Θαυμαστά λόγια στα Δημοτικά μας τραγούδια
Πέτρος Χ. Λόλας
Τα δημοτικά μας τραγούδια είναι γεμάτα από θαυμαστά λόγια, λόγιασοφά, συμβολικά, περιεκτικά, νοηματικά, μεταφορικά, αλληγορικά, παρομοιώσεις. Το άρθρο θα αναφερθεί κυρίως στα Ηπειρώτικα με τα οποία ο γράφων είναι ποιο εξοικειωμένος και έχει παιδικά βιώματα, που άφησαν ΄σημάδια΄ όταν τα πρωτοάκουσε μικρό παιδί ακόμα.
Λόγια νοηματικά
«….το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι»(Ξενιτεμένο πουλί)
Λόγια υπερφυσικά-μεταφυσικά
«…τον τρων τα λάφια και ψοφούν, τ’ αγρίμια κι ημερεύουν…» (Αμάραντος), τέτοιες απίστευτες δυνάμεις΄ έχει΄ ο Αμάραντος
«…εσείς βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου, λίγο για χαμηλώσετε…», πρέπει να χαμηλώσουν, και τα βουνά και τα πεύκα, έστω και λίγο «…..να δουν πως πολεμάει Ζιάκας με την τουρκιά..»
Λόγια μεταφορικά
«….πέντε ποτάμια το’ πλεναν και βάψαν και τα πέντε….» (Γιάννη μου το μαντήλι)
«….βασίλισσα των κοριτσιών είναι η μαυροφόρα..» (Έχε γεια Παναγιά).
«….γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει γιέ μου αν ξανανταμωθούμε….»(Ξεχωρίσματα)
«..όποιος πάει στον κάτω κόσμο, άιντε δεν ξαναγυρνά…»(Ο Χάρος)
«…μη με παίρνεις χάρε, μη παίρνεις γιατί δε με ξαναφέρνεις…»(Με γέλασαν μια χαραυγή)Σήμερα τραγουδάμε «…πιες αθάνατο νερό να νικήσεις τον καιρό….»
Λόγια συγκινητικά-πονετικά
«…μαύρα μου χελιδόνια …. λίγο για χαμηλώσετε, να πάρω μια φτερούγα, να πάρω ένα φτερό…»Για να γράψει ένα γράμμα, μια ψιλή γραφή να το στείλει στη μάνα.
«Αχ! Η ξενιτιά το χαίρεται, Τζιβαέρι μου, το μοσχολούλουδο μου…»
Λόγια από μερικά Δημοτικά τραγούδια, που είναι τόσα πολλά και όλα δεν χωράνε εδώ.
Δεν θα είναι υπερβολή αν πει κανείς πως όλα τα δημοτικά μας τραγούδια είναι γεμάτα από τέτοια και ακόμα ποιο θαυμαστά λόγια. «….κάνω την πέτρα πεθερά τη μαύρη γης γυναίκα….»(Παιδιά της Σαμαρίνας), «….να γίνω γης να με πατάς γιοφύρι να περάσεις»(Ξύπνα περδικομάτα μου), «..βασιλικός θα γίνω στα παραθύρι σου…»«…έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μάνα σου…», «…κι’ αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω…» (Άσπρο πουκάμισο), «…αχ έλα μικρή, δεν έρχομαι, μεγάλωσα και ντρέπομαι…» (Της Πάργας), «…και μου ’πε μ’ αναστεναγμό, για της αγάπης τον καημό είσαι μικρός ακόμα…» (Μια βοσκοπούλα αγάπησα).
Η αβάσταχτη τότε ξενιτιά είναι ίσως η ποιο τραγουδημένη. Την ξενιτιά με τα βάσανα, τις πικρές, τους καημούς, τη νοσταλγία, τη ζωή και τα πλούτη εκεί, τις στερήσεις, τον πόνο και την αβάσταχτη μοναξιά με την προσμονή, μέρες, νύχτες και χρόνια πίσω εδώ την πολυτραγούδησαν τα δημοτικά τραγούδια. Πολύ συγκινητικά μάλιστα και με αξιοθαύμαστα λόγια.
«..η ξενιτιά σε χαίρεται…». «…..τι να σου στείλω ξένε μου…..» Αναρωτιέται η καρτερική γυναίκα για να δείξει την αγάπη, την απουσία, την προσμονή.Άλλωστε, δεν έχει παρά μόνο φτωχικά τοπικά πράγματα «….να στείλω μήλο σέπεται ….» Η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης και της λαχτάρας θα είναι τα δάκρυα της «να στείλω και το δάκρυ μου …. το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι».Όλο το τραγούδι είναι και ένα γράμμα, είναι όλη η πίκρα, όλος ο αβάσταχτος πόνος. Και ο ξενιτεμένος διαισθανόντας το τέλος στα έρημα τα ξένα αναστέναξε τον μεγάλο του καημό «….να είχα νερό απ’ τον τόπο μου και μήλ’ απ’ τη μηλιά μου…»Αυτά τα κοινά, τα πεζά, αλλά από την Πατρίδα. Σαν αυτής καμιά άλλη δεν έχει, ούτε η ξενιτιά όπου πρόκοψε.
Τα δημοτικά τραγούδια μαζί με τα βάσανα, τις πίκρες, τους καημούς, τη ζωή στα ξένα μας τραγουδούν και τι ήταν ο ξένος στην ξενιτιά «…στα πλένουν μια, στα πλένουν δυο…… κι’ από τις πέντε κι’ ύστερα τα ρίχνουν στο σοκάκι…»Φορές τον έδιωχναν κιόλας «…πάρε ξένε μ΄ τα ρούχα σου…. και σύρε στην πατρίδα σου…..»
Αλλά και στην πατρίδα ο ξενιτεμένος δεν νοιώθει και καλύτερα. Όταν γυρίζει πίσω ακούει ΄ήρθεο ξενιτεμένος΄. Σαν το ποντιακό «…σα ξένα είμαι Έλληνας και σην πατρίδα ξένος…» Το τραγούδησε και ο Καζαντζίδης. Στα χρόνια μας «…στο Σικάγο μέσα ζει τη λευτεριά …και στην Αθήνα μέσα ζει στην ξενιτιά…»(Ρασούλης)
«Ν αναστενάξω μάνα δε μ ακούς, να κλάψω δε με βλέπεις, Το ποιο πικρό παράπονο ενός ξενιτεμένου που εκεί μακριά στα ξένα κακόπεσε. Και η μάνα πρώτη και πάντα σε κάθε επίκληση. Όμως, ο ξενιτεμένος δε μπορεί να τη φέρει κοντά του «….να στείλω γράμμα για ναρθείς τα έξοδα δεν έχω ….»τόσο κακόπεσε εκεί μακριά στα ξένα.
Τα ξένα τότε ήταν πλανευτικά, μάγευαν τους ξενιτεμένους. Συγκινητικό είναι το ΄Μαύρα μου χελιδόνια΄ «…να γράψω ένα γράμμα και μια ψιλή γραφή να πάει στη μανούλα (αγάπη σε άλλη παραλογή) να μη με καρτερεί…» Τα ξένα με όλα τα καλά, όπως έλεγαν τότε, μάγευαν όχι μόνο πολλούς ξενιτεμένους, αλλάακόμα και τα καράβια «….μαγεύει ωρέ τα καράβια και δεν φεύγουνε…»και ο ξενιτεμένος τραγουδάει τον πόνο του«…με μάγεψε και μένα τον καημένο, ωρέ και δεν έρχομαι …». Το παράπονο όλων των ξενιτεμένων «… όταν κινώ για να ΄ρθω μπόρες και βροχές, κι’ όταν γυρίζω πίσω αχ, ήλιος και ξαστεριές….». Καταγάλανο ουρανό έχει μόνο η Πατρίδα, πως να τον αποχωριστείς!
Ήταν χρόνια μακριά τα ξένα τότε και τα γράμματα δυο μήνες. «Γιάννη μου το μαντήλι σου τι το’ χεις λερωμένο…..» Ήταν βαριά τα ξένα τότε, θύμησες, κλάματα, νοσταλγία, λέρωναν γρήγορα τα μαντήλια. «….το λέρωσε η ξενιτιά, τα έρημα τα ξένα….» Είχαν πολλές πίκρες και βάσανα εκεί, ατέλειωτη και αβάσταχτη προσμονή για χρόνια πίσω εδώ «….πέντε ποτάμια το’ πλεναν και βάψαν και τα πέντε….» Συμβολικά, μπορεί να είναι ένα ποτάμι νερό για κάθε χρόνο ξενιτιάς.
Και η μάνα καταριέται την ξενιτιά «Αχ! Πανάθεμα σε ξενιτιά….Αχ! που πήρες το παιδάκι μου, Τζιβαέρι μου και το ‘κανες δικό σου..» Μεγάλη η στέρηση για τη μάνα.
Τα ΄ξένα΄ όμως δεν ήταν για όλους «…..τα έρημα τα ξένα..»και οι ξενιτεμένοι δεν κακόπεσαν όλοι. Πολλοί έγινα οι μεγάλοι ευεργέτεςτης Πατρίδας.
Και στα χρόνια μας, στις αρχές του 1960 ο τότε Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης είπε το παροιμιώδες « …η μετανάστευση είναι ευλογία Θεού δια τον τόπο…». Για όσους πήγαν στις φάμπρικες της Ευρώπης. Κατά μια έννοια ήταν. Γέμισε η Χώρα με συνάλλαγμα, νέα κουλτούρα και πανάκριβα αυτοκίνητα.
Τα δημοτικά μας τραγούδια είναι γεμάτα από θαυμαστά λόγια, λόγιασοφά, συμβολικά, περιεκτικά, νοηματικά, μεταφορικά, αλληγορικά. «Για ιδέστε τον αμάραντο…. φυτρώνει μες τα δύσβατα, στις πέτρες, στα λιθάρια…». Τα νιάτα έχουν τη ζωή, τη δύναμη, να ξεπερνούν τις δυσκολίες, Ο Αμάραντος, μόνο ο αγέραστος ακόμα νέος μπορεί να «φυτρώνει ….. στις πέτρες, στα λιθάρια..» Ίσως ο ειδικός να έλεγε ΄Τι δωρικά ΄λόγια κι’ αυτά΄ ! Τι θαυμαστά αλληγορικά και μεταφυσικά λόγια «…τον τρων τα λάφια και ψοφούν, τ’ αγρίμια κι ημερεύουν…»πόσο ζωντανή περιγραφή! Πόσο μεταφυσική! Πόσο νοηματική!
Είναι να θαυμάζει κανείς πως στο πέρασμα των χρόνων τα σχεδόν όλα ανώνυμα δημοτικά μας τραγούδια, μεταφερόμενα προφορικά από γενιά σε γενιά και σε παραλογές, περιέχουν ένα τέτοιο ΄πλούτο΄ από σοφά λόγια, νοηματικά για κάθε πτυχή της ζωής. «…το παραθύρι τ ακρινό απόψε μην το κλείσεις..» (Σ΄αφήνω την καληνυχτιά), «έβγα στο παραθύρι σου κρυφά απ’ τη μάνα σου….» (Βασιλικός θα γίνω), Τότε, με τα αυστηρά ήθη αποζητούσαν, έφτανε ακόμα και ένα βλέμμα μόνο, «…έβγα να σε δω να παρηγορηθώ…»«…παρά σας πεθυμήσαμε (αγαπήσαμε) κ ήρθαμε να σαςδούμε…) υπάρχει και μια μικρή αλλά ποιο ρεαλιστική παραλογή «….εμείς εδώ δεν ήρθαμε…. εμείς τη νύφη ήρθαμε, να βγει να την ειδούμε..»(Εμείς εδώ δεν ήρθαμε). Ένα βλέμμα τότε αρκούσε. Σαν τον Οδυσσέα, που ζήτησε από τους Θεούς έστω «..και καπνό αποθρόσκωντα…»από το τζάκι του σπιτιού του,αν δεν τον άφηναν να πατήσει στην Ιθάκη.
Η ομορφιά στη ζωή πάντα μάγευε και ξεγελούσε.Περισσότερο τότε με τα τόσο αυστηρά ήθη. «Αχ ..… με γέλασαν δυο παργανιές, κοντούλες και μελαχρινές….», «…αχ έλα μικρή, δεν έρχομαι, είμαι μικρή και ντρέπομαι…»Στη ζωή όμως μας ΄γελούν΄ οι ομορφιές αλλά και τα χρόνια «…αχ με γέλασαν δυο πράγματα, σεβντάδες και γεράματα…»Από την ομορφιά της Κίρκης μαγεύτηκε ακόμα και ο Οδυσσέας, ένα χρόνο μαγεμένος έμεινε.
«Στης πικροδάφνης τον ανθό έγειρα λίγο ν ‘ αποκοιμηθώ …… κι ‘ είδα όνειρο μεγάλο….» Η πικροδάφνη είναι φαρμακερή, φαρμακώνει ακόμα και τα όνειρα, όχι μόνο τη ζωή (είναι από τα ποιο δηλητηριώδη φυτά στη φύση). Ο φόβος να μην χάσουμε ότι πολύ αγαπάμε και ο πόνος από αυτό καμιά φορά μας φέρνουν παράξενα όνειρα «…. παντρεύεται η αγάπη μου, για πείσμα, για γινάτι μου…»Πονάμε ακόμα και στα όνειρα μας «…στο γάμο τους με προσκαλούν…..για να πάω να στεφανώσω…» Η απώλεια και το γινάτι δεν αντέχονται. Μόνο η καρδιά μπορεί να βοηθήσει και αυτήν εμψυχώνουμε «….βάστα καημένη μου καρδιά…»κι’ ας τραγουδάμε σήμερα « Αν πεθάνει μια αγάπη δεν πεθαίνει κι’ η ζωή…»
«Αλησμονώ και χαίρουμε, θυμούμαι και λυπούμαι» Πόσο ποιο περιεκτικά -συνοπτικά να ειπωθεί με δύο μόνο λέξεις μια μεγάλη αλήθεια στη ζωή μας !
«Ξύπνα περδικομάτα μουκι’ ρθα στο μαχαλά σου ……ήρθες και μας ομόρφυνες τον έρημο τον τόπο…… κι ας έκανες και κόπο….» (Καρυωτάκης). Αυτή, η καλή του,είναι και καμιά άλλη, περδικομάτα, με κορμοστασιά «… λαμπάδα μου γραμμένη….» (Σ αφήνω την καληνυχτιά) με «…γραμμένα μαύρα μάτια μου…»(Σε τουτ’ την τάβλα), «….ιτιά λουλουδιασμένη….»(Ιτιά),«..ποια είν’ η γαϊτανοφρυδούσα…», αυτός, «..το μοσχολούλουδο…» τόσο όμορφος «…τα φρύδια τα γραμμένα…»για την καλή του τα ομορφαίνει όλα, ακόμα και τον άψυχο τον τόπο «…ήρθες και μας ομόρφυνες τον έρημο τον τόπο…» Αυτή να ΄θυσιασθεί΄ και ο καλός, ο ΄αφέντης΄ της να μη βραχεί, χώμα να μη πατήσει, «..να γίνω γης να με πατάς, γιοφύρι να περάσεις»
Η λαϊκή θυμοσοφία στο δημοτικό τραγούδι δεν θα αδικούσε τον ΄αφέντη΄. Την εκτίμηση και την τιμή του στην καλή του, τη χαλασιά, την ΄κορώνα στο κεφάλι΄ του την έβαλε στο στόμα του «Δε σ’ έχω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι, σ’ έχω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι» (Χαλασιά μου).
Αγαπημένο, πολυτραγουδισμένο και ενδιαφέρον είναι και το τραγούδι Παπαλάμπραινα. «..στου Παπαλάμπρου την αυλή …. σαν πολλοί είναι μαζεμένοι…», «ούτε ο παππάς είν’ άρρωστος, ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει…»γίνεται χαρά, παντρειά «…μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη… Παπαλάμπραινα καημένη…» Αυτή είναι μια Ηπειρώτικη παραλογή. Το τραγούδι είναι της Πελοποννήσου και δημιουργήθηκε από πραγματικό τραγικό γεγονός,μετά από επίθεση κλεφτών.Σ’ αυτό οι στίχοι διαφέρουν «…οι κλέφτες τους εγδύσανε και τα λεφτά ζητήσανε…» περιγράφοντας ληστεία.
Μάτια όμορφα στα δημοτικά μας τραγούδια δεν έχουν μόνο οι γυναίκες, περδικομάτα μου, έχουν και οι άνδρες «.. αυτά τα μάτια Δήμο μ ‘ τα όμορφα ….» Φαντάζουν στην ΄καλή΄ του τόσο όμορφα και λέει «…αυτά με κάνουν Δήμο μ ‘ κι’ αρρωστώ, με κάνουν και πεθαίνω…» Και φτάνει ναζητάει από τη μεγάλη της αγάπη ακόμα και τη θυσία της «…για πάρε Δήμο μ΄ το σπαθάκι σου ….και μάσε Δήμο μ’ και το αίμα μου….. κι’ αν σε ρωτήσουν Δήμο μ’ τι έχεις στο μαντίλι…..το αίμα της αγάπης, γειά σου αγάπη μου, γειά…» Υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από αυτή και πως μπορεί να εκφραστεί! Από τα ποιο συμβολικά -συγκλονιστικά ηπειρώτικα δημοτικά. Υπερβολική αγάπη, λατρεία, θυσία, τότε.Σήμερα είναι αλλιώς.
«…..δώδεκα χρονών κορίτσι πάει καλογριά…. μήτε το σταυρό της κάνει….μον’κοιτάει τα παλληκάρια και πουλάει κρασί,….… πέντε δέκα στους γερόντους, άιντε τζάμπα στα παιδιά» (Κάτω στην Αγιά Μαρίνα). Οι γέροντες είναι απόμαχοι, κουρασμένοι, ότι είχαν να δώσουν (ζωή) το έδωσαν, ας πληρώσουν. Τα παιδιά είναι η νιότη, η δύναμη, αυτοί δίνουν τη ζωή, αξίζουν μια φιλοξενία, μια χάρη, μπορούν να πληρώσουν αλλιώς, με τανιάτα τους.«…στην αγκαλιά σου βάλε με και ότι θέλεις κάνε με …» Σήμερα τραγουδάμε αυτό που έγραψε ο Πλέσσας και τραγούδησε η Κουμιώτη «…σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες τώρα που είμαστε αγκαλιά…»
Άλλωστε, για ΄τα παιδιά΄ μας το λέει και το νησιώτικο «…χορέψετε, χορέψετε, τα νιάτα σας χαρείτε…» καθώς και το σύγχρονο «…τα νιάτα είναι τώρα, που καίνε σαν φωτιά…»(Αρβανιτάκη).
Για τους ΄γερόντους΄ παραπονιάρικα μας το λένε οι ίδιοι «…εγώ σου λέω Χάιδω μ΄ γέρασα και συ θέλεις παιχνίδια…, με το να σ’ πόδι κούνα με ….και με το στόμα σ’ Χάιδω το γλυκό πες μου γλυκά τραγούδια» Τι παραπάνω να θέλουν ΄οι γερόντοι΄!
Την ανημποριά στους ΄γερόντους΄ σε αντίθεση με την παληκαριά στα ΄παιδιά΄ την τραγουδάμε θαυμαστά στα΄Σαράντα παλληκάρια΄«….έλα μαζί μας Γέρο, ….δεν ημπορώ παιδιά μου γιατί εγέρασα…… περάστε από τη Στάνη….. και πάρτε τον υγιό μου, πούχει λαγού ποδάρια και πέρδικας φτερά»και στο ΄Σ’ αυτές τις ράχες τις ψηλές΄ «..πολλές φορές ανέβηκα ….μα τώρα ποια εγέρασα, δεν είμαι παλικάρι…»
«….πότε μικρή μεγάλωσες….. Σε φίλησα κι’ αρρώστησα και το γιατρό δε φώναξα» (Κοντούλα Λεμονιά). Η αρρώστια του φιλιού δεν θέλει γιατρό, αυτήν δεν τη θεραπεύει κανένας γιατρός, μόνο η κοντούλια Λεμονιά «…που’ γινε για στεφάνι»
Γιατρό΄ θα βρει και θα φέρει η μάνα να θεραπεύσει την κόρη της που παράκουσε και τώρα παραπονιέται «Δε μπορώ μανούλα μ’, δε μπορώ, ….αγάπησα μάνα μ’ αγάπησα….. αχ μανούλα μου δε σ’ άκουσα ….»(Ο γιατρός). Όλοι καταλαβαίνουν ότι η μάνα, το πρώτο καταφύγιο μας πάντα, θα βρει το γαμπρό «…να σου γιάνει κόρη μ’ την πληγή.…». Το ζητούσε και ή ίδια η κόρη «…..μην πεθάνω η δόλια και χαθώ…» Έτσι ήταν τότε. Τι ταιριαστή μεταφορά στις έννοιες, με την ανώνυμη λαϊκή ευρηματικότητα ! Όμως, γιατρό ήθελε και ο νέος «..καίγομαι και σιγολιώνω και για σένα μαραζώνω, αχ τι καημός…» σε άλλο δημοτικό τραγούδι.
Το λένε με πολύ ωραία λόγια και τα τραγούδια«…ο ήλιος βασιλεύει κι΄η μέρα σώνεται κι΄ο νους μου απ’ την αγάπη δε συμμαζώνεται…» (Βασιλικός θα γίνω) και το «…ζαλίζομαι, ζαλίζομαι, όταν σε συλλογίζομαι..»
«…….τι καμώματα είναι τούτα με το ζόρι παντρειά…»Πως να παντρευτεί ο Χαραλάμπης μια γυναίκα που του λένεότι «πλένει και σιδερώνει το χρόνο μια φορά..»
Πολύ περιγραφικό και με ευρηματικά λόγια είναι το θρακιώτικο ΄Στέργιους πισμάνιψι΄. Άρχισε ο Γάμος «… κρουν τα νταούλια μωρι Στέργιου μ’ , κρουν και τα βιολιά…». Ο γαμπρός είναι άφαντος. «…ιδώ Στέργιους, ικεί Στέργιους, Στέργιους απάν’ στ’ αγριμδιά…»Παρά τα χίλια παρακάλια « …κατέβα Στέργιου μ’ κατέβα να σε παντρέψουμε …»ο Στέργιους είναι αμετάπειστος «…δεν κατεβαίνω, δεν αλλάζω, γαμπρός δε γίνομαι…» και δίνει και την εντολή«….τα σημάδια πίσω να πάτε, Στέργιους πισμάνιψι…»Θαυμαστό τραγούδι, μετρημένα, παραστατικά λόγια.
Πόσο πρόσκαιρη μπορεί να είναι η ζωή μας την τραγούδησε η δημώδης μούσα. «Αχ, τώρα στα ξεχωρίσματα έλα γιέ μου να φιληθούμε, γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει γιέ μου αν ξανανταμωθούμε….»Το ακούμε και στα νησιώτικα«… τουτ’ η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε…»
Τραγικότραγούδι είναι Η Ασημούλα. «…κι’ αυτόν το δρόμο που θα πας μωρ’ Ασημούλα μου τον ίδιο να γυρίσεις …» Ήταν τότε, την εποχή με τους πολλούς Κλέφτες. Κι’ αυτή παράκουσε «..κι’ αυτή το δρόμο άλλαξε…» Δεν είναι γνωστό γιατί άλλαξε δρόμο. «…παίρνει το δρόμο των Κλεφτών, των Καπεταναραίων, βρίσκει τον κλέφτη αμπροστά» Κατά την παράδοση και από άλλο δημοτικό ο κλέφτης ΄ατίμωσε΄ την Ασημούλα χωρίς να ξέρει ότι είναι η αδερφή του.
Ιστορικό τραγούδι, πασίγνωστο και συγκινητικόείναιτο«…παιδιά της Σαμαρίνας….»Είναι θλίψη και συμπόνοια για το σκληρό χαμό τους. «… μωρέ, παιδιά καημένα, κι’ ας είστε λερωμένα»Λέγεται ότι ήταν από τα αίματα της μάχης. «σαν πάτε απάνω στα βουνά…». Οι λαβωμένοι δεν ξέρουν αν θα επιζήσουν και θέλουν οι οικογένειες τους να μάθουν τι απόγιναν. «Μη πείτε πως σκοτώθηκα, πως είμαι λαβωμένος….» Δεν θέλει να πιστέψει ότι θα χαθεί.Οι λαβωμένοι έχουν πάντα ελπίδα, να ζήσουν, να γυρίσουν. Όχι όλοι όμως,«…κάνω την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα»Αλλιώς, οι μοίρα όλων των ανθρώπων.
Ευχάριστη μουσική και λόγια νοηματικά-αλληγορικά ακούμε στη Λαφίνα. «Ρίχνω το μαντιλάκι μου τριόδιπλο στον ώμο…» Να μην κρυώσει εκεί στα ψηλά βουνά«…και παίρνω δίπλα τα βουνά…» εκεί όπου βοσκούν όλα τ΄ αγρίμιακαι τα λάφια «…βρίσκω τα λάφια να βοσκούν…» Η ζωή όμως δεν τα φέρνει για όλους ΄καλά΄ «….και μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει μαζί με τ’ άλλα…»Γιατί ο κυνηγός της σκότωσε το λαφάκι που γέννησε ύστερα από δώδεκα χρόνια. Απαρηγόρητη «..δεν πάει μαζί με τ’ άλλα…», «..μόνο στ’ απόσκια περπατεί…..κι’ οπ’ εύρει γάργαρο νερό θολώνει το και πίνει..»
Λόγια αγωνίας, φόβου «..μην τους θαλασσοδέρνεις», σεβασμού «..ροδόσταμο να γίνεσαι…», παρακάλια «..και φέρε το πουλάκι μου..» έχει το νησιώτικο «Θαλασσάκι μου» «… θάλασσα που τον έπνιξες ωχ αμάν αμάν της κοπελιάς τον άνδρα…» «…κι’ η κοπελιά είναι μικρή και δεν της παν τα μαύρα..» Βαρύ το πένθος, πολύ βαρύ και ασήκωτο για μια μικρή κοπελιά να χάσει τον ναυτικό άνδρα της.
Ποιος δε συγκινείται τραγουδώντας «…Στο ’πα και στο ξαναλέω….»,«…μη μου γράφεις γράμματα, γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάματα..» Αξίζει όμως να δούμε και την απάντηση του ερωτευμένου νέου, το τέλος του τραγουδιού «…κι’ αν δεν ξέρεις δεν πειράζει, με τα χείλη θα στο πω, με τα χείλη με τα μάτια, αχ ψυχή μου σ’ αγαπώ», αλλά δυστυχώς δεν το ακούμε στο τραγούδι. Σταματά με τα κλάματα.
Τα τραγούδια, και τα Δημοτικά, λένε πάντα αλήθειες από τη ζωή μας.


