Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

συμπλευση

Euromedica

euromedica ygeia

vandal

ΣΙΛΑΝ

Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας

Όλα τα χριστιανικά σπίτια τις άγιες εκείνες μέρες των Χριστουγέννων είχαν και μια φάτνη δίπλα στο στολισμένο δένδρο. Η φάτνη όμως επάνω στον καταυλισμό των Κούρδων, κάπου στην Πεντέλη, ήτανε ανώτερη από όλες γιατί ήτανε αληθινή. Επρόκειτο για μια πάνινη γιούρτα* μέσα στην οποία βρισκότανε η Σιλάν με το μωρό της. Τον μικρό Οτσαλάν! Θα τους παρομοίαζα με την ίδια την Παναγία και το Χριστούλη!

            Κανένας κάμεραμαν, φωτογράφος, αλλά ούτε και αγιογράφος θα μπορούσε να αποδώσει το μέγεθος αυτής της δυστυχίας.

            Την έδιωξαν από το νοσοκομείο, αν και ήταν χτυπημένη από την επάρατη νόσο, επειδή δεν ήταν ασφαλισμένη, και ανέβηκε επάνω στον καταυλισμό για να πεθάνει δίπλα στους ομοεθνείς της με αξιοπρέπεια. Άλλωστε, αυτός ήταν κι ο λόγος που κάποιος δημοσιογράφος είχε κάνει το πιο συγκινητικό ρεπορτάζ της ζωής του! Περάσανε πάνω από τριάντα χρόνια  από τότε!

            Εκεί ψηλά, στο χιονιά και στο ξεροβόρι της Πεντέλης, την φτωχή τους φάτνη δεν την ζεσταίνανε τα χνώτα κάποιων βοδιών, αλλά ο ζεστός αέρας που ξεφυσούσε ένα άψυχο αντικείμενο. Ένα ηλεκτρικό σεσουάρ!…

            Μπορεί τα βόδια να είχανε εκλείψει παντελώς, αλλά, δυστυχώς, υπήρχαν εκεί κοντά κάποια γαϊδούρια τα οποία καλοπερνούσαν στο παχνί τους… Ένα παχνί που το λέγανε βίλα, έπαυλη, μονοκατοικία, διαμέρισμα κλπ. Σε κάποια ροζ βίλα, μάλιστα, πιο κάτω, όπου θα χωρούσε ολόκληρος ο καταυλισμός των Κούρδων, έμενε μόνη της μια πονεμένη θεούσα κι ανυπεράσπιστη χήρα χριστιανή… Μια βίλα χρώματος ροζ  πάνθηρα!…

            Όταν ο δημοσιογράφος δρασκέλισε το κατώφλι της γιούρτας και ρώτησε την Σιλάν κατασυγκινημένος, εάν ήθελε να της προσφέρει κάτι, τον κατακεραύνωσε με την αυτάρκεια και την μοναδική της αξιοπρέπεια. Να τι είπε:Τίποτα! Κι ο αόρατος ροοστάτης φώτισε το άγιο πρόσωπο της μάνας από το Κουρδιστάν για να τον θαμπώσει με την περηφάνια της.

       Τι άλλο να ήθελε! Είχε σχεδόν τα πάντα!… Είχε σπίτι, έστω πάνινο! Είχε μια βρεγμένη κουρελού για κρεβάτι… Είχε ένα ηλεκτρικό σεσουάρ για θέρμανση. Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη χωρούσε σε μια σακούλα νάιλον… Είχε τηλεόραση, έστω ασπρόμαυρη! Της την είχε χαρίσει κάποιος ελεήμων χριστιανός ορθόδοξος για να βλέπει το αγγελούδι της παιδικά προγράμματα. Κι όσο για τα τρόφιμα, είχε μια τεζαρισμένη σακούλα που της είχανε δώσει οι δικοί της. Να τι άλλο είχε: Είχε πόνο!… Είχε θλίψη!… Είχε ακόμα και καρκίνο!… Είχε όμως και κάτι το οποίο δεν το άλλαζε με όλα τα καλά του κόσμου. Είχε το γιο της αγκαλιά. Είχε τον δικό της Χριστούλη!

Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνα τα μάτια του παιδιού με τις γαλανές ανταύγειες που, με υπερπροσπάθεια εξαιτίας της αβιταμίνωσης, κατάφερνε και τα σήκωνε για να αντικρίσει τη μανούλα του. Την δική του Παναγία.

Από αυτό το αγγελούδι αντλούσε κουράγιο η Σιλάν, κι από την σιωπή της την Ιώβειο υπομονή. Αλήθεια! Πόσο κοντά στη σιωπή ήταν και το όνομά της; Σιλάν(ς)…

            Κι όμως, ήλπιζε πως θα γινότανε καλά παρά την αντίθετη διάγνωση γιατρών και καρκινολόγων του νοσοκομείου!…

         Κάτω στο λεκανοπέδιο, στα διάφορα κέντρα διασκέδασης και στα μπάχαλα, χιλιάδες συνομήλικες κοπέλες με τις κοιλιές απέξω ούρλιαζαν ανεβασμένες επάνω στα τραπέζια: Χορέψτε γιατί χανόμαστε… Οι Κούρδοι όμως στον καταυλισμό λέγανε το αντίθετο: Ντυθείτε για να μην χαθούμε…            

          Καλή μου Σιλάν. Περάσανε πολλά χρόνια από τότε και νομίζω πως σε βλέπω κάθε Χριστούγεννα! Αν υπάρχει παράδεισος, είμαι σίγουρος πως βρίσκεσαι εκεί, και μάλιστα σε αριθμημένη θέση δίπλα στον Χριστό με την Παναγία. Αλίμονο αν χάνονται τέτοιες ψυχές… Το βλαστάρι σου πού να βρίσκεται άραγε; Πόσο θα ήθελα να το γνωρίζω;

            Πώς να ξεχάσω εκείνο το διάλογο! Τον αναλογίζομαι ακόμα και δεν χορταίνω οξυγόνο:

            «Τι θέλετε να σας φέρουμε κυρία;», είπε ο δημοσιογράφος.

            «Τίποτα!…».

            Τα είχες όλα καλή μου. Ακόμα και καρκίνο…

          Δε μπορώ να διανοηθώ σκληρότερη ετυμηγορία για τον αχυρένιο κόσμο μας. Τίποτα!… Αυτό το «τίποτα…» ηχεί σαν ένα δυνατό χαστούκι καταπρόσωπο στον πολιτισμό και στην υποκρισία της κοινωνίας μας.

          Τι άλλο να ζητούσε; Η ψυχή της είχε χορτάσει κιόλας πίκρα και ορφάνια. Μια ορφάνια που ακολουθούσε το ριζικό της, λες και ίσχυε κι εδώ η κληρονομικότητα… Σε λίγο θα ήταν ορφανό και το βλαστάρι της.

          Παράπονό μου, πόσο μικρός φάνταζε ο ορίζοντας μέσα στην ανεμοδαρμένη σου γιούρτα που πλατάγιζε σαν τραυματισμένη μπεκάτσα!… Κι όμως, όταν κοιτούσες το γιο σου, μέσα σ’ εκείνα τα τεράστια μάτια, έβλεπες θαρρώ τον κόσμο όλο!…

        Σήμερα άλλαξαν πάρα πολύ τα πράγματα, και δυστυχώς, προς το χειρότερο!  Μπορεί να μην υπάρχουν γιούρτες, σαν και την δική σας, αλλά κάποιοι ομοιοπαθείς κάνουν αναγκαστικά μπάνιο στην θάλασσα καταχείμωνο! Κι αυτό συμβαίνει όταν οι διακινητές τρυπάνε τις φουσκωτές βάρκες και εξαφανίζονται για να αποφύγουν την σύλληψη!

          Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Η συγκριτική παρηγοριά των κατατρεγμένων! Όταν μπαίνω στο διαδίκτυο και βλέπω το μικρό νεκρό Αϊλάν, ξεβρασμένο σε κάποια αμμουδιά, νομίζω πως γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Έστω στιγμιαία! Να όμως που η ανθρωπιά μου υποτροπιάζει αρκετά συχνά. Πάντα έλεγα πως θα ανέβαινα στην Πίνδο για να δω τους μικρούς Σύριους να περπατούν στα δύσβατα μονοπάτια, και πάντα το ανέβαλα. Όταν όμως βλέπω τον μεγάλο Σείριο, το λαμπερότερο απλανές αστέρι του Ουρανού, θυμάμαι τον μικρό Οτσαλάν και μελαγχολώ!

           Περάσανε πάρα πολλά χρόνια από τότε που οι Κούρδοι είχανε καταυλίσει κάπου στην Πεντέλη. Δυστυχώς, η οδύσσεια του άμοιρου αυτού λαού συνεχίζεται.

           Ήθελα να γράψω κι άλλα, για τη μοίρα αυτών των δύστυχων ανθρώπων, αλλά θόλωσαν τα μάτια μου!

           Να γιατί θα κλείσω με μια ανέλπιστη ευχή. Να γνωρίσω κάποτε τον μεγάλο πλέον Οτσαλάν να αγωνίζεται για καλύτερες μέρες της φυλής του. Κι αυτό κυρίως, για την λευτεριά του πολύπαθου αυτού λαού! Εάν φυσικά έχει παραμείνει στην χώρα μας!

            Ταπεινοί και καταφρονεμένοι: Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

            Όσα παίρνει ο άνεμος: Μάργκαρετ Μίτσελ.

            *Γούρτα: Είναι μια φορητή στρογγυλή σκηνή η οποία καλύπτεται με δέρμα ή  τσόχα, και χρησιμοποιείται ως κατοικία από διάφορες νομαδικές ομάδες στις στέπες της κεντρικής  Ασίας.

Δεν φτάνει να υποδύονται οι καλοντυμένοι τους ξυπόλυτους.

        Δεν αρκεί να τραγουδούν οι χορτάτοι για τους νηστικούς

        Λίγη έστω αγάπη πάντα περισσεύει.

Δείτε ακόμα