Η αξέχαστη εκδρομή
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Μου έμεινε αξέχαστη εκείνη η εκδρομή στη Βουλγαρία επί προεδρίας Ζίβκωφ και κομου-νηστικού συστήματος. Και πώς να χορταίναμε, όταν εμφανίστηκε κάποιος μπάρμπα Κώτσιος, με ένα καροτσάκι και μερικά σάμαλι, για να θρέψει χίλιες και μια ψυχές! Είχε σχηματιστεί τέτοια ουρά, πολύ μεγαλύτερη κι από αυτή του Λεμούριου!
Ανεργία μηδέν. Πώς να υπήρχε άλλωστε όταν σαράντα γυναίκες σκούπιζαν μια πλατειούλα σαράντα επί σαράντα! Φανταστείτε να ήταν τα σαράντα παλικάρια!
Καταλύσαμε συλλογικά… με το σύλλογο Μεγάλου Σειρηνίου στον ένατο όροφο του ξενοδοχείου Μόσκβα, εκτός από κάποιο ζευγάρι. Εκείνο ανέβηκε ατομικά, και με μεγάλη καθυστέρηση, στον ένατο όροφο με τα πόδια. Να και ο λόγος:
Όλη την ώρα κατέκρινε το κομουνιστικό σύστημα γιατί είχε πληρώσει κάποια λεβ (κλέβ τα έλεγε ο ίδιος) σε διάφορα μουσεία κλπ. Οπότε του είπα ένα μυστικό. Πως ακόμα κι αν ουρήσεις, πληρώνεις στα κομουνιστικά καθεστώτα! To δεύτερο μυστικό θα το δείτε αμέσως.
Όταν ο γραμματέας με την σύζυγό του έφτασαν ασθμαίνοντες στον ένατο όροφο, η ερώτηση απορία ήταν κοινή από δεκάδες στόματα:
«Μπάρμπα Νάσιο! Γιατί δεν ανεβήκατε με το ασανσέρ!».
«Μας είπι του Μπακούλι πως είνι ακριβό!». Όχι που θα τον χάριζα.
Το Μπακούλι τον εκδικήθηκε επειδή το είχε δηλώσει εύπορο, με αποτέλεσμα να μην φάει ένα πιάτο φαγητό στο Π.Ι.Κ.Π.Α όταν ήτανε γυμνασιόπαιδο. Παρόλα αυτά, είχε επινοήσει ένα έξυπνο μενού για να τρώει καθημερινά διαφορετικό γεύμα. Την μια μέρα έτρωγε τυρί με αβγά, και την επομένη αβγά με τυρί!
Κι αφού μαζευτήκαμε όλοι οι Σειρηνιώτες στο τεράστιο χολ του ξενοδοχείου, να και η Γερμανίδα με την βαλίτσα στο χέρι, σαν τον παράξενο ταξιδιώτη.
Ρώτησε εάν γνώριζε κάποιος γερμανικά και βρέθηκαν αρκετοί. Μεταξύ αυτών και ο Κώστας Μπαλντούμης. Ο κρεοπώλης.
Τον παρακάλεσε να της ανοίξει την βαλίτσα, αλλά δεν τα κατάφερε. Το κλειδί ερχότανε γύρω. στο κενό. χωρίς να απομανδαλώσει την κλειδαριά.
Δοκίμασαν αρκετοί, μεταξύ αυτών κι ο αδερφός μου ο Χρήστος. Τίποτα πάλι. Οπότε λέω στον Κώστα να πει στην Γερμανίδα ίχ! Εγώ! Πως ήμουνα και κλειδαράς. Της το είπε, και η κατήφειά της μετατράπηκε άρδην σε ενθουσιασμό. Να τι άλλο είπα στον Κώστα για να της πει. Πως εγώ, Αλεξάντερ! Γόρδιος δεσμός δηλαδή. Και μόλις το άκουσε η χαρά της δεν περιγραφόταν.
Σκύβω! Βάζω τα δάχτυλα του δεξιού χεριού μέσα από το καπάκι, και για να μην ντροπιαστώ θα έβαζα όση δύναμη είχα! Φοβήθηκα μήπως ήταν δερμάτινη!
Η καημένη με κοιτούσε με αδημονία και προσδοκούσε το άνοιγμα με αγωνία γκραν γκινιόλ.
Πριν όμως κάνω την προσπάθεια του ανοίγματος, απευθύνομαι πάλι στον Κώστα και του λέω:
«Κώστα! Πες της πως η βαλίτσα καπούτ!» Μήπως γνώριζα κι άλλη γερμανική λέξη!
Την απάντηση μου την έδωσε νωρίτερα η γερμανίδα, αφού το καπούτ της ήταν τόσο οικεία λέξη!
«Για για, καπούτ χερ!». Το, για για, μην το κολλήσετε και την περάσετε για καμιά γριούλα! Ήταν νέα και πεντάμορφη. Να την πιεις στο ποτήρι που λέει και ο λαός μας. Προσοχή όμως! Μόνο το νερό! Το ποτήρι δεν το πίνουν!
Τραβώ με δύναμη το καπάκι, σηκώνεται η βαλίτσα μέχρι τον ουρανό, και πριν προσγειωθεί γεμίζει το χολ με τα πάντα όλα!… Λες και είχε κάνει ανατροπή απορριμματοφόρο. Ρούχα, καλυντικά, κραγιόν, κιλότες, κολόνιες σπασμένες, οδοντόκρεμες, πετσέτες, φανελάκια πιτζάμες κλπ.
Με πόση χαρά τα μάζευε η καημενούλα! Λες και ήταν βαλανίδια. Κι ενώ εγώ ένιωθα δράστης, κι απολογούμενος για την ζημιά, την ακούω να ξεφωνίζει περιχαρής:
«Τάγκεσεν, τάγκεσεν, τάγκεσεν!»
«Τάγκεσεν τάγκεσεν, αλλά η βαλίτσα μπίτισεν!» της είπα με πόνο ψυχής!
«Για για…» Και συνέχισε να μαζεύει τα διάσπαρτα πράγματά της.
Οπότε απευθύνομαι στον διερμηνέα λέγοντας:
«Κώστα! Πες της σε παρακαλώ τι θα πει μπίτσι! Σχόλασε! Να πάρει άλλη!»
Τόσο ευτράπελο ήταν το άνοιγμα της βαλίτσας.
Κι εγώ, για να επανορθώσω το ανέβασμα του μπάρμπα Νάσιου στον ένατο όροφο με τα πόδια, του κέρασα μια ούρηση, δίνοντας ένα ντάλαρς, αφού ήταν όλα του κομουνισμού τόσο ακριβά!…
Να τι άλλο θα μου μείνει αξέχαστο που κι αυτό είχε να κάνει με την πάταξη της ανεργίας.
Το χαρτί υγείας της τουαλέτας δεν ήταν κρεμασμένο δίπλα στον τοίχο, αλλά περασμένο στο δάχτυλο (δείκτη) της κυρίας η οποία ήταν επιτετραμμένη έστω και άνευ χαρτοφυλακίου. Κι όταν έπιανες την μια άκρη του χαρτιού και το τραβούσες, ήταν σαν να έγρενες μαλλί.
Να τι άλλο πρόσεξα. Πώς εάν ο πελάτης ήταν κάποιος γέρος, μόλις αράδιαζε μισό μέτρο, ή και λιγότερο, το έκοβε με μια καρατιά τάε κβοντό. Εάν όμως επρόκειτο για κάποιον νέο και όμορφο, του επέτρεπε να το κόψεις ο ίδιος. Μα και στις τουαλέτες γλύψιμο! Αίλαιως!
Υ.Γ. Αψευδής μάρτυρας του ευτράπελου περιστατικού είναι ο Νασιόπουλος Γιώργος. Ο λεωφοριούχος. Να τι μου λέει όταν συναντιόμαστε, αντί για καλημέρα:
Τάγκεσεν τάγκεσεν, αλλά η βαλίτσα μπίτισεν!


