Η σπορά του καλαμποκιού
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Πώς μπορούσα να ξεφύγω από την πιο πικρή, όσο και παρολίγον θανατηφόρα ανάμνηση της ζωής μου, όταν αντικρίζω καθημερινά την σπαρμένη με καλαμπόκι γη! Να τι άλλο μου θυμίζουν τα καλαμποκοχώραφα μόλις κατηφορίζω από το χωριό μου για τα Γρεβενά! Ακόμα και τα σταφύλια της οργής του Τζων Στάιμπεκ!
1958. Εποχή της σποράς των καλαμποκιών κι ο πατέρας μου με ζήτησε από το δάσκαλο ως εξής:
«Δάσκαλι! Σι παρακαλώ, θέλου του πιδί για να σπείρου του καλαμπούκι!».
«Παρ’ το!». Λες και είχε ζητήσει κάποιο εργαλείο σποράς.
Χαρά μεγάλη ο Βαγγελάκης! Μαζί με το μάθημα θα γλίτωνα και τις ξυλιές με την βέργα από τον δάσκαλο, αφού είχα προτιμήσει το παιχνίδι από το διάβασμα.
Τα βαθιά χαράματα, κι ο πατέρας μου δεν απευθύνθηκε το ίδιο παρακλητικά στη μάνα μου, αλλά άκρως προστακτικά:
«Μαρίνα! Σήκωσι του πιδί αγλήγουρα. Μαυρίλα όξου! Θα πιάσ’ βρουχή! Κι ιγώ θα βγάλου τα πράματα (βόδια) απ’ του παχνί!».
Σε λίγο ακούστηκε η φωνή της μάνας μου:
«Βασίλη! Δεν σ’κώνιτι του πιδί! Κι ούτι θέλει να φάει!.. Μι του ζορ’ το δουκα δυο κουταλιές τραχανά!…».
Μπαίνει στο δωμάτιο ο πατέρας, με αρπάζει από το ποδάρι, και μου λέει:
«Σιούκου αγλήγουρα! Πάει μεσ’μέρ’! Πότι θα προλάβουμι να σπείρουμι!».
Σηκώθηκα μαχμουρλής, και περπατούσα σαν να ήμουνα μεθυσμένος. Ακόμα πιο πολύ βαριεστημένα κι από τα βόδια τα οποία, παρότι βόδια, γνώριζαν πως δεν θα πηγαίνανε ημερήσια εκδρομή με το ζυγό στο σβέρκο! (Σαν το λουρί του Ρίτσου!…).
Κάποτε φτάσαμε στο πρώτο χωράφι και το οποίο έπρεπε να σπείρουμε.
Ξεφόρτωσε ο πατέρας το σπόρο από το γάιδαρο, και το αλέτρι από το ζυγό, για να το μπήξει στη γη. Στη συνέχεια έβαλε λίγο σπόρο στον τορβά, τον κρέμασε από τον ώμο μου, και μου λέει:
«Θα ρίχνεις από ένα σπυρί μέσα στην αυλακιά και σε απόσταση, το ένα από το άλλο σπυρί, ίσα με δυο πιθαμές. Κατάλαβες;».
«Όχι!…» Αν αυτό το όχι το έλεγα στο δάσκαλο θα τις έτρωγα! Τώρα όμως ο καλός μπαμπάς μου έκανε το πείραμα επί της γης! Έβαλε δυο σπόρους μέσα στην αυλακιά, στην ίδια περίπου απόσταση, και μου λέει:
«Να! Τόσου!… Κατάλαβες τώρα;».
«Κατάλαβα μπαμπά…»
Έτσι άρχισε η άροση κι ο σπαρμός από εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενο…
Τελειώσαμε το πρώτο χωραφάκι, πήγαμε στο δεύτερο, κι εγώ ήμουνα όλο γκρίνια:
«Μπαμπά! Πότε θα φεξ;»…
«Τ’ αϊ Γιωργιού!…» Να και το χιούμορ, πιο μαύρο από την νύχτα!
Άρχισε να ψιχαλίζει! Εάν κρατούσε λίγο ακόμα θα τελειώναμε και το δεύτερο χωράφι.
Ξαφνικά τα βόδια έστριψαν απότομα αριστερά και ξαναμπήκαν στην αυλακιά μετά από πέντε μέτρα. Για την αταξία τους αυτή έφαγαν και μερικές βουκεντριές στον πισινό, μέχρι να επανέλθουν στην σωστή αυλακιά!
Ο μπαμπάς μου κοίταξε πίσω του κι αφού δεν με είδε με αναζήτησε έντρομος:
«Βαγγέλη! Βαγγέλη! Πού είσι πιδί μ’; Άμα δίψασις, η μπούκλα είνι στου δένδρο!». Καμιά απόκριση και η υποψία έγινε τρόμος όταν άκουσε ουρλιαχτό λύκου!
Προχωρώντας διαπίστωσε πως η αυλακιά ήταν άσπαρτη! Ξαφνικά σκοντάφτει σε κάποιο κουφάρι και τρομάζει! Δεν ήταν ο σκύλος μας Μπακ, όπως υπαινίχθηκε. Ούτε και κάποιο άλλο ζώο! Ήμουνα εγώ! Και μόλις με είδε είπε:
«Τι κάν’ς μέσα στ’ν αυλακιά πιδί μ’; Σιούκου απάν’ αγλήγουρα!».
Καμιά απόκριση. Με ξύπνησε, με πήρε στην αγκαλιά του, και με ρώτησε εάν ήμουνα καλά. Οπότε του απαντώ αγουροξυπνημένος!
«Μπαμπά! Κουράστηκα, κρυώνω και νυστάζω!… Πού είμαστε τώρα;».
Και να απάντηση για το βιβλίο Γκρίνιες!…
«Θυμάσι μέχρι πού έσπειρις πιδί μ’;».
«Πού να θυμάμαι!… Μπαμπά; νυστάζω κι άλλο και είμαι και ιδρωμένος!».
«Καλά πιδί μ’! Θα ρίξου κάμποσα σπυριά στ’ν αυλακιά που δεν έσπειρις, θα τα σκιπάσου μι του αλέτρ’ κι θα φύγουμι! Αρχίνιψι κι να βρέχει!…».
«Μπαμπά! Έχω και πυρετό!…».
«Καλά άμα είνι! Δεν τουν σκιπάζου του σπόρου! Ας τουν σκιπάσ’ ου Θιός! Θα φύγουμι…».
Ο μπαμπάς κρέμασε το αλέτρι από το ζυγό ανάποδα. Φόρτωσε τα πράγματα στο γάιδαρο. Ανέβασε εμένα στο σαμάρι, σαν να ήμουνα πούπουλο, και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Κι ας μην ήμουνα για το γάιδαρο καβάλα!…
Να τι έλεγα και θα έκανα όταν πλέον μεγάλωνα. Εγώ τα παιδιά μου δεν θα τα ταλαιπωρώ τόσο πολύ.
Να και η τωρινή απάντησή μου: Τι να έκανε κι ο πατέρας μου! Μπορούσε να σπέρνει και να οργώνει ταυτόχρονα!…
Επιστρέφοντας για το χωριό να και οι πρώτοι χωριανοί μας οι οποίοι έβγαιναν για σπορά! Κάποιος μάλιστα είπε στον πατέρα μου:
«Έι Μπάκα! Από την νύχτα πήγες για σπαρμό!».
«Δεν καμώνουνταν κι γυρνούμι!…».
«Εμένα θα μου πεις! Μετά από τόσες βροχές!…».
Μέχρι να φτάσουμε στο χωριό με βασάνιζε η εξής αναπάντητη σκέψη. Δεν καμώνονταν και σπείραμε δυο χωράφια. Για σκέψου να καμώνονταν κιόλας!
Την απάντηση, και άκρως οδυνηρή, θα την ακούσω από τον πατέρα μου όταν θα φτάσουμε στο σπίτι:
«Ξέρ’ς πιδί μ’ τι ώρα κίντσαμι για σπαρμό;».
«Πού να ξέρω μπαμπά!».
«Δέκα μι έντεκα του βράδ! Βλέπ’ς του θ’κό μου του ρολόι δε δείχν τ’ νύχτα. Κι όταν είνι κι συννεφιά, όπους τώρα, ακόμα χειρότερα».
Προφανώς εννοούσε τον ήλιο με το φεγγάρι. Πόσο να αντέχανε τα πόδια μου!
Σαράντα πυρετό ο Βαγγελάκης, και η μάνα μου ειδοποίησε τον νοσοκόμο του χωριού. Κι όταν έφτασε είχα εξαφανιστεί. Είχα κρυφτεί μέσα σε κάτι βατσινιές λίγο έξω από το χωριό. Κι όταν η ένορκη επίκληση της μάνας μου, για την αποχώρηση του νοσοκόμου έγινε πλέον πιστευτή, επέστρεψα στο σπίτι και το θερμόμετρο έδειξε 36,6 βαθμούς Κελσίου!
Έπρεπε να κρατήσω τον όρκο τον οποίο είχα δώσει κάποτε στον πισινό του! Πως εγώ δεν θα επέτρεπα σε κανέναν να τον τρυπήσει με σύριγγα… (Καμιά σχέση ο όρκος αυτός με τον όρκο του Ιπποκράτη!)
Η μάνα μου είχε κάνει χιλιάδες ενέσεις. Και κάποιες από αυτές στο διπλανό κρεβάτι. Τις έβλεπα σηκώνοντας την κουβέρτα κρυφά και με τρόπο! Τι έβλεπα! Την σύριγγα εκείνη να είναι ίση με τις σακοράφες με τις οποίες ραμματιάζαμε τα καπνά! Έτσι την παρομοίαζε η παιδική ψυχούλα μου! Να λοιπόν πως προέκυψε κι ο όρκος! Θα προτιμούσα να μου κάνουν ένεση ακόμα και στο μάτι, στη γλώσσα ή και στην καρδιά, αλλά στον πισινό ζαμέ!…
Να τι άλλο ντρεπόμουν να ομολογήσω για χρόνια ολόκληρα. Πως την πρώτη ένεση στον πισινό την είχα κάνει στο στρατό! Αυτή κι αν ήταν προστασία του πισινού!
Κι όσο αφορά το αληθές του πράγματος δεν υπερέβαλα ούτε κατά κεραία! Και ήμουνα μόλις δώδεκα χρονών εκείνη την οδυνηρή νύχτα! Πιο οδυνηρή και από την ήττα του κυρίου Τσίπρα στις εκλογές!
Υ.Γ. Για να θυμούνται οι μεγάλοι και να μαθαίνουν οι μικροί!
Όταν μας έλειπαν τα πάντα, ήμασταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι!
Τώρα που μας περισσεύουν, σχεδόν τα πάντα, είμαστε δυστυχισμένοι!
Κάποτε, σκάβαμε τραγουδώντας.
Σήμερα, καθόμαστε κι αναστενάζουμε! ΓΙΑΤΙ;


