Λουί βουητόν…
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Η γκρίνια της κυρά Παγώνας με την κόρη της Λουί (χαϊδευτικό της Λουίζας) είχε πάρει διαστάσεις καβγά. Αιτία; Η απαίτηση να της πάρει η μάνα της τη μοντέρνα τσάντα μάρκας Λουί Βιτόν. Κι όταν η γκρίνια ήταν τηλεφωνική, τότε ακουγότανε μόνο οι φωνές της μάνας. Ενώ η γιαγιά Λουίζα, ο μοναδικός ακροατής, έπαιρνε πάντα το μέρος της εγγονούλας της. Να κι ο απ’ ευθείας διάλογος μεταξύ μάνας και μάνας… Όπως λέμε: Κράμερ εναντίο Κράμερ!
«Πόσου καμ’ αυτήνια η τσιάντα μωρ’ θυγατέρα. Πάρ’την κι θα τ’ν πληρώσω ιγώ μι τ’ σύνταξ!».
«Εσύ μάνα, καλά θα κάνεις να μην επεμβαίνεις, γιατί θα τα ακούσεις καμιά μέρα. Και θα δώσεις δύο χιλιάδες ευρώ για μια παλιοτσάντα!».
«Κινούφργια θα είνι κι όσου θέλ’ ακριβή!».
Η γιαγιά έβαλε με τρόπο το χέρι μέσα στο μαξιλάρι, πήρε τα δυο χιλιάρικα, και της τα έδωσε. Η Παγώνα όμως είδε τα χιλιάρικα της λέει:
«Πού τα βρήκες αυτά τα λεφτά μάνα;».
«Να μη σι νοιάζ!».
«Με αυτά δεν αγοράζουμε ούτε το λουρί. Δεν πιστεύω να έχεις κι άλλα λεφτά κρυμμένα!».
«Να μη σι νοιάζ’ θυγατέρα μ’!…».
«Το ξέρεις πως αυτά τα λεφτά δεν περνάνε τώρα! Καταργήθηκαν εδώ κι ένα χρόνο! Τώρα περνούν μόνο τα ευρώ. Μήπως έχεις και τίποτα ευρώ κρυμμένα!».
«Να μη σι νοιάζ’».
Η κυρά Παγώνα έψαξε στο μαξιλάρι, φανερά, και έβγαλε δυο χιλιάδες ευρώ. Οπότε λέει στην μάνα της:
«Γι αυτό μάνα δεν με άφηνες να πλύνω την μαξιλαροθήκη! Τέλος πάντων. Αν έχεις κι άλλα λεφτά σε ευρώ να μας το πεις».
Όταν το καλοκαίρι είχε έρθει η φοιτήτρια Λουί για διακοπές, ο μαχαλάς πήρε φωτιά από την γκρίνια. Μέχρι που κάποια μέρα την έσβησε η γιαγιά μια για πάντα. Έδωσε στην εγγονή της τα δυο χιλιάρικα, σε ευρώ αυτήν την φορά, και η εγγονή της έδωσε δυο φιλιά αφού πήρε την πολυπόθητη τσάντα Λουί Βουητόν! Έτσι την έλεγε η μάνα της γιατί, κάθε φορά που η κόρη απαιτούσε αυτήν την τσάντα, βούιζαν τα αφτιά της από την στενοχώρια!…
Κάποια μέρα η τσάντα Βιτόν είχε εξαφανιστεί από το σπίτι. Ποιος να την είχε πάρει! Ξεσήκωσαν τη γειτονιά. Ποιον άλλον να ρωτούσαν, αφού η γιαγιά είχε πάει να μαζέψει ώριμα αχλάδια για να κάνει το πετιμέζι που άρεσε πολύ στην εγγονούλα της!
Όλη η γειτονιά είχε μαζευτεί στο σπίτι της κυρά Παγώνας. Και να η γιαγιάκα φορτωμένη με μια τσάντα η οποία την έκανε να γέρνει αριστερά από το βάρος της. Τρέχει η Λουί και τι να δει! Την Λουί Βιτόν να στάζει χυμό αχλαδιού! Ήταν να μην τα πάρει κρανίο! Πιάνει την γιαγιά από τον ώμο, και καθώς την ταρακουνάει για την ιεροσυλία που είχε κάνει, να χρησιμοποιήσει δηλαδή την πανάκριβη τσάντα για τορβά, την ρίχνει κάτω και η γιαγιά χτυπάει στο κεφάλι της.
Στο νοσοκομείο την συνέφεραν οι γιατροί, αλλά δεν είχε ξεφύγει εντελώς τον κίνδυνο.
Η εγγονή της πήγε να την δει και την ώρα που την φιλούσε, η γιαγιά της είπε ένα πανάκριβο μυστικό στο αφτί. Να γιατί η Λουί αποχώρησε τρισευτυχισμένη.
Το πανάκριβο, ήταν τα δέκα χιλιάρικα σε ευρώ και τα οποία είχε κρυμμένα η γιαγιά της πίσω από το εικόνισμα της Παναγίας. Τα λεφτά αυτά έφταναν να πάρει πέντε τσάντες Λουί Βιτόν.
Έτρεξε αμέσως στην αγορά και πήρε την ακριβότερη τσάντα Λουί Βαιτόν… Πριν όμως κάνει τα υπόλοιπα ψώνια, πέρασε από το νοσοκομείο να ευχαριστήσει τη γιαγιά της.
Δυστυχώς όμως δεν θα την προλάβει ζωντανή! Η γιαγιά δεν θα ακούσει το τελευταίο ευχαριστώ από την εγγονούλα της! Θα ακούσει όμως η Λουί την τελευταία κουβέντα της γιαγιάς από την νοσοκόμα, η οποία της είχε κλείσει τα μάτια! Να τι της είπε:
«Αδερφή! Έχω την καλύτερη εγγονούλα του κόσμου. Δεν με έσπρωξε και δεν έφταιξε σε τίποτα το πουλάκι μου! Σκόνταψα! Να με φιλήσει ήθελε το χρυσό μου. Κι αν την δικάσουν για κάποιο φταίξιμο, θέλω να πας μάρτυρας υπεράσπισης αδερφή! Κοίτα να μην ξεχ…».
Η σπασμένη φράση ήταν αυτονόητη. Η γιαγιά θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην αγκαλιά της νοσοκόμας.
Η Λουί, κάθε φορά που θα βλέπει την λερωμένη τσάντα, μάρκας Λουί Βιτόν, θα βουίζουν τα αφτιά της από τις τύψεις. Να γιατί με όλα τα υπόλοιπα λεφτά θα της κάνει έναν αξιοπρεπέστατο τάφο. Έναν τάφο μάρκας… που θα τον ζηλεύουν ακόμα και οι πεθαμένοι!…
Όταν οι γείτονες του χωριού, και όχι μόνο, είδαν το φονικό όργανο σε τσάντα, να τι είπαν: Αυτή είναι η περιβόητη τσάντα Λουί Βιτόν! Και ποιος δεν θα την έπαιρνε για να μαζέψει αχλάδια! Άκου έχει δυο χιλιάδες ευρώ! Ούτε τρία ευρώ δεν θα έδινα!
Η κουβέντα όμως η οποία παραπέμπει στην παροιμία: Θα σου μάθω εγώ πόσα απίδια παίρνει ο σάκος, θα διασκευαστεί, θα εκμοντερνιστεί και θα γίνει: Τώρα θα σε μάθω εγώ πόσα απίδια παίρνει η τσάντα Λουί Βιτόν!
Κι αφού τα απίδια της γριούλας ήταν παραφτασμένα, έσπασαν και το ρεκόρ χωρητικότητας…
Υ.Γ Κατάντια κι αυτή της λερωμένης τσάντας, Λουί Βιτόν, να είναι γεμάτη κεριά και λαμπάδες στο κοιμητήρι:
Μες στο κοιμητήρι
Αχ πικρή βροχή
Κάνε να μη σβήσει
Ετούτο το κερί
Κι ούτε ένα λουλύδι
Να μη μαραθεί
Δεν την σκοτώσαν
Έχει κοιμηθεί. Ζουλφού Λιβανελί
29-7-24, ώρα: 0450 Γιαγιά! Καλό ταξίδι για τον κόσμο τον καλό. Κι εμείς ακόμα καλύτερο, για το Τολό


