Ο πρώτος πειρασμός
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
O Νίκος Καζαντζάκης έγραψε τον τελευταίο πειρασμό το έτος 1955. Κι εγώ έγραψα τον πρώτο μου πειρασμό το 1959! Έναν πειρασμό τον οποίο αντίκρισα στο ζαχαροπλαστείο του κυρίου Χαρίλαου Μπατζή «ο Κρίνος». Από την ημέρα εκείνη και μετά, για να πάω στο σχολείο, περνούσα από τον πεζόδρομο όπου βρισκότανε και τα γλυκά στη βιτρίνα. Κι ας μην ήταν στην διαδρομή μου. Μου αρκούσε που τα γευόμουν νοερά!
Αργότερα έμαθα πως τα λέγανε πάστες και σοκολατίνες. Και τι δεν θα έδινα για να απολαύσω κάποια από αυτές! Η βουλιμία μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Επρόκειτο για την επιβεβαίωση της παροιμίας η οποία λέει: Φάτε μάτια ψάρια κλπ.
Κάποια από τις πρώτες μέρες που κατέβηκα στην πόλη, για να φοιτήσω στην Α’ γυμνασίου, μπήκα στο βιβλιοπωλείο του κυρίου Παπανικολάου, το οποίο βρισκόταν κάτω από την πλατεία, για να κάνω τα σχολικά μου ψώνια.
Ξαφνικά βλέπω ένα πενηντάρικο στον κάλαθο των αχρήστων! Μια ολόκληρη περιουσία, τηρουμένων των αναλογιών. Ήθελα τόσο πολύ για να το κλέψω, αλλά πώς, χωρίς να με πάρει χαμπάρι ο βιβλιοπώλης! Και αρχίζω τις αγορές:
«Θείο; Θέλω ένα μολύβι!»,
«Ορίστε! Τι σκέφτεσαι; Θέλεις και κάτι άλλο;».
«Το ξέχασα…»
Και ήταν φυσικό, αφού ο βιβλιοπώλης δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου.
Το πλήρωσα, το πήρα, κι έφυγα.
Είχα ακόμα κάτι ψιλά και σκεφτόμουνα να αγοράσω φθηνά πράγματα, κι από ένα ψηλό ράφι, μπας και κατάφερνα να αρπάξω το πενηντάρικο.
Κι αφού πήρα κάτι κόλλες και μια σβηστήρα, του είπα να με κατεβάσει κάποιο μελανοδοχείο που βρισκότανε σε ψηλό ράφι. Οπότε, τη στιγμή που ο βιβλιοπώλης θα ανέβαινε στη σκάλα να το βουτούσα.
Ο βιβλιοπώλης ψυλιάστηκε κλοπή, κι ανεβαίνοντας στη σκάλα δεν πήρε πάλι το βλέμμα του από πάνω μου. Κι όταν άκουσα την τιμή του, δεν το πήρα και έφυγα.
Στο τρίτο δρομολόγιο μου λέει:
«Δε μου λες μικρέ, γιατί έρχεσαι και ζητάς ένα ένα τόσα πράγματα;».
«Δεν είναι όλα για μένα, αλλά επειδή με βρήκαν μικρό με αγκαρεύουν!».
Η ετυμολογία νόμισα πως με έβγαλε από τη δύσκολη θέση! Αυτήν του κλέφτη των ροδάκινων!
Αφού ακολούθησαν άλλες τρεις αγορές σε ευτελή πράγματα, ο βιβλιοπώλης είχε προσέξει το ύποπτο βλέμμα μου να λοξοκοιτάζει τον κάλαθο με τα σκουπίδια. Οπότε μου λέει:
«Για να μην ξοδευτείς κι άλλο, κι επειδή φαίνεσαι καλό παιδί θα στο χαρίσω».
Έβαλε το χέρι μέσα στο καλάθι και παίρνοντας το πενηντάρικο μου το έδωσε με περισσή απλοχεριά.
Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Ολόκληρο πενηντάρικο δικό μου!… Τώρα θα μπορούσα να κάνω τα ψώνια της ζωής μου, αφού το πενηντάρικο εκείνης της εποχής αντιστοιχούσε με κάποια μεροκάματα!».
Με σάλια τα οποία μόλις συγκρατούσα στο στόμα, από την βουλιμία η οποία είχε προηγηθεί, τράβηξα κατευθείαν για το ζαχαροπλαστείο «ο Κρίνος» του κυρίου Χαρίλαου Μπατζή για να απολαύσω τις λαχταριστές εκείνες σοκολατίνες. Κι αφού λοιπόν στρογγυλοκάθισα αναπαυτικά, σε μια τετράγωνη… καρέκλα, παρήγγειλα δυο σοκολατίνες σαν να ήμουνα τρανός!…
Για πότε τις καταβρόχθισα δεν λέγεται. Οπότε παρήγγειλα άλλες δυο. Κι αφού τις τσάκισα κι αυτές, του είπα να μου τυλίξει δυο πάστες και να κάνει το λογαριασμό.
Την ώρα που τράβηξα το πενηντάρικο από την τσέπη, σαν εξάσφαιρο, για να πληρώσω, μόλις το βλέπει ο κύριος Μπατζής μου λέει:
«Με αυτό θα με πληρώσεις;».
«Γιατί, δεν έχεις ρέστα;».
«Τι προτιμάς τώρα μικρούλη! Να πάρω την αστυνομία ή τον γυμνασιάρχη σου! Η θα μου ορκισθείς πως δεν θα το ξανακάνεις! Το πενηντάρικο αυτό είναι ψεύτικο. Ποιος σου το έδωσε; Είσαι και πονηρός ε; Πήγες να με εξαπατήσεις!».
Μήπως είχα ξαναδεί ποτέ ένα τόσο μεγάλο χαρτονόμισμα! Μόνο με σιδερένια κέρματα και και αλουμινένιες πενταροδεκάρες έκανα τις αγορές μου.
«Με συγχωρείς! Δεν ήξερα πως είναι ψεύτικο! Θα σε πληρώσω με κέρματα». του είπα τρέμοντας.
Μέτρησα, ξαναμέτρησα, τις πενταροδεκάρες που είχα μέσα στην τσέπη μου, αλλά δεν έβγαινε ο λογαριασμός! Με λύπη διαπίστωσα πως δεν έφταναν ούτε και για τα κερασάκια από τις πάστες. Οπότε του λέω:
«Κράτα τις πάστες που μου τύλιξες, δεν θα τις πάρω, αλλά σου ορκίζομαι πως αυτές που έφαγα θα τις πληρώσω το Σάββατο που θα έρθει ο μπαμπάς μου».
«Πάρε τις πάστες και τις πενταροδεκάρες σου παιδάκι μου. Δεν μου χρωστάς τίποτα. Μου φαίνεσαι ειλικρινής. Αλλά άλλη φορά να προσέχεις.
Έσκυψα το κεφάλι μου κατασυγκινημένος και ντροπιασμένος, από την γκάφα μου, ευχαριστώντας την μεγαλοψυχία αυτού του ανθρώπου από τα βάθη της καρδιάς μου. Από τα βουρκωμένα μάτια μου κύλησαν δυο χονδρά δάκρυα, σαν τα κερασάκια από τις πάστες, αλλά καμιά σχέση με τη γεύση τους. Τούτα ήταν αλμυρά!
Δυο δάκρυα καυτά, τα οποία αισθάνθηκα να βγήκαν με τη βοήθεια ενός πολύ πολύ δύσκολου αναστεναγμού… Τα σκούπισα με το μανίκι και φεύγοντας δεν έπαψα να ευχαριστώ τον ευεργέτη μου! Κοιτούσα τις τυλιγμένες πάστες στα χέρια και δεν πίστευα στα μάτια μου πως ήταν αληθινές! Κι όταν απομακρύνθηκα τις είδα κρυφά!
Με ακαταλαβίστικα συναισθήματα τράβηξα βιαστικά για την πολυτελή βίλα μου η οποία είχε ένα δωμάτιο και πολλά ποντίκια! Ήταν οι μουσαφίρηδες οι οποίοι ερχότανε από το βουνό των σκουπιδιών της ρακοσυλλέκτριας Βαρβάρας.
Τι άλλο είχε! Είχε χώμα για πάτωμα. Παγίδες για τα ποντίκια. Πριονίδια για θέρμανση. Μια τσίγκινη λαμαρίνα για να μη στάζει επάνω στο κρεβάτι κλπ.
Τι δεν είχε! Δεν είχε ηλεκτρικό, δεν είχε τουαλέτα, δεν είχε νερό, έπαιρνα από από μια καλή γειτόνισσα κλπ.
Ευτυχώς που υπήρχε πρόσβαση στον ποταμό Γκβάι… στις τέσσερις εποχές του Βιβάλντι! Έτσι είχα βαφτίσει τα αδελφοποιημένα ποταμάκια του Γρεβενίτη και του Δοξανίτη!
Άνθρωποι και ποντίκια! Πόσα γράμματα να μάθαινα εκεί μέσα!
Κι όμως, ως εύπορο… όπως με είχανε χαρακτηρίσει, δεν κατέστη δυνατόν να φάω ένα πιάτο φαγητό στο ΠΙΚΠΑ!
Ευτυχώς είχα και κάτι δωρεάν! Ανοίγοντας το βράδυ το παράθυρο διάβαζα χωρίς να ξοδεύω πετρέλαιο! Η λάμπα του δήμου ήταν κοντά.
Πού να το φανταζόμουν πως μελλοντικά, ως υπάλληλος πλέον της ΔΕΗ, θα συνέβαλα τα μέγιστα στο φωτισμό της πόλης και όλων των χωριών του Νομού!
Να πως προέκυψε ο πρώτος πειρασμός μου και προσπέρασα τον αείμνηστο Καζαντζάκη!
Ας αναπαύεται η ψυχή του ευεργέτη μου Χαρίλαου Μπατζή. Δεν τον ξεχνώ!


