BANNER NOISIS

Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

Euromedica

euromedica ygeia

συμπλευση

“ΕΛΠΙΔΑ” – Γεωργία Ζεμπιλιάδου: Δεν αποδεχόμαστε να βαφτίζεται «ψέμα» ένα συλλογικό αίτημα

 

Η παράταση της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων δεν αποτελεί προσωπική επινόηση του Βουλευτή Πάρι Κουκουλόπουλου, ούτε κομματικό τέχνασμα. Αποτελεί επίσημο και συλλογικό αίτημα της Δυτικής Μακεδονίας, που έχει διατυπωθεί θεσμικά, δημόσια και κατ’ επανάληψη.

Με ομόφωνη απόφαση του, στις 8 Μαΐου 2026, το Περιφερειακό Συμβούλιοζήτησε την παράταση λειτουργίας των ΑΗΣ, Μελίτης, Μονάδων 4 και 5 Αγίου Δημητρίου και Πτολεμαΐδας V, έως ότου ξεκινήσουν νέες επενδύσεις που θα αναπληρώσουν τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν.

Το αίτημα επαναδιατυπώθηκε στο Πανδυτικομακεδονικό Συλλαλητήριο της 9ης Ιουλίου από εκπρόσωπο της Περιφερειακής Αρχής, ενώ είχε ήδη τεθεί από την Περιφέρεια και την ΠΕΔ στον Πρωθυπουργό.

Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Ποιος, λοιπόν, «δεν λέει την αλήθεια»;

Γι’ αυτό προκαλεί εύλογη αγανάκτηση η επιλογή κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών, να απαντούν σε ένα τεκμηριωμένο θεσμικό αίτημα, με χαρακτηρισμούς περί «μισών αληθειών», «λαϊκισμού» ή ότι κάποιος «δεν λέει την αλήθεια».

Ακόμη περισσότερο, όταν αυτή συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς περί «μάχης οπισθοφυλακών» και κατηγορίες ότι το ΠΑΣΟΚ «κοροϊδεύει» τους πολίτες.

Το ερώτημα είναι απλό:

Ποιος ακριβώς δεν λέει την αλήθεια;

Ο Πάρις Κουκουλόπουλος, ο οποίος το τεκμηρίωσε Νομοθετικά και μετέφερε στοιχειοθετημένα στη Βουλή ένα ομόφωνο θεσμικό αίτημα της περιοχής;

Το Περιφερειακό Συμβούλιο και η Περιφερειακή Αρχή;

Η ΠΕΔ και οι δήμαρχοι;

Οι πολίτες της Δυτικής Μακεδονίας;

Η τροπολογία, δεν επινόησε το αίτημα. Ο βουλευτής το κατέγραψε, το τεκμηρίωσε και το μετέφερε από την Κοζάνη στο Κοινοβούλιο.

Η πολιτική διαφωνία είναι απολύτως θεμιτή.Η απαξίωση, όμως, ενός ολόκληρου τόπου και των θεσμών που τον εκπροσωπούν, δεν είναι.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «ο λιγνίτης είναι ακριβός»

Ο Πρωθυπουργός παρομοίασε τη λιγνιτική παραγωγή με κατάστημα που είναι κερδοφόρο μόνο μία ημέρα τον χρόνο και αναγνώρισε ότι ο λιγνίτης μπορεί ορισμένες ημέρες να είναι φθηνότερος. Μια παρομοίωση, όμως, δεν αποτελεί τεχνικοοικονομική μελέτη.

Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε πολιτικές παρομοιώσεις.

Το ζήτημα δεν είναι αν κάθε λιγνιτική μονάδα πρέπει να λειτουργεί αδιάλειπτα ή ανεξαρτήτως κόστους.Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οι τεχνικά κατάλληλες μονάδες πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμες για ένα μεταβατικό χρονικό διάστημα, ώστε να μπορούν να συμβάλουν:

  • στην ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας,
  • στη συγκράτηση ακραίων διακυμάνσεων των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας,
  • στην προστασία καταναλωτών και επιχειρήσεων,
  • στη λειτουργία των τηλεθερμάνσεων,
  • στη διατήρηση θέσεων εργασίας,
  • και στην ομαλή μετάβαση της οικονομίας της Δυτικής Μακεδονίας.

Εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι μια τέτοια λύση είναι τεχνικά ή οικονομικά ασύμφορη, οφείλει να το αποδείξει μεσυγκεκριμένα και συγκρίσιμα στοιχεία ανά μονάδα: Πραγματικό κόστος λειτουργίας, κόστος των δικαιωμάτων CO₂, ανάγκες συντήρησης και περιβαλλοντικής συμμόρφωσης,διαθέσιμο καύσιμο, ώρες που μπορεί να λειτουργήσει κάθε μονάδα, η αξία της για την επάρκεια και την ασφάλεια του συστήματος.

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, το σύνθημα «ο λιγνίτης είναι ακριβός» είναι ανεπαρκές, όπως ανεπαρκής θα ήταν και ο αντίθετος ισχυρισμός ότι ο λιγνίτης είναι πάντοτε φθηνότερος.

Χρηματιστήριο ενέργειας: ούτε μύθος ούτε απλοποίηση

Η ενεργειακή πολιτική απαιτεί αριθμούς, μελέτες και καθαρές απαντήσεις. Ιδίως όταν η χώρα αποσύρει την εγχώρια λιγνιτική παραγωγή και αυξάνει την εξάρτησή της από το εισαγόμενο φυσικό αέριο.

Στη βασική χονδρεμπορική αγορά, την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος διαμορφώνει η ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Όταν αυτή, είναι μονάδα φυσικού αερίου, η υψηλή διεθνής τιμή του καυσίμου μεταφέρεται στη συνολική χονδρεμπορική τιμή, ακόμη και αν μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας έχει παραχθεί φθηνότερα.

Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι ελληνική επινόηση. Η πλήρης έκθεση της Ελλάδας σε αυτόν, όμως, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών.

Η χώρα αποσύρει τις εγχώριες, λιγνιτικές μονάδες πριν ολοκληρώσει τις υποδομές που απαιτεί το νέο ενεργειακό σύστημα. Η έλλειψη επαρκούς αποθήκευσης και κατάλληλων δικτύων, οδηγεί κάποιες ώρες να απορρίπτεται φθηνή διαθέσιμη ενέργεια από ΑΠΕ, ενώ—όταν δεν έχει ήλιο ή άνεμο— το σύστημα στρέφεται στο εισαγόμενο φυσικό αέριο.

Έτσι χωρίς εναλλακτικές,η Χώραεκτίθεται στις διεθνείς τιμές του αερίου.

Συνεπώς το ερώτημα που η κυβέρνηση δεν απάντησε είναι : γιατί πρέπει να κλείσουν οριστικά μέσα στο 2026 όλες οι διαθέσιμες λιγνιτικές μονάδες, πριν αποδειχθεί ότι το νέο σύστημα μπορεί να προσφέρει ισοδύναμη ασφάλεια και χαμηλότερο κόστος;

Κανείς δεν ισχυρίζεται σοβαρά ότι ο λιγνίτης είναι πάντοτε φθηνότερος ή ότι μπορεί να αποτελέσει μόνιμη λύση. Όταν όμως το φυσικό αέριο γίνεται εξαιρετικά ακριβό, μια εγχώρια μονάδα μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμη εναλλακτική και να περιορίσει την έκθεση της χώρας στις διεθνείς ανατιμήσεις.

Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι “λιγνίτης για πάντα”. Είναι γιατί η χώρα καταστρέφει βιαστικά μια εγχώρια ενεργειακή εφεδρεία, ενώ παραμένει εκτεθειμένη σε ένα εισαγόμενο καύσιμο που συχνά αυξάνει την τιμή του ρεύματος. Και κυρίως: ποιοι ωφελούνται και ποιοι πληρώνουν αυτή την επιλογή;

Η Ευρώπη δεν επέβαλε μία κοινή ημερομηνία κλεισίματος

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει δεσμευτικούς κλιματικούς με τελικό χρονοδιάγραμμα έως το 2050.

Δεν επιβάλει όμως μία ενιαία ημερομηνία κατά την οποία όλες οι λιγνιτικές ή ανθρακικές μονάδες όλων των κρατών-μελών πρέπει να σταματήσουν. Αυτό αποτελεί εθνική πολιτική επιλογή.

Συνεπώςυπάρχει περιθώριο σχετικά με τον χρόνο, τον τρόπο, τον μηχανισμό και τις ασφαλιστικές δικλείδες της ενεργειακής μετάβασης.

Η σύνδεση της παράτασης με την έναρξη εκμετάλλευσης εγχώριων υδρογονανθράκων αφορά την ενεργειακή αυτάρκεια τη Χώρας και σωστά συνδέεται με την σταδιακή απεξάρτηση από τον λιγνίτη.

Η θέση μας είναι καθαρή

Δεν ζητούμε να σταματήσει η ενεργειακή μετάβαση.

Ζητούμε να μην αποξηλωθεί οριστικά το σύστημα λιγνιτικής παραγωγής, πριν αποδειχθεί ότι το νέο μπορεί να καλύψει με ασφάλεια, επάρκεια και κοινωνικά δίκαιο τρόπο τις ανάγκες της χώρας και της περιοχής μας.

Δεν ζητούμε λευκή επιταγή στον λιγνίτη.

Ζητούμε τεκμηριωμένη, προσωρινή, αναλογική και περιοδικά επανεξεταζόμενη λύση για όσες μονάδες μπορούν να συμβάλουν στην ασφάλεια του συστήματος, στην προστασία των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, στις τηλεθερμάνσεις, στις θέσεις εργασίας και στην κοινωνική συνοχή.

Και κυρίως:

Δεν αποδεχόμαστε να βαφτίζεται «ψέμα» ένα ομόφωνο θεσμικό αίτημα επειδή είναι πολιτικά ενοχλητικό.

Η Δυτική Μακεδονία δεν ζητά προνόμια. Ζητά το αυτονόητο: αλήθεια, τεκμηρίωση, εγγυήσεις και τον απαραίτητο χρόνο για μια πραγματικά δίκαιη μετάβαση.

Γεωργία Ζεμπιλιάδου

Περιφερειακή Σύμβουλος Δυτικής Μακεδονίας

Επικεφαλής Παράταξης ΕΛΠΙΔΑ

 

Δείτε ακόμα