Μακάβριος συνειρμός…
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Όλα ξεκίνησαν από την καινοτομία του νέου παπά στο χωριό μας. Να κάνει δηλαδή το μαύρο όχημα, (με τo φέρετρο μέσα στο πορτ μπαγκάζ), τρεις στάσεις μέχρι το κοιμητήρι.
Αλήθεια! Πόσο κοντά είναι το φέρετρο με την φράση: φέρε τρω! Ακούσατε ποτέ αυτήν την προστακτική από νεκρό! Άκου φέρε τρω! Τρώει ο πεθαμένος; Κάτι άλλο μπορεί να κάνει…
Νεκρός ήταν κάποιος παππούς, θεός σχωρέστον! Ο Θεός θα τον συγχωρήσει, σίγουρα, αλλά εμένα με τον ξάδερφό μου ποιος θα μας συγχωρήσει, αφού είχαμε μετατρέψει την κηδεία σε επιθεώρηση!
Ο θόρυβος της μηχανής ακουγότανε στο ριλαντί σχεδόν, αφού η Ferrari του κυρίου Παρασκευά δεν πήγαινε ούτε με τρία χιλιόμετρα την ώρα. Να λοιπόν γιατί το σύρσιμο των ποδιών του συρφετού ακουγότανε πιο πολύ και από τη μηχανή. Και με μια βιασύνη, πέρα για πέρα ακαταλαβίστικη. Λες και σε λίγο θα θάβαμε σκυλί!
Ξαφνικά αρχίζει να ψιχαλίζει. Παρόλα αυτά έγινε η πρώτη στάση με συνοδεία τους γνωστούς ψαλμούς. Αλλά και με μια διαφορά, αφού τώρα γινότανε υπαίθρια. Να και η πρώτη απορία μου:
«Ξάδερφε! Γιατί κοκάλωσε η Φερράρι! Μήπως αναβιώνει την στάση του Νίκα;».
«Μη λες βλακείες! Σταμάτησε στα Πιτ… για να αλλάξει γόμα! Ψιχαλίζει!…».
Ακολούθησαν ξεκαρδιστικά γέλια.
«Δεν ντρέπεστε λιγάκι! Τι πίτες είναι αυτές πάλι» μας έκραξε ένας παππούς.
Προχωρήσαμε μπροστά, αντί να μείνουμε πίσω, για να δούμε την Φερράρι και να την σχολιάσουμε εκ του σύνεγγυς!
Τι λέτε να ήταν αυτό το οποίο αντικρίσαμε! Το νούμερο κυκλοφορίας της μαύρης μερσεντές ήταν PIT! Τι σύμπτωση!… Κι αφού δεν μπορούσαμε να σοβαρευτούμε, βουλώσαμε τα στόματά μας με την παλάμη και τρέξαμε βιαστικά στην ουρά! Να και το πόρισμα από κάποια γριούλα:
«Τα καημένα! Δεν άντεξαν και ξέσπασαν στο κλάματα!» είπε μια γιαγιά.
«Μόνο! Μάλλον θα κάνουν και εμετό!». είπε κάποια γυναίκα.
«Άμα δεν ξαναείδαν κηδεία, είναι φυσικό κι επόμενο κυρά Ματούλα!».
«Αμ δεν είναι ούτε φυσικό κι ούτε επόμενο Κλεοπάτρα μου. Δεν έκλαιγαν αλλά γελούσαν!»
Μα τέτοια σύμπτωση! Να έχει η νεκροφόρα αριθμό κυκλοφορίας:PIT!
Πώς να σοβαρευόμουν όταν με ρώτησε ο ξάδερφος, αν η Φερράρι είχε κάποια συγγένεια με τον Μπράντ Σπίτ!… Οπότε τον διορθώνω: Μπράντ Πιτ τον λένε!
Θέλετε και μια φοβερή παρομοίωση από τον ξάδερφο Χρήστο; Ακούστε την!
«Ξέρεις ξάδερφε τι μου θυμίζουν τα σκαρπίνια του πεθαμένου! Τους δίδυμους πύργους! Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει ακριβώς, αλλά όταν βλέπω τα μυτερά σκαρπίνια του φτωχού νεκρού στο φέρετρο, ο νους μου πάει κατευθείαν τους δίδυμους πύργους! Αν θέλεις πες το και μακάβριο συνειρμό!».
«Κι εμένα το ίδιο μου συμβαίνει ξάδερφε! Οι ομοιότητες είναι πάρα πολλές. Οι δίδυμοι πύργοι ήταν ισοϋψείς, όπως και τα σκαρπίνια!».
«Με την διαφορά όμως, πως οι δίδυμοι πύργοι γίνανε αυθημερόν οικόπεδο. Ενώ τα σκαρπίνια του φτωχού θα γιορτάσουν αρκετές ακόμα επετείους!».
Ίσως κάποιοι από τους συγχωρημένους να φορούσαν τσαρούχια στα παιδικά τους χρόνια. Αργότερα λαστιχένια παπούτσια και μπότες. Όταν όμως φύγανε για το μακρινό ταξίδι, και το οποίο δεν έχει γυρισμό, τους φορέσανε παπούτσια ελβιέλα ή μεταχειρισμένα αντίντας κάποιου εγγονού!
Μου έχει τύχει να δω κωμωδία χωρίς να γελάσω. Από τις 11-9-2001 όμως και μετά πολύ δύσκολα να αποφύγω το γέλιο σε κηδεία. Πείτε το βίτσιο!… Εννοείται πως ο νεκρός είναι κάποιος μακρινός συγγενής και γέρος. Ακόμα και η ημερομηνία αυτή λειτουργεί συνειρμικά στο μυαλό μου κάπως έτσι: 11! Mια ποδοσφαιρική ομάδα!
Γίνομαι σαφής: Τα δυο κάθετα δοκάρια του αριθμητικού έντεκα νομίζω πως μοιάζουν καταπληκτικά με τους δίδυμους πύργους! Σε τι; θα μου πει κάποιος. Μα κι αυτά είναι δίπλα δίπλα και ίσα! Καταλάβατε πιστεύω για ποιους πύργους μιλάω. Γι αυτούς τους οποίους χόρεψε ο Μπιν… Λάτεν… τον Κοζανίτικο χορό έντεκα μέχρι τελικής πτώσεως!… Κυριολεκτικά! Τι σύμπτωση κι αυτή να λέγεται κι ο χορός 11! Και ταλοιμπάν και ταλοιμπάν!…
Κι όμως, η παρομοίωση αυτή δεν μου λέει τίποτα! Εκείνη όμως που με κάνει να γελώ στις κηδείες είναι τα σκαρπίνια του νεκρού. Ίδια οι δίδυμοι πύργοι!
Ο καημένος ο Νάσιος Ζίγρας δεν είχε φορέσει ποτέ στη ζωή του κουστούμι. Ούτε καινούρια παπούτσια. Ούτε και στη γιορτή του φόρεσε ποτέ καλά ρούχα. Παλιότερα όμως φορούσε τσαρούχια με ιλέκια… Κι αν καμιά φορά ο καιρός ήταν άστατος, άντε και κάτι τρύπια λαστιχένια της Ελβιέλα! Έλβι!… έλα να δεις μοντέρνο άνθρωπο να τραγουδάει το ‘‘μπήκαν τα γίδια στο μαντρί’’ σε ροκ.
Λες και περιμένανε να πεθάνει, για να τον ντύσουν γαμπρό τον καψερό με καινούριο κοστούμι, ξένο φυσικά, κι αν του ερχότανε και λιγάκι μεγαλούτσικο δεν πειράζει. Λες και θα περπατούσε για να πατήσει τα παντζάκια του! Τα παπούτσια όμως ήταν ολοκαίνουργια. Μοσχοβρομούσαν πλαστικό, πιο πολύ κι από το βασιλικό! Με τις μύτες να τρυπάνε τον ουρανό έμοιαζαν καταπληκτικά με πυραύλους έτοιμους για εκτόξευση. Και με κάτι φαιές σόλες, εντελώς απερπάτητες!… Ήταν τα μοναδικά παπούτσια που ο συγχωρημένος δεν τα φόρεσε ούτε λεπτό ζωντανός. Του τα είχανε πάρει μόλις αρρώστησε και τα είχαν κρυμμένα για ώρα ανάγκης!… Ούτε σαν πρόβα γαμπρού!… Ξέρανε οι δικοί του το νούμερο. Αλλά κι αν τον πατούσαν λιγάκι δεν επρόκειτο να του κάνουν κάλους! Ήταν τα μόνα παπούτσια τα οποία θα παλιώνανε νωρίτερα από τις πλαστικές σόλες. Εκτός κι αν οι δρόμοι της παράδεισος… είναι χαλικόστρωτοι.
Όμως, σε καμιά περίπτωση δε βάζουν στους νεκρούς παντοφλέ παπούτσια. Εκείνα τα κορδόνια, δεμένα φιόγκο, παραπέμπουν σε γατάκι παιχνίδι… Είναι μια καινοτομία κι αυτή. Ίσως για να μην του βγαίνουν όταν αρχίσει να αδυνατίζει… Δεν παίρνω και όρκο!
«Τα πάντα εν σοφία εποίησας» μας είπε ο καθηγητής όταν ήμασταν μαθητές.
Να τι άλλο μας είπε ο Θεολόγος. Πώς τα πάντα τα δημιούργησε ο Θεός!
«Και τον Θεόν ποίος εποίησεν;». Τον ρώτησα με ένα τόνο απορία.
Να και η απάντηση:
«Τώρα Μπάκα, με κόλλησες στον τοίχο».


