Ο εγωιστής!
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Όταν κάποιοι καταμετρητές και εισπράκτορες της ΔΕΗ είχανε την άδειά τους, τότε η ενίσχυση ερχότανε από κάποιους συναδέλφους της Κοζάνης.
Ένας από αυτούς ήταν κι ο κύριος Κάτανας ο οποίος θα έγραφε τα χωριά Δίπορο και Παναγιά.
Μόλις πήρε τις ενδείξεις των μετρητών του Διπόρου πήγε στο επόμενο χωριό. Στην Παναγιά. Κι αφού κατέγραψε όλα τα σπίτια, πλην ενός, θεώρησε ταπείνωση πλέον να ρωτήσει πιο ήταν αυτό το σπίτι και το οποίο δεν το είχε βρει. Να είχε γίνει κάποια αποξήλωση ή διαγραφεί το απέκλεισε, αφού εμφανιζόταν η τελευταία καταμέτρηση.
Επειδή επρόκειτο για κάποιο χωριουδάκι θεώρησε ταπείνωση να ρωτήσει πιο ήτανε τελικά αυτό το οποίο δεν έβρισκε..
Μια παροιμία να τι λέει: Ρωτώντας φτάνεις στην Πόλη. Κι αν δεν ρωτήσεις, τότε δεν φτάνεις ποτέ στην Κόρντομπα, την μακρινή και μόνη.
Άλλο ένα πέρασμα από σπίτι σε σπίτι και το ζητούμενο ήτανε πλέον εξαφανισμένο.
Καύσωνας, κι ο εγωισμός καλά κρατεί. Μετά από κάποια ξεκούραση στον ίσκιο μιας φυλλοβόλου φλαμουριάς παραμέρισε, πλέον, τον εγωισμό και ρώτησε ασθμαίνων μια γριούλα:
«Γιαγιά! Το σπίτι του κυρίου ή της κυρίας Ζάβορδα πιο είναι! Περπάτησα δυο φορές όλο το χωριό και δεν το βρήκα».
«Από που είσι ρα πιδίμ!»,
«Από την Κοζάνη γιαγιά! Να γιατί κάθισα κάτω από την φλαμουριά να ξεκουραστώ λιγάκι και να ξαναψάξω το σπίτι αυτό. Πολύ ζέστη και σήμερα!».
«Αμ είσι σιούρδους κι φλαμουρένιους αντάμα. Δεν είνι σπιτ η Ζάμπουρντα!».
«Τι είναι γιαγιά; Σχολείο!».
«Είνι μαναστήρ!…».
«Κι που είντου;».
«Μακρά! Κατ…».
«Καλά να πάθω! Αν σε ρωτούσα από την αρχή δεν θα περπατούσα όλο το χωριό δυο φορές γιαγιά!».
«Αφού θα πας που θα πας στου μουναστήρ σταμάτα να σι δώσου μια λαμπάδα να ανάψεις για να σι βουηθάει, κι να ρουτάς άλλ βουλά! Σιούρδη μι του σιουρδους».
«Άμα είμαι εγώ σιούρδος μια φορά, οι Κοζανίτες είναι εκατό γιαγιά!».


