Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

συμπλευση

Euromedica

euromedica ygeia

vandal

 Ανθρώπινη ζωή κι αυτή!…  

Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας

Ποιος είπε την ειρωνική αυτή κουβέντα; Ο σκύλος; Μα αφού τα σκυλιά δεν γνωρίζουν ελληνικά! Ούτε και από τεχνητή νοημοσύνη! Μάλλον την είχε υπονοήσει  με τρία άτονα, γαβ γαβ γαβ, όλο θλίψη!     

Ο Χρήστος Κανταρόπουλος με τον Γιώργο Τσαμπαρλή, οι δυο καλοί φίλοι, περπατούσαν ανήμερα Χριστουγέννων της προηγούμενης χρονιάς στην παραλία της  Θεσσαλονίκης, αναπολώντας ταυτόχρονα τα φοιτητικά τους χρόνια.

Και ξαφνικά βλέπουν στα αριστερά τους ένα γεροντάκι, το οποίο μόλις είχε σηκωθεί από το μουσκεμένο στρώμα, να ασχολείται με την πρωινή καθαριότητα. Μη φαντασθείτε πως τίναζε τα κλινοσκεπάσματα, σκούπιζε τα χαλιά του, και αέριζε τα υπνοδωμάτια! Ένα παγκάκι, το οποίο επείχε θέση κρεβατοκάμαρας, ήταν όλα κι όλα τα υπάρχοντά του. Όσο για σκέπασμα, ας είναι καλά η κυρία που του χάρισε παλτό!   Το χαλάκι, και μοναδικό αξιόλογο κομμάτι της προίκας του, ήταν απλωμένο στο διπλανό παγκάκι. Του το είχαν καταβρομίσει αποβραδίς κάποια σκυλιά, κι αφού το έπλυνε στη βρύση του διπλανού πάρκου το άπλωσε για να στεγνώσει. Πώς όμως;  Ξημέρωσαν Χριστούγεννα και η υγρασία με την παγωνιά το είχανε κάνει κόκαλο.

Για να μην λερωθεί κι ο ίδιος, και κυρίως για να νιώθει το σπίτι του καθαρό  ανήμερα της μεγάλης αυτής χριστιανικής γιορτής να τι έκανε. Μάζευε μέσα σε μια σακούλα νάιλον τις βρομιές των σκυλιών, χρησιμοποιώντας για γάντι κάποια άλλη, και τα πετούσε στον παρακείμενο κάδο απορριμμάτων.

Οι δυο φίλοι κοντοστάθηκαν και παρακολουθούσαν την προσωποποιημένη δυστυχία του άστεγου αυτού ανθρωπάκου. Κι όση ώρα το άμοιρο γεροντάκι μάζευε τα σκουπίδια, είχε το κουράγιο ακόμα και να τραγουδά την άπονη ζωή! Όταν όμως επέστρεψε στο παγκάκι, την υπαίθρια κουζίνα του, και διαπίστωσε πως τα σκυλιά τού είχανε αρπάξει το πρωινό, τότε έχασε μαζί με την υπομονή του και τα όσα φιλοζωικά αισθήματα του είχανε απομείνει. Τα αδέσποτα της περιοχής, παρότι ομοιοπαθή, δεν σεβάστηκαν το κολατσιό του. Άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που το μοιραζόταν μαζί τους. Και μην φαντασθείτε πως το μπρέκφαστ… αφορούσε βούτυρο με μέλι, μελάτα αβγά, φρέσκο γαλατάκι κλπ! Μισή κονσέρβα, η οποία του είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, ήταν όλο κι όλο το πρωινό του! Δεν αποκλείεται να την είχε ξεκλέψει κι από κάποιο σκυλί! Από μια κλεφτή ματιά που έριξαν οι φίλοι σε κάποιο παρακείμενο άδειο κονσερβοκούτι διάβασαν και τη μάρκα της σκυλοτροφής. Οπότε, πολύ άδικα διαμαρτυρόταν. Εάν όμως αυτή που του πήρανε τα σκυλιά ήταν ανθρώπινη, ποιος ξέρει μπροστά από πόσα χρόνια θα είχε λήξει!…

Κι ενώ οι δυο φίλοι είχαν χορτάσει θλίψη και συμπόνια για το γεροντάκι, και ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν τον πρωινό περίπατο, τράβηξε την προσοχή τους κάποιο άλλο ενδιαφέρον επεισόδιο.

Μόλις ο γέρος είδε μερικά σκυλιά να περνάνε από δίπλα του, και το ένα από αυτά να κατουράει το χαλί του, σηκώνοντας το δεξί πόδι, το απείλησε πετώντας του μια πορτοκαλόφλουδα την οποία πήρε από καταγής. Να ήταν από φρούτο του γέρου! Απίστευτο! Οπότε το προπηλάκισε κι από πάνω λέγοντας:

            «Αχ βρομόσκυλο άμα σε πιάσω, που μου κατούρησες το χαλί!…».

            «Εσύ πού καθορείτε… βρε βρομόγερε;» του είπε η μια από τις δυο κυρίες οι οποίες περνούσαν με τα σκυλάκια τους δίπλα από το παγκάκι.

            «Δεν έβρισα τα σκυλιά σας καλέ κυρία, αλλά αυτό που μου καθόρισε… το περσικό… χαλί!».

            Το ένα από τα δυο σκυλάκια έστρεψε το κεφάλι του προς το γεροντάκι, και με αισθήματα οίκτου και συμπόνιας φάνηκε να είπε:

            «Ανθρώπινη ζωή κι αυτή!…».

            Οι δυο φίλοι ακολούθησαν τις κυρίες διακριτικά, και από τις λίγες κουβέντες που έπιασαν κατάλαβαν πως επρόκειτο περί νεόπλουτων αρχοντοχωριατισσών. Η μια μάλιστα είπε στην φίλη της πως είχε κανονικό δωμάτιο για το σκυλί της, επιπλωμένο, με καλοριφέρ, και πως το είχε στολίσει για να νιώσει κι ο Τζακ της χαρούμενος τις Άγιες αυτές ημέρες.

Μόνο αν τον άφηνε ελεύθερο να τρέξει για να βρει καμιά φιλενάδα σε κάποια σκυλοπαρέα, τότε και μόνο τότε θα ένιωθε χαρούμενος, ευτυχισμένος, και σαν στο σπίτι του, μονολόγησαν οι δυο φίλοι, αλλά τολμούσα να της το προτείνουν έναρθρα!

            Η κυρία Λούλα συνέχισε για τη διατροφή του ζώου, κι όταν άκουσαν πως ο Τζακ της τρελαινόταν για μπον φιλέ, και χωριάτικα λουκάνικα, έμειναν άναυδοι!

            Όμως, ό, τι δεν είπαν στις κυρίες το είπαν στο γεροντάκι επιστρέφοντας στο παγκάκι. Αμέσως είδαν στο πρόσωπό του μια χαρά και μια ικανοποίηση, ίσως, επειδή συμφωνούσαν απόλυτα μαζί του. Μα πιο πολύ που με την ευκαιρία αυτή συντήρησε τα ελληνικά του. Δεν ήταν ξένος, αλλά ποιος χαράμιζε τον πολύτιμο… χρόνο του να πιάσει κουβέντα με ένα ρακένδυτο περιθωριακό τύπο. Είχε τόση όρεξη για κουβέντα, που δεν άφηνε δευτερόλεπτο να πέσει! Μάλλον φοβόταν μην τυχόν τον παρατούσαν  και έφευγαν! Κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν είχαν τέτοιο σκοπό, ξεθάρρεψε και τους είπε:

            «Αν σας πω την αιτία που άλλαξα φύλο… κι από κύριος Κροίσος έγινα κυρία Κρίση σίγουρα θα με λυπηθείτε. Η κυρία Κρίση μου πήρε την επιχείρηση, το σπίτι, την σύζυγο, τα παιδιά, το αμάξι, και τώρα κοιμάμαι στο ξενοδοχείο των 5 αστέρων… καταχείμωνο! Κι ας είναι συννεφιά! Ευτυχώς που έχω κι αυτό το χαλάκι! Ακόμα και πέντε λεπτά να με πάρει ο ύπνος είναι αρκετά να γίνω Αλαντίν και να γυρίσω εναέρια τα κάλαντα!…

            «Μπράβο χιούμορ ο παππούς, και δεν του φαίνεται!…». Ψιθύρισε ο Γιώργος.

            «Πώς σε λένε παππού;» είπε ο Χρήστος.

            «Χρήστο, αλλά έχω κάτι χρόνια να ακούσω το όνομά μου. Ακόμα κι όταν το λέω σε κάποιον αστυνομικό, όταν με μαζεύει, εκείνος με προσφωνεί σκατόγερο…».

            «Χρόνια πολλά. Γιορτάζεις σήμερα! Πόσων χρονών είσαι παππού;».

            «Πόσο με κάνεις;».

            «Πάνω από εβδομήντα…».

            «Κι όμως, είμαι κάτω από εξήντα! Μέσα σε πέντε χρόνια έχασα άλλα είκοσι χωρίς να τα ζήσω».

            «Τόσο είμαι κι εγώ παππού!…».

            «Αν όμως εσένα σε πουν παππού θα σε κακοφανεί. Έτσι δεν είναι;».

«Και δεν κρυώνεις στο παγκάκι κύριε Χρήστο!» Άλλαξε κουβέντα!

            «Κρυώνω αλλά εδώ, όσο και να ναι, έχω κάποια ασφάλεια. Αλλού με κλέβουν οι ναρκομανείς, με δέρνουν οι μεθυσμένοι, με διώχνουν οι κυρίες, με διαολοστέλνουν οι νοικοκυραίοι. Άστα να παν!…».

            Βεβαίως και είχε ασφάλεια στο παγκάκι της παραλίας. Πόρτα ασφαλείας… συναγερμό… αδέσποτα σκυλιά, τα οποία του αποπατούσανε την κουρελού, τρώγανε το πρωινό του κλπ. Μόνο που, να, εάν καμιά φορά τον έπαιρνε πολύ βαριά ο ύπνος, η υπηρεσία αφύπνισης του συμπεριφερότανε αγενέστατα. Κάποια από τα ποντίκια δεν του τραβούσανε μόνο το αφτί, για να ξυπνήσει, αλλά του το τρώγανε κιόλας!…

«Άνθρωποι και ποντίκια…» είπαν οι δυο φίλοι και συνέχισαν με ευχές:

            «Καλά Χριστούγεννα φίλε Χρήστο,!».

            Πριν αποχωρήσουν τους έσφιξε τόσο γερά το χέρι, κι όταν τους κοίταξε βαθιά μέσα από τα υγρά του μάτια, είδαν και τα δικά τους περισσότερο βουρκωμένα!

            Αν είχε κι ο Χρήστος ένα σκυλίσιο σπίτι… σαν κι αυτό του Τζακ, σίγουρα θα περνούσε ευτυχισμένα Χριστούγεννα.    

            Ξαφνικά κοντοστάθηκε δίπλα τους κάποιος κύριος, κι αφού δάγκωσε το κάτω χείλος του είπε συγκινημένος:

            «Ανθρώπινη ζωή κι αυτή!…».

Λες και είχε διαβάσει κι αυτός την σκέψη του Τζακ!

Y.Γ Αν ο καθένας μας, με τον τρόπο του, κατορθώσει να δώσει λίγη χαρά, ή ένα χαμόγελο στα χείλη ενός πληγωμένου και φτωχού παιδιού, κι ενός άστεγου, τότε μπορεί να καυχιέται πως θα περάσει τα ωραιότερα Χριστούγεννα. Γιατί μόνο η αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας στοχεύει, νομοτελειακά, στην αυτοπραγμάτωση!