Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

center

Euromedica

euromedica ygeia

Γιάννης Μακρυγιάννης: μια ελληνική καρδιά (μέρος 4ο)

Του Στέργιου Πουρνάρα, φιλολόγου

Προέδρου Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Π.Ε. Γρεβενών

                                                                1824: η εμπλοκή του στους εμφυλίους πολέμους

                Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα και τη δράση του Μακρυγιάννη το 1824, όπως αυτός τα αφηγείται στο κεφάλαιο 6 του πρώτου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του. Ενώ προχωράει η έρευνα και η μελέτη για αυτόν τον μεγάλο Έλληνα, διαβάζοντας παράλληλα την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αλλά και άλλες απόψεις και γνώμες, διαπιστώνω ότι τελικά, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε με τους μεγάλους άντρες, έχουν διαμορφωθεί δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις για τον Ρουμελιώτη αγωνιστή και πατριώτη: η μια τον αποθεώνει και τον εξυψώνει (Βλαχογιάννης, Σεφέρης, Θεοτοκάς, Βενέζης, Ελύτης, Κακριδής), ενώ η άλλη τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να τον αποδομήσει και να τον απομυθοποιήσει ( Βερέμης, Ραφαηλίδης). Διάβασα πρόσφατα στο περιοδικό LIFO στο άρθρο του Γιάννη Πανταζόπουλου 25/3/2019: «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης διαχρονικά εκφράζει την ελληνική ψυχή και ενσαρκώνει τα ιδανικά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της γενναιότητας. Αυτός όμως «ο αγράμματος στρατοκόπος ενός μεγάλου βίου», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Σεφέρης, ήταν τελικά η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού ή ένας καιροσκόπος που επιζητούσε προσωπικά οφέλη; Ένα ισχυρό σύμβολο και πατριδοφύλακας του νεότερου ελληνικού κράτους ή μια αμφισβητούμενη και υπερτιμημένη προσωπικότητα;».

Σίγουρα η κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να διαβάζει και να ερμηνεύει με το δικό της τρόπο την ιστορία και τις ιστορικές προσωπικότητες, αλλά η κάθε ερμηνεία πρέπει να βασίζεται σε μαρτυρίες και σε στοιχεία και αυτό δεν συμβαίνει με την περίπτωση του Μακρυγιάννη, γιατί όσα του προσάπτονται είναι μάλλον εικασίες. Στο τελευταίο άρθρο που θα αποτιμήσουμε την προσωπικότητα του θα τα σχολιάσουμε όλα αυτά αναλυτικά. Προς το παρόν θέλω να πω ότι είναι ο Έλληνας με τις όποιες αδυναμίες και τα ελαττώματα, με τον τραχύ χαρακτήρα και την οργή του, που ήταν αρματολός – μισθοφόρος, αλλά «ο ευγενέστατος των μισθοφόρων » κατά τον Βλαχογιάννη ο οποίος ποτέ δεν μπήκε σε φατρίες και σε κόμματα και δεν κινήθηκε από προσωπικά και ιδιοτελή συμφέροντα και φιλοδοξίες. Ήταν εύπιστος και μάλλον αφελής θα λέγαμε, άπειρος από πολιτική και γι’ αυτό, όταν ασχολήθηκε με τα κοινά είχε κάποια αστάθεια και δοκίμασε, επειδή απογοητευόταν, πολλούς πολιτικούς, στον αγώνα του για δικαιοσύνη και δικαίωση των αγωνιστών που ζούσαν οι περισσότεροι σε άθλια κατάσταση. Έκρινε πολλές φορές αυστηρά και ίσως άδικα κάποιους συναγωνιστές του, όπως εξάλλου και ο ίδιος το παραδέχεται στον πρόλογο. Αρκέστηκε όμως στους βαθμούς και στο μισθό που του έδωσε η πατρίδα για τις υπηρεσίες του και στο μυαλό του είχε πάντοτε το πατριωτικό συμφέρον και όχι μόνο την ατομική ευδοκίμηση, γι’ αυτό έτρεχε πρόθυμα όπου υπήρχε ανάγκη με κίνδυνο της ζωής του και εισέπραξε τόσες πληγές που τον ταλαιπώρησαν την υπόλοιπη ζωή του και τελικά τον οδήγησαν στο θάνατο. Αυτό θα αποδειχτεί τόσο από τη δράση του στους εμφυλίους πολέμους, όσο και από τις μάχες του κατά του Ιμπραήμ και του Κιουταχή.

                Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Πελοπόννησο ο Μακρυγιάννης ως στρατιωτικός συντάχθηκε με τον Κολοκοτρώνη, γιατί υπέφωσκε μία αντιζηλία ανάμεσα σε πολιτικούς και στρατιωτικούς από τα δύο προηγούμενα έτη της Επανάστασης. Όμως γρήγορα διαπίστωσε με τη διορατικότητά του ότι οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί είχαν βλέψεις αποσχιστικές από την κυβέρνηση και ως Ρουμελιώτης κατάλαβε ότι δεν ήταν καλοδεχούμενος εκεί. Έτσι τον Μάρτιο του 1824, αφού αμφιταλαντεύτηκε αρκετά, συντάχτηκε με την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη. Όπως γράφει και ο ίδιος: «Σε ολίγες ηµέρες µαθαίνω ότι εις την Πελοπόννησο άνοιξε φατρία ο Κολιόπουλος κι’ άλλοι µε της Κυβερνήσεως το µέρος και οι Ντεληγιανναίγοι, Ζαϊµης, Λονταίγοι µε τ’ άλλο. Ρωτάµε εµείς τι πράµα είναι αυτή η φατρία (δεν την ξέραµε εις την πατρίδα µας αυτείνη την λέξη, ξέραµε όµως “άλλες προκοπές, καπεταναίικες). Μας λένε• “”Μεράστηκαν οι καλοί πατριώτες ” “να προκόψουν την πατρίδα””• -κι’ όλος ο τόπος γιοµάτος Τούρκους. Με” διατάζουν τότε κ’ εµένα να πάρω τους ανθρώπους µου και να πάγω µε το µέρος της Κυβέρνησης, να ‘περασπίζωµαι το Εκτελεστικόν (από τ’ άλλο µέρος ήταν το Βουλευτικόν). Με το Βουλευτικόν ήταν το δίκιον και η πατρίδα. Οι άλλοι ήθελαν να ρουφούνε τα εθνικά και µάλλωναν. ∆εν ήξερε κανείς τι να κάµη. ‘Ηµουν άµαθος από τέτοια». Αυτή του η κίνηση σίγουρα κατακρίθηκε από τους φίλους στρατιωτικούς, αλλά ο Μακρυγιάννης έκανε αυτή την επιλογή, επειδή κατάλαβε ότι έπρεπε αυτή η ανταρσία να τελειώσει το γρηγορότερο και να επέλθει η ειρήνη και η ομόνοια, γιατί οι Τούρκοι ανασυντάσσονταν. Θεώρησε λοιπόν πατριωτικό του χρέος να συμβάλει, όπως και έκανε, στην καταστολή της.

Έτσι πήγε πρώτα στην Τριπολιτσά εναντίον του Κολοκοτρώνη και των Πελοποννησίων την οποία απέκλεισε για είκοσι ημέρες και στη συνέχεια σε άλλες δύο μάχες νίκησε μαζί με τον Χατζηχρήστο τις αντίπαλες δυνάμεις οι οποίες προσπαθούσαν να καταλάβουν το Ναύπλιο. Ύστερα από όλα αυτά οι οπαδοί του Κολοκοτρώνη αποσύρθηκαν στην Καρύταινα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη, που επικράτησε στην πρώτη φάση του εμφυλίου, εγκαταστάθηκε οριστικά στο Ναύπλιο. Για τις υπηρεσίες του ο Μακρυγιάννης τιμήθηκε πρώτα με τον βαθμό του χιλίαρχου και ύστερα του αντιστράτηγου. Σε μια συνάντησή του με τους Ρουμελιώτες καπεταναίους κατόρθωσε να τους μεταπείσει να συνταχθούν με το μέρος της κυβέρνησης. Ο μόνος που δεν δέχτηκε ήταν ο Οδυσσέας ο οποίος αποσύρθηκε στα λημέρια του. Ακολούθησε μια πεντάμηνη ειρηνική περίοδος ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, αλλά ο Μακρυγιάννης, ενώ κανείς άλλος δεν δέχτηκε, πήγε με εντολή της κυβέρνησης για την προστασία της Ύδρας η οποία βρισκόταν σε κίνδυνο από τις τουρκικές ναυτικές δυνάμεις που είχαν βγει στο Αιγαίο. «Η διαγωγή αυτού εν τη νήσω εξόχως τιμά αυτόν» τονίζει ο Γ. Βλαχογιάννης, γιατί έγινε πραγματικός προστάτης της και αποσόβησε τα έκτροπα που παρά λίγο να συμβούν ανάμεσα στους Νησιώτες και τους Στεριανούς. Γι’ αυτό αγαπήθηκε πολύ τους Υδραίους οι οποίοι τον επόμενο χρόνο που πέρασε από το νησί τραυματίας από τη μάχη των Μύλων του επεφύλαξαν πολύ θερμή υποδοχή.

                Τον Οκτώβριο του 1824, όταν γύρισε από την Ύδρα, ξεσπά για δεύτερη φορά ο εμφύλιος πόλεμος και αμέσως έλαβε εντολή να μεταβεί στην Τριφυλία της Αρκαδίας μαζί με τον Παπαφλέσσα να τιμωρήσει τους αντάρτες. Ενώ πραγματικά τους φέρθηκε πολύ σκληρά για να επιβάλει την τάξη, την επόμενη χρονιά που επιτέθηκε ο Ιμπραήμ, οι ίδιοι κάτοικοι ζήτησαν τον Μακρυγιάννη ως πολιτάρχη. Τον Νοέμβριο πήγε στην Αθήνα και έπεισε τον Γκούρα και τους Ρουμελιώτες να μεταβούν στην Πελοπόννησο εναντίον των ανταρτών. Στρατηγός πια ο Μακρυγιάννης συνέβαλε αποφασιστικά στην καταστολή του νέου κινήματος και έτσι έληξε αυτή η ολέθρια περίοδος των εμπαθών διαιρέσεων κατά την οποία δοκιμάστηκε σκληρά ο πατριωτισμός του. Όποιος θέλει περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτή τη μελανή σελίδα της ιστορίας μας μπορεί να ανατρέξει στο 6ο κεφάλαιο την Απομνημονευμάτων του.

Θα ήθελα όμως κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο να δούμε τη γνώμη του Μακρυγιάννη για τους πρωταγωνιστές του εμφυλίου. Για τους Πελοποννήσιους είναι πολύ επικριτικός και πιστεύω ότι είναι άδικος τουλάχιστον για τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα που πρόσφεραν πολλά στην επανάσταση, ο πρώτος τα τρία πρώτα χρόνια αλλά και προεπαναστατικά και ο δεύτερος ένα χρόνο μετά με τη θυσία του στο Μανιάκι, όπου προσκλήθηκε να συμμετάσχει και ο Μακρυγιάννης, αλλά αρνήθηκε λόγω ακαταλληλότητας της θέσης. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει λόγω της αντιπαλότητας που αναπτύχθηκε μεταξύ τους εξαιτίας του εμφυλίου. Στον επίλογο βέβαια εξυμνεί και επαινεί και τον Κολοκοτρώνη και τον Ανδρούτσο για τη πολύ σημαντική προσφορά τους και θεωρεί υπεύθυνους για τη στάση τους στους εμφύλιους πολέμους τους «εκλαμπρότατους» πολιτικούς που ακολουθούσαν την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Τον Νικηταρά όμως, παρόλο που του έστειλε τελεσίγραφο και τον απειλούσε, τον συμπαθούσε πολύ και τον θεωρούσε αγνό και τίμιο πατριώτη. Τον Γκούρα και τους Ρουμελιώτες τους κατηγορεί με δριμύτητα, γιατί δεν αρκούνται μόνο στο λουφέ (μισθό), αλλά αρέσκονται και στο πλιάτσικο, μια αρχαία συνήθεια λόγω της φτώχειας των κατοίκων της Ρούμελης. Ο ίδιος προσπαθούσε πάντοτε να αποτρέπει τους στρατιώτες του από αυτή την συνήθεια, ειδικά εναντίον των Ελλήνων, αλλά δεν το πετύχαινε πάντα, γιατί κάποιοι ατακτούσαν βλέποντας τους άλλους: «Οι άτιμοι οι στρατιώτες μου…η διαγωγή των ήταν θάνατος διά εμένα» λέει με μεγάλη πίκρα για ορισμένους στρατιώτες του που «γύμνωσαν» τους κατοίκους ενός ελληνικού χωριού και τους τιμώρησε παραδειγματικά . Ο Μακρυγιάννης πάντως ούτε περιουσία έκανε παράνομα ούτε άλλες υλικές ωφέλειες είχε από τον εμφύλιο. Το μόνο που κέρδισε ήταν οι τιμητικοί βαθμοί και ο νόμιμος μισθός που δεν καταβαλλόταν πάντοτε και πολλές φορές αναγκαζόταν να πληρώσει εξ ιδίων τους άντρες του. Στο τέλος με μεγάλη πίκρα αναφέρεται στον θάνατο του δύστυχου Οδυσσέα, για τον οποίο κατηγορεί τον Κωλέτη, που διέφθειρε με χρήματα τον Γκούρα για σκοτώσει τον αντίζηλό του.

Άφησα για το τέλος το λόγο του Μακρυγιάννη προς τους αντάρτες της Τριφυλίας στην Αρκαδία ύστερα από τη σύγκρουση μαζί τους, με τον οποίο προσπαθεί να τους νουθετήσει και να τους πείσει ότι χρειάζεται να υπάρχει μια Διοίκηση και να υπακούσουν στους νόμους, όπως γίνεται σε όλα τα πολιτισμένα κράτη. Εξηγούνται έτσι και τα κίνητρα που τον οδήγησαν να συνταχθεί με το μέρος της κυβέρνησης: «Τότε τους µίλησα και τους έδωσα λόγον της τιµής και κατέβηκαν κι’ “ανταµωθήκαµε οι αρχηγοί τους και πολλοί από αυτούς. Τους είπα• “”Αυτό ” το έθνος σήκωσε ντουφέκι του Σουλτάνου -και δεν το υπόταξε. Εσείς θα “το υποτάξετε και δεν θέλετε ∆ιοίκησιν; Και ποίον έθνος χωρίς διοίκησιν ” “και νόµους ευδοκίµησε και δεν εχάθη; Κ’ εµείς χωρίς νόµους δεν πάµε οµπρός•” και δεν µας γνωρίζουν και τ’ άλλα τα έθνη. Θα µας λένε κλέφτες και παντίδους. Και οι Τούρκοι δεν χάθηκαν µε τους ντόπιους εκείνους οπού σκοτώσετε εσείς κ’ εµείς• ήρθαν εις την Ρούµελη νέγοι Τούρκοι και, καθώς τρωγόµαστε, θα µπούνε κ’ εδώ• και θα σας πατήσουνε αυτείνοι τα γερά (ιερά) σας χώµατα, οπού φωνάζετε οπού σας τα πατήσαµεν εµείς. Εµείς είµαστε συνάδελφοί σας κ’ ‘Ελληνες. Κι’ αν δεν µάθετε γνώση, θα τα πατήσουν αυτείνοι και θα χαθήτε κ’ εσείς κ’ εµείς. -Είναι η Πελοπόννησο, µου λένε, “όλη αναντίον σας και θα κάµωµε δική-µας ∆ιοίκηση. -Στοχάζεστε; τους ” λέγω. Σας κουβεντιάζω ως χριστιανός, ότι θα πάθετε• ότι η Κυβέρνηση έχει τόσα στρατέµατα, Καρατασσαίους, Καραϊσκάκη, Σουλιώτες κι’ άλλους πολλούς κι’ από τ’ άλλα τα µέρη τα έξω. ‘Οτι δεν κάψαν τα σπίτια τους εκείνοι κι’ όλη η Ρούµελη δια-να σκοτώσετε εσείς δυο ψωρότουρκους ντόπιους και να µας κάνετε κάθε στιµή νόµους κ’ εφύλιους πολέµους και φατρίες δικές-σας. Και θα µπούνε µέσα όλοι αυτείνοι κι’ αν δεν βαίνετε εσείς γνώση, θα σας βάλωµε εµείς. Συναχτήτε ‘σ ένα µέρος κ’ έρχοµαι µ’ έναν άνθρωπον “µόνον να σας µιλήσω και είστε νοικοκυραίοι να κάµετε ό,τι αγαπάτε”».

                                                                                                                                                (συνεχίζεται)