Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

Euromedica

euromedica ygeia

 ΜΑΓΚΙΑ, ΚΛΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΙΑ…

(γράφει ο Θόδωρος Κλωνάρας )

Ο Μήτρος κοιτούσε από το παράθυρο του λεωφορείο σαν χαμένος το κοπάδι, τα γίδια που έβοσκαν στα πρανή του χαμηλού λόφου…

-Πούλα τα πατέρα να ησυχάσεις, πες του και συ μάνα, αντηχούσε η φωνή του γιου του στα αυτιά του.

Μια ζωή τζιομπάνος, πως να ζήσει αλλιώς. Δεν ήταν βέβαια αποκομμένος από την κοινωνική ζωή του χωριού. Όταν ήταν πιο νέος καναδυό φορές τη βδομάδα, αφού έκλεινε νωρίς τα γίδια στο μαντρί, έκανε το μπάνιο του και έβγαινε στο καφενείο. Πάντα έκανε μπάνιο και ξυριζόταν πριν βγει στην πιάτσα. Επειδή ήταν λίγο μελαχροινός έβαζε και νιβέα στο πρόσωπο-να φαίνεται πιο άσπρος. Τη συνήθεια αυτή την είχε υιοθετήσει από την επιστράτευση το ‘74 που είχε γνωρίσει έναν γιατρό. Αυτός του είχε περάσει τη συνήθεια του καθημερινού μπάνιου. Αυτός του είχε κόψει και το τσιγάρο. Και τότε κάπνιζαν στριφτό καπνό και για χαρτί ό,τι έβρισκαν, μέχρι και εφημερίδα.

-Δημητρό το μπάνιο είναι μισή αρχοντιά. Να κόψεις το τσιγάρο είναι διαολεμένο πράγμα αυτό, του ΄λεγε. Τον άκουσε και ευτυχώς παρά το προχωρημένο της ηλικίας του δεν είχε τώρα σοβαρά προβλήματα υγείας…

-Πούλα τα, πούλα τα, τον έφαγε ο γιος του. Πούλησε τα γίδια αλλά δεν ησύχασε, αφού τώρα είχε άφθονο χρόνο. Βέβαια στο χωριό πάντα βρίσκεις κάτι να κάνεις αλλά πάλι του έμενε χρόνος. Ξεκίνησε λοιπόν το καφενείο, αλλά η μυρωδιά της τσιγαρίλας που πότιζε τα ρούχα και τα μαλλιά του, του ήταν ανυπόφορη. Δεν ήταν άμαθος από μυρωδιές -τα ζώα μύριζαν πιο πολύ- αλλά άλλο να βγαίνεις στην πιάτσα μπανιαρισμένος και να σκυλοβρωμάς τσιγαρίλα και άλλο η μυρωδιά των ζώων σου. Άσε που απαγορεύεται και το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους. Ο καφετζής παραπονιόταν αλλά δεν θα μας κόψουν και το τσιγάρο επειδή αυτοί θέλουν να μας υποτάξουν…

Το λεωφορείο έφτασε στο Γρεβενό. Ο Μήτρος πιστός στις συνήθειές του κατευθύνθηκε στο πατσατζίδικο για τον πρωϊνό πατσιά του. Ε, συγγνώμη σούπα στο ρεστοράν πλέον.

-Καλημέρα Κώτσιο πιάσε έναν…

Στο μαγαζί δυο τρεις παρέες. Το μάτι του έπεσε σε δυο κυρίες με μπιζού, φρου-φρου και αρώματα. Ξενομερίτισες του φάνηκαν. Δ ε βαριέσαι σκέφτηκε.

Έκοψε δαγκωσιές το ψωμί και το ΄ριξε στον πατσιά,ξύδι, μπούκοβο και άρχισε να ρουφά…

Φρρ, φρρ, φρρ… Προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, αλλά έχετε φάει ζεστό πατσιά χωρίς να ρουφήξετε; Χάνετε…

Οι κυρίες τον κοίταξαν και σχολίασαν -όχι αρκετά χαμηλόφωνα- μήπως επίτηδες;

-Άκου τον άξεστο,τον τσοπάνη, σιχαμερό…

Έβγαλαν τσιγάρο και άναψαν. Το τασάκι μπροστά τους είχε ήδη δύο γόπες με υπολείμματα κραγιόν. Ο Μήτρος τ’ άκουσε κοκκίνισε, δαιμονίστηκε, αλλά δεν είπε τίποτα. Στα ρουθούνια του έφτασε η μυρωδιά της καμένης γόπας Τις κοίταξε άγρια και τελείωσε τον πατσιά του ήσυχα, ήσυχα. Ηρέμησε. Οι κυρίες ξανάναψαν τσιγάρο… Ο Μήτρος ζήτησε λογαριασμό, σηκώθηκε αργά και περνώντας από δίπλα τους ν’ απόλ’κε μεγαλοπρεπώς: Μπρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ…!

-Σιχαμερέ, βρωμιάρη…

– Έχ’τι δίκιο μ’ αξίζει τιμωρία να φουνάξουμι ν’ αστυνομία.

Οι κυρίες, αφού ρούφηξαν τα αέρια, λούφαξαν. Ο Μήτρος βγήκε από το πατσιατζίδικο και αφού πήρε μια γερή τζούρα φρέσκου αέρα, σκέφτηκε:

-Λες σ’ν Ευρώπ’ να εχ’ν νόμο εκτός απ’ του κάπνισμα και για του κλάσ’μο και να μας τουν φέρ’ν κι ιδώ; Και να φέρ’ν νόμο σιγά μην ισχύσ’...

Κλωνάρας Θόδωρος

Δείτε ακόμα