Τέως αντάρτης !
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Εάν ακούσω την λέξη αντίσταση, ακόμα κι αν αφορά ένα ανταλλακτικό από πλυντήριο πιάτων, μελαγχολώ. Κι αυτό, επειδή μου θυμίζει την Εθνική Αντίσταση! Και η Εθνική αντίσταση, την φωνή της φουκαριάρα της μάνας μου η οποία μας είπε:
Κάντε παιδιά μ’ μια αίτησ’ να πάρου κι ιγώ του ιπίδουμα απ’ τ’ν Εθνική τ,ν Αντίσταση! Άμα ήξιρνα γράμματα δε θα σας παρακαλούσα. Ούτι στα νήπια πήγα!
Να τι άλλο είπε η μάνα σε μένα και στον αδερφό μου:
Η Γιώργινα πήρι ένα κακό παράδις! Πιντοχίλιαρα, χιλιάρικα, ικατοστάρικα, πινιντάρια, δικάρκα, ακόμα κι λιανόματα. Ξέρ’ γράμματα, κι ας είνι κουμουνίστρια! Μοναχιάτσ’ έκαμι τ’ν αίτησ’ Ακόμα κι τσ’ παράδις ξερ’ κι τσ’ μιτράει μια μια!
Τελικά δεν της κάναμε το χάρη, αν και ο πατέρας μας είχε πολεμήσει πολύ σκληρά κατά των ιταλών και των γερμανών στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, και μάλιστα είχε τραυματιστεί. Θεωρήσαμε πως πολέμησε ως πατριώτης για την πατρίδα, και όχι ως μισθοφόρος για συμφέροντα άλλων χωρών! Όπως εκείνοι μακριά στην Κορέα!
Ούτε και την σύνταξη του ΟΓΑ πρόλαβε να χαρεί τελικά ο πατέρας μου, αφού είχε πεθάνει το 1978 σε ηλικία μόλις 64 ετών!
Όσοι είχαν κάποιο αξίωμα στα χρόνια της δικτατορίας, όπως οι πρόεδροι των κοινοτήτων κλπ, δεν δικαιούνταν σύνταξη εθνικής αντίστασης. Παρότι είχαν κι αυτοί πολεμήσει τον κατακτητή. Αρκετοί από αυτούς δεν γνωρίζανε τι είναι η δικτατορία!
Ποιος ήταν αυτός, όντας ομοϊδεάτης κομματικά με τους δικτάτορες, ο οποίος θα αρνούνταν κάποιο κυβερνητικό πόστο, και με την γνωστή μόρφωση εκείνης της εποχής! Ακόμα κι αυτό του κοινοτικού συμβούλου! Άρα, κάποιοι θεώρησαν πως δεν είχαν δικαίωμα να αρνηθούν την οποιαδήποτε κυβερνητική θέση. Φοβούνταν ακόμα και να αρνηθούν να υπηρετήσουν τη δικτατορία από κάποιο κυβερνητικό πόστο! Αν όμως κάποιοι χουντικοί γίνανε αργότερα νομάρχες, βουλευτές, και υπουργοί, φταίνε, όπως πάντα, οι τούρκοι και εβραίοι!…
Θα συμφωνούσα απόλυτα με τον αποκλεισμό από το επίδομα της Ε.Α αυτών των χωρικών, εάν δεν έβλεπα τότε καθημερινά την κατάφωρη αδικία στο καφενείο του χωριού μου. Κάποιοι, οι οποίοι είχαν επιστρέψει από την Τσεχοσλοβακία, μετά την άνοδο του πασοκ στην εξουσία, προκαλούσε συνεχώς με τη συμπεριφορά τους. Με δυο συντάξεις, μία από την Σ.Ε. και μια από την Ε.Α. έπιναν τις μπίρες σαν νερό, και προπαγάνδιζαν υπέρ του κομουνισμού. Μιλούσαν για τα πλάνα τα οποία έθετε το κόμμα στους συντρόφους για να πάει η χώρα μπροστά. Πλάνα τα οποία πλάνεψαν, με πλάνην οικτράν, αρκετούς αφελείς! Ανθρώπους οι οποίοι είχαν πιστέψει πως, όταν ο κομουνισμός θα έφτανε στην ολοκλήρωσή του, τότε ο λαός δεν θα είχε καν ανάγκη το χρήμα, και ούτε κάποιας λογής εξάρτηση από αυτό! Θα ήτανε ικανοποιημένος και ευτυχισμένος δια βίου!
Να ποιο ήταν το λάθος. Αυτό το οποίο είχε κάνει κι ο Δημιουργός. Είχε βάλει δηλαδή τόση απληστία στο μυαλό τού τελειότερου από τα δημιουργήματά του, ώστε να μην χορταίνει χρήμα και πλούτη! Και η ισότητα να τρέμει την ανισότητα!… Να και η ατάκα του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου: Να ψοφήσει η γίδα του γείτονα!…
Να γιατί ο κομουνισμός χαρακτηρίστηκε ως κορυφαία ουτοπία του εικοστού αιώνα! Ενώ το μόνο κράτος το οποίο επιμένει στον ορθόδοξο κομουνισμό, δια βίου, είναι η Β. Κορέα με εκείνο το βλαμμένο παιδοβούβαλο!
«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί ουδέποτε ντερλικωθήσονται, και εις ψάθαν θνήσκονται!». Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πάντα!
Όταν άκουσε ο εν λόγω κομουνιστής χωριανός μας, πως κάποιοι κάνανε αιτήσεις για σύνταξη από τον ΟΓΑ, μια και δυο στο γραφείο της κοινότητας:
«Καλημέρα κυρ Νάσιου! Θέλου να μι κάν’ς κι ιμένα μια αίτησ’ για να πάρου σύνταξ’ απού τουν ΟΓΑ!».
«Αχά Στέργιου. Ένα λιπτό! Τι σύνταξ’ θέλεις; Κομουνιστικιά ή βασιλικιά;».
«Ας είνι κι απ’ τις δυο! Δε μι πειράζ!». Προσβλέποντας σε μια μεγαλύτερη!
Ο γραμματέας συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία του στην αίτηση, του είπε να την υπογράψει, κι αφού την έβαλε σε ένα φάκελο, του την έδωσε να την ταχυδρομήσει.
Έφυγαν όλες οι αιτήσεις, ήρθαν οι συντάξεις, κι ο Στέργιος ακόμα να πάρει δραχμή. Κάνει ένα τηλέφωνο διαμαρτυρίας. Του απαντάνε πως δεν είναι γεωργός.
Στέλνει έγγραφη διαμαρτυρία στο υπουργείο, και του στέλνουν την αίτησή του σε φωτοτυπία. Όντως ο Στέργιος είχε δηλώσει πως δεν ήταν γεωργός. Τι είχε δηλώσει! Μήπως είχε κάνει ο ίδιος την αίτηση-δήλωση για να το γνωρίζει!
Μια και δυο στο γραμματέα διαμαρτυρόμενος, αν και ιμιτασιόν χριστιανός:
«Έλα δω ρα Νάσιου! Τι έγραψις στ’ν αίτησ’; Δεν είμι γιουργός; Τι είμι! Διαυθυντής Τράπιζας!».
«Καλώς του Στέργιου!».
«Τι ιπάγγιλμα μ’ έγραψις ιδώια! Τέους Αντάρτης!… Κι τι θα πει τέους!».
«Θ’κιασ’ δεν είνι η υπογραφή κυρ Στέργιου!».
«Θ’κι αμ’ είνι, αλλά άμα ήξιρνα γράμματα δε θα υπόγραφτα μι σταυρό! Κι τι θα πει τέους δε μι λιες; Σι ξαναρώτσα!…».
«Βασιλιάς κυρ Στέργιου! Εσύ δεν είπες πως θέλ’ς και τις δυο τις συντάξεις;».
«Άμα ήξερνα ότι ου βασιλιάς είνι κι Τέους, θα σι άρπαζα απ’ του σβέρκου!».
«Αυτά έκαμέτι στα β’νά γι αυτό σας ξινόμ’σαν μι τουν κουμουνισμό μαζί!».
«Κι ιγώ ου καψιρός πιριμένου σύνταξ’!».
«Βασιλκιά δεν είπις θέλ’ς; Δεν άξις που του βασιλιά τουν λεν κι Τέως! Τέως Βασιλεύς! Κι ισένα σ’ έκαμα Τέως αντάρτης! Αργούν αυτές οι συντάξεις Στέργιου!… Οι βασιλικές παράδις κουστίζουν ακριβότιρα…».
«Μι είπαν να μι καν’ς άλλην αίτησ’ κι να βαλ’ς ιπάγγιλμα γιουργός!».
«Να γράψου ψέματα κι να πάου φυλακή! Πότι δούλιψις στ’ γιουργία Στέργιου δε μι λιες! Μια ζουή κόσιβις στα β’να για να μας φερ’ς του μπουλσιβίκου!… Κι τώρα χαλέβς να πληρώσ’ η Ιλλάδα τα κουλχόζια σας! Ά!…».
Ο Στέργιος πήγε σε δικηγόρο, του έκανε την νέα αίτηση, κι όλα καλά. Είχε προηγηθεί η σύνταξη της εθνικής αντίστασης από την Ρωσία. Ήρθε, έστω και αργά, η σύνταξη του ΟΓΑ, κι ο μπάρμπα Στέργιος κατέβαζε τις μπίρες σαν να ήταν νερό από την βρύση! Και δώσ’ του κομουνιστική προπαγάνδα. Οπότε του πέταξε κάποιος την γνωστή ατάκα:
«Στέργιου! Ιδώ τρως κι πιν’ς, κι αλλού… Ισύ ξέρ’ς που του διν’ς…».
Κάποια μέρα είχα την περιέργεια να μάθω την κομματική του πορεία του Στέργιου. Οπότε τον ρωτάω ευθέως:
«Μπάρμπα Στέργιο! Θέλω να μου πεις την αλήθεια. Ήσουνα κομουνιστής πριν από το μεγάλο πόλεμο, και βγήκες στο βουνό για να διώξεις τον κατακτητή και να φέρεις την δημοκρατία; Αν θέλεις με απαντάς!».
Δεν πρόλαβε να μου απαντήσει γιατί τον είχε πιάσει γλωσσοδέτης. Οπότε πετάγεται ο Θύμιος Σιούμπουρας, κάποιος άλλος χωριανός μου, και μου λέει:
«Ποιος αντάρτης μωρέ και παραμύθια! Μάης (ΜΑΥ- Μονάδες ασφαλείας υπαίθρου) ήταν και τον άρπαξαν από το σπίτι οι αντάρτες με το σώβρακο!»…
«Τι λέει ο Θύμιος κυρ Στέργιο; Είναι αλήθεια! Ήσουνα οπλίτης των ΜΑΥ!».
«Έτσι ήταν οι παλιοκαταστάσεις τότε» προσπάθησε να τον δικαιολογήσει ένας ξάδερφός μου συγγενής εξ αχρηστίας… με το κυρ Στέργιο. Οπότε άκουσε κι αυτός τα εξ αμάξης από μένα:
«Εσύ ξάδερφε, για ποιο λόγο παίρνεις σύνταξη; Αν θυμάμαι καλά τότε ήσουνα μόλις δώδεκα χρονών: Μήπως μπέρδεψες το χιονοπόλεμο με τον πόλεμο του ‘40!».
Ούτε κι αυτός είπε κουβέντα. Απλώς έβαλε το δείκτη κατά μήκος της μύτης του! Από ποιον κρυβόταν, αφού όλοι γνωρίζανε πως είχε τσεπώσει ήδη την εθνική αντίσταση!
Τι σπατάλες κι εκείνα τα δίσεκτα… χρόνια! Όλα τα πιτσιρίκια κουβαλούσαν πολεμοφόδια… Όλες οι κοπέλες με τις γυναίκες έπλεκαν κάλτσες και φανέλες για τους αντάρτες! Όλοι οι άντρες είχανε γίνει επαναστάτες και κυνηγούσαν τον οχτρό.
Οπότε, δίνω κι εγώ ένα μπόνους στο μπάρμπα Στέργιο για την αντίστασή του:
«Κατάστημα! Δώσε στο μπάρμπα Στέργιο ό, τι θέλει, εκτός από μεγάλη μπίρα ή μεγάλη ρετσίνα!».
«Τότε φέρε μου δυο μικρές μπίρες!…». Πάλι την πάτησα!…
Υ.Γ. Κι εσύ λαέ βασανισμένε άκουσε τι θα σου πω.
Ξέχνα όλες τις μπαρούφες, μην ξεχνάς τον Ωροπό!


