Η Νέα Γεωπολιτική Πραγματικότητα: Ο Πόλεμος στην Ουκρανία και οι Παγκόσμιες Ισορροπίες
Κανείς που παρακολουθεί τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις δεν μπορεί να αγνοήσει ότι ο κόσμος γύρω μας έχει αλλάξει και συνεχίζει να αλλάζει με ταχείς ρυθμούς. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το διεθνές σύστημα πέρασε από τη διπολικότητα σε μια περίοδο μονοπολικής κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως, από τις αρχές του 21ου αιώνα, αυτό το μονοπολικό μοντέλο άρχισε να «χαλάει», καθώς νέες οικονομικές και στρατιωτικές δυνάμεις αναδεικνύονταν σταδιακά.
Η άνοδος της Κίνας, η επαναδιεκδίκηση ρόλου από τη Ρωσία, η αυξανόμενη αυτονομία της Ευρωπαικής Ένωσης (ΕΕ) και η ενίσχυση περιφερειακών παικτών όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Βραζιλία και οι χώρες του Κόλπου, δημιούργησαν ένα περιβάλλον όπου η ισχύς διαχέεται σε πολλαπλούς πόλους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει πια ένας κεντρικός άξονας που να καθορίζει τα πάντα, αλλά μια πολυπολική «γεωπολιτική σκακιέρα», όπου κινούνται παίκτες με διαφορετικά επίπεδα παγκόσμιας, περιφερειακής ή αναδυόμενης επιρροής. Το αποτέλεσμα είναι, ότι το γεωπολιτικό τοπίο του 21ου αιώνα αναδιαμορφώνεται βαθιά, με πολλαπλά κέντρα δύναμης που συνυπάρχουν, ανταγωνίζονται και συνεργάζονται ταυτόχρονα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, το 2022, αλλά και ο πόλεμος στη Γάζα, το 2023, λειτούργησαν σαν σημεία καμπής. Πυροδότησαν, ή ακόμα και ενίσχυσαν, άλλες συγκρούσεις και ανταγωνισμούς ανά τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας ότι το διεθνές σύστημα του 2020 βρίσκεται σε μία κατάσταση πολυπολικής αστάθειας, της οποίας οι συνέπειες είναι ήδη ορατές.
Μέχρι στιγμής, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2025, οι εξελίξεις και στα δύο μέτωπα παραμένουν ιδιαίτερα ανησυχητικές. Συγκεκριμένα, σημειώνονται σφοδρές μάχες, σώμα με σώμα, στην περιοχή του Ποκρόβσκ και ολονύκτιοι βομβαρδισμοί πλήττουν ακόμη και το Κίεβο, δείχνοντας ότι η ένταση όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά κλιμακώνεται. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ και η Ρωσία επαναφέρουν διπλωματικές επαφές με στόχο τον τερματισμό της σύγκρουσης, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να στηρίζει οικονομικά την Ουκρανία ώστε να διατηρηθεί η λειτουργία του κράτους.
Στη Γάζα, παρά την εκεχειρία που είχε ανακοινωθεί, οι ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις συνεχίζονται και πλήττουν κατοικημένες περιοχές, με την ανθρωπιστική κρίση να χειροτερεύει. Η βία επεκτείνεται σε περισσότερα σημεία, όπως στο βόρειο τμήμα της Γάζας και κοντά στα σύνορα με τον Λίβανο, ενώ οι απώλειες αμάχων παραμένουν υψηλές.
Σε αυτό το περιβάλλον πολλαπλής αστάθειας, ο ρόλος της Τουρκίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η Άγκυρα αξιοποιεί και τις δύο κρίσεις για να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα. Από τη μία παρουσιάζεται ως διαμεσολαβητής στην Ουκρανία και από την άλλη αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο για τη Γάζα. Η τουρκική πολιτική φαίνεται να έχει έναν σαφή στόχο, την αναγνώριση της Τουρκίας ως κεντρικής δύναμης στην Ευρασία και την Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα, η πολυπολική εποχή φέρνει προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες. Η χώρα μας ενισχύει τις σχέσεις της με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, επενδύει στην άμυνα και στοχεύει να γίνει πυλώνας σταθερότητας και ενεργειακός κόμβος στην περιοχή. Σε περίοδο αβεβαιότητας, η διπλωματική της στάση και η ενίσχυση του αποτρεπτικού της ρόλου παραμένουν προτεραιότητες.
Συνολικά, οι κρίσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια, αλλά σημάδια μιας βαθύτερης μετάβασης του διεθνούς συστήματος σε μια πολυπολική πραγματικότητα, όπου η ισχύς δεν συγκεντρώνεται πια σε έναν κυρίαρχο πόλο, αλλά διαμοιράζεται σε πολλούς δρώντες. Η νέα αυτή τάξη χαρακτηρίζεται από αστάθεια, ρευστές συμμαχίες και συνεχή ανακατανομή ισχύος, που επηρεάζουν άμεσα περιφερειακά περιβάλλοντα, όπως η Ανατολική Μεσόγειος. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καλείται να παίξει ενεργό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας, ενεργειακός κόμβος και κράτος πρώτης γραμμής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ η Τουρκία προσπαθεί να αξιοποιήσει την αναδιάταξη ισχύος για να ενισχύσει τη δική της περιφερειακή θέση. Το ζητούμενο για την ελληνική πλευρά είναι σαφές. Η Ελλάδα θα πρέπει να εξασφαλίσει μία ενιαία στρατηγική, με ισχυρή αποτροπή και αποτελεσματική διπλωματία, αξιοποιώντας τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της, διότι σε έναν κόσμο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν διαρκώς, η ασφάλεια και η ισχύς δεν παρέχονται, αλλά κατακτώνται.
Η Μαρία-Κωνσταντινιά (Μαριτίνα) Βεζυρτζή είναι πολιτικός επιστήμονας και αναλύτρια διεθνών συγκρούσεων και ασφάλειας, με σπουδές στο University of Kent και στο Brussels School of International Studies (BSIS). Έχει εμπειρία σε ασκήσεις επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ και είναι ενεργό μέλος του ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.


