενηντάρι στην Όλγα, αλλά εκείνη δεν το δέχτηκε. Να τι του απάντησε:
«Τα χρήματα αυτά προορίζονταν για σας. Για να πάρετε ένα μπουφάν. Εάν όμως είχα και ανδρικά ρούχα θα το αγόραζε σίγουρα από εμένα. Μάλιστα, μου είπε να μην πω τίποτα, και σε κανέναν, και πως, μόλις θα συμπλήρωνε το πενηντάρικο από τα κάλαντα θα μου το επέστρεφε…».
Το όπλο ήταν νεροπίστολο. Οι κατάρες γίνανε ευχές:
«Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχούλα του. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει» κλπ. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο όλοι είχανε πλαντάξει στο κλάμα. Ακόμα και οι αστυνομικοί. Κι όταν πληροφορήθηκαν πως το παλικάρι αυτό είχε μυαλό μικρού παιδιού, τότε ο πατέρας της Όλγας ένιωσε Κορκονέας!…
Κι ο βαρκάρης του Βόλγα πώς θα ένιωθε άραγε, αφού θεωρούσε τον εαυτό του ακούσιο συνεργό και δολοφόνο εξ αμελείας!…
Ούτε και ο κύριος Κίμωνας θα ζητήσει την δίωξη του αστυνομικού. Το κακό είχε παραγίνει τελευταία με τις ληστείες.
Την επομένη η κηδεία έγινε πάνδημη στο Ρουφ. Ο Χρηστάκης γιόρταζε τα γενέθλιά του με λόγια παρηγοριάς από συγγενείς, γνωστούς και φίλους!
Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα. Κι όταν μια φωνή, από πολύ μακριά, θα ευχηθεί στους άμοιρους γονείς να τα εκατοστίσει, θα του το κλείσουν αγενέστατα. Ήταν ο αδερφός του κυρίου Κίμωνα από την Αμερική. Ο άνθρωπος νόμισε πως είχε κάνει κάποιο λάθος. Κι όταν ξανακάλεσε και πληροφορήθηκε πως ο ανιψιός του Χρηστάκης ήταν νεκρός, τότε του έπεσε το ακουστικό από το χέρι.
Η πράξη όμως η οποία θα κάνει τους ανθρώπους της περιοχής να χύσουν κι άλλα δάκρυα είναι η εξής: Ο κύριος Κίμωνας θα αγοράσει ένα πανάκριβο ζεστό μπουφάν για τον ξανθό βαρκάρη του Βόλγα και στην συνέχεια θα τον υιοθετήσει. Ήταν δυνατόν να διαφωνούσε η Όλγα. Μάλιστα, θα τον προσφωνεί Χρήστο κι όχι Χρηστάκη, γιατί ο Ιβάν θα μεγάλωνε.
Είναι ποτέ δυνατόν αυτή η ψυχή να μην πήγαινε επάνω στο Χριστό για να γιορτάσουν μαζί την ονομαστική τους γιορτή! Από κει ψηλά θα θαυμάζει το «βαρκάρη του Βόλγα» και θα ακούει τα κύματα του Δουνάβεως να πλημμυρίζουν το υπερπέραν.
Ας αντηχεί το τραγούδι του Ιβάν
Με κάθε πάτημα των πλήκτρων
Σε κάθε ορθάνοιχτο παράθυρο
Ας χτυπά της Όλγας η καρδιά.
*Αλαμπουρνέζικα: Γλώσσα της φυλής Μπούρνα του Σουδάν.
Με τις ολόθερμες ευχές για ονειρεμένα Χριστούγεννα, κι ας κάνει κρύο. Οι ευχές δεν κρυώνουν ποτέ. Μόνο οι κατάρες!
Ο τίτλος του άρθρου αφορά μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Ιβάν Μπελούκιν.
Καλά Χριστούγεννα και η Παναγία μεθ’ ημών, κι όχι με θυμόν!


