Νταφνή…
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Ο Αριστείδης Τσάκαλος είναι κάποιος οικοδόμος παρεξηγήσιμα μελαχρινός. Επειδή όμως είχε πάρει ένα αμαξάκι μάρκας Ντάτσουν-1000, η κυρία Πολυξένη και γειτόνισσά τους τους έβαζε κάθε τόσο στο μαγνητόφωνο το παρακάτω τραγούδι του Νταλάρα:
«Πικρός καφές και μαύρο το φλιτζάνι και η γυφτιά με Ντάτσουν εκδρομή».
Η κυρία Δάφνη Τσάκαλου, όμως, δεν της έκανε μήνυση για τα υπονοούμενα του στίχου, αλλά για διατάραξη κοινής ησυχίας. Δεν ήθελε να μάθουν κι άλλοι για το ρατσιστικό αυτό ρεφρέν.
Την ημέρα που το μαγνητόφωνο έπαιζε αυτό το τραγούδι, και στην διαπασών, στο σπίτι της Πολυξένης βρισκότανε και η Γαλλίδα Κάσιντυ. Κι ο λόγος; κάποια φροντιστήρια. Η φιλόλογος Δάφνη έκανε φροντιστήριο στην Γαλλίδα στα Ελληνικά. Και Γαλλίδα, στην κόρη της Δάφνης στα Γαλλικά.
Κι αφού η Κάσιντυ ήταν αυτήκοος μάρτυς κάποιων τραγουδιών, κλήθηκε να καταθέσει στο δικαστήριο το εξής. Ότι δηλαδή το τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα: Και η γυφτιά με Ντάτσουν εκδρομή, δεν ακουγότανε καθόλου δυνατά ώστε να ενοχλεί.
Κι ενώ η Δάφνη κόντευε να μάθει άπταιστα τα γαλλικά, η Γαλλίδα δεν είχε καταφέρει να προφέρει καν το όνομα της Δάφνης. Εκτός από τον τονισμό μπέρδευε και την προφορά του δέλτα! Την έλεγε Νταφνή!
Όταν πλησίαζε η ημέρα της δίκης, η Δάφνη κάλεσε την Κάσιντυ στο σπίτι τους να της κάνει το ύστατο φροντιστήριο προφοράς. Κυρίως, όμως, να της πει τι ακριβώς θα έλεγε στο δικαστήριο.
Η κουβέντα είχε ξεκινήσει πλέον με την εικονική κατάθεση της Γαλλίδας και εξελίχθηκε σε φαρσοκωμωδία ολκής! Κάπως έτσι:
Κάσιντυ: Νταφνή, τι λέει εγκώ το ντίκη;».
«Ότι είσαι για το Δαφνί… Δάφνη!… Δάφνη!… Δάφνη!… Σου το είπα χίλιες φορές. Αν με πεις Δαφνί μέσα στο δικαστήριο θα μας πάρουν στο ψιλό! Το κατάλαβες; Και η δίκη θα εξελιχθεί σε επιθεώρηση!… Δάφνη θα με λες…. Για πες το κι εσύ!…».
«Ντα…φνή…».
«Δου… Δα… Δάφνη!».
«Ντου… Ντα… Νταφνή!».
«Της μάνας σου το… Άντε να μην το πω… Ντου, λέμε στο λύκο… Μου φαίνεται Κάσιντυ είσαι για δέσιμο».
«Ντεσιμό!… Τι είναι ντεσιμό Νταφνή;…».
«Για σένα τίποτα. Εγώ έντεσα… Πες το τουλάχιστον Ντάφνη και όχι Νταφνή…».
«Ντά… φνή… Είπε καλά εγκώ τώγα!…».
«Πάλι τα ίδια και χειρότερα. Θα με σκάσεις μα, το καταλαβαίνεις; Εγώ… λέμε, κι όχι εγκώ… Γου… Όπως λέμε γουρούνι…».
«Εγκώ!… Έτσι δεν είπε κι εγκώ;…».
«Τώρα που το είπες δυο φορές, μάλιστα…».
«Είντες που είπε καλά εγκώ τώγα!…».
«Κάσιντυ, είσαι όρνιο! Με συγχωρείς για τη φράση μου, αλλά μ’ έσκασες…».
«Τι είναι όγνιο Νταφνή;».
«Πουλί!…».
«Χα χα χα…».
«Μη γελάς… Δεν είναι το πουλί που νόμισες. Όλο εκεί τον έχεις το νου σου βλέπω… Αυτό είναι πουλί πετούμενο, κατάλαβες;».
Η Δάφνη έκανε πως πετάει με τα χέρια, για να της δώσει να καταλάβει, και η γαλλιδούλα συνέχισε τα δικά της:
«Λέει καλό τγαγκούντι αυτό πουλί Νταφνή!…».
«Όχι! Μόνο κγά κάνει…».
«Είναι όμογφο;».
«Για να κάνει κγά… Καλά, ούτε το ρο δεν θα προφέρεις σωστά σήμερα; Τι είσαι εσύ τέλος πάντων!… Τζάμπα χαράμισα τόσο κόπο με τα ιδιαίτερα!…».
«Χα… γάμησα; Τι είναι αυτό; SEX!…».
«Τι κάθομαι και παιδεύομαι! Εσύ μια λέξη έμαθες όλο κι όλο σωστά και πάλι τη μπερδεύεις στον τονισμό…».
«Ξέγω ξέγω. Το μαλακάς!…».
«Μαλακάσα κι ανάσα… Κάσιντυ! Άμα σε πω ξανά όρνιο θα μαγαρίσω το πουλί! Πού είπαμε βάζουμε τον τόνο!…».
«Στο παγαληγουσά;…».
«Για πες μου τώρα: Πώς λέμε τα σταφύλια, εκείνα που σ’ αρέσουν τόσο πολύ και θα σου πω…».
«Μοσκατά!…».
«Μπράβο! Μια ολόκληρη μέρα σε μάθαινα να τα λες μοσχάτα κι εσύ μου τα μουσκάτωσες πάλι!».
«Εξκιουζέ μουά…».
«Για πες μου!… Τελευταία ερώτηση: Πού κάνουμε μπάνιο όταν πηγαίνουμε στο ξενοδοχείο Αχίλλειον;».
«Στο πισινά;».
«Τα πισινά τα πλένουμε!… Μπάνιο όμως κάνουμε στην πισίνα, όρνιο! Κάσιντυ, δεν επι-δε-χε-σαι βελτίωση. Τελεία και παύλα… Πες τα όπως νομίζεις…».
«Επι-ντέ… χέσε… Τι λέει αυτό πάλι Νταφνή;».
«Χέσε στο μπιντέ!…».
«Το μπιντέ τι είναι Νταφνή;».
«Πρωθυπουργός!…».
«Το Τσιπγάς Αλέξης!!!». (εκείνη την εποχή ο Τσίπρας ήτανε πρωθυπουργός)
«Όχι! Το Ζογμπάς, να τον φας και να φέξεις…».
Η Κάσιντυ άρχισε ξαφνικά να μουρμουρίζει και ταυτόχρονα να χορεύει συρτάκι.
Κι αφού η μάρτυρας ήταν βούρλο, ήταν φυσικό κι επόμενο πλέον να χάσουν και την δίκη.


