«Η ονομαστική γιορτή»
Μπασίνα Δήμητρα
Φιλόλογος
(Αναδημοσίευση του άρθρου της ίδιας από το 1ο Τεύχος του Περιοδικού του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Γρεβενών, «Στέγη»)
Το όνομα, στο σύνολο των πολιτισμένων λαών, αποτελεί το πρώτο διακριτό και βασικό χαρακτηριστικό της ταυτότητας του ανθρώπου. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η ονοματοδοσία αποτελεί σημαντική διαδικασία και με την απόδοση του ονόματος των προγόνων στα νεογέννητα δίνεται στοιχείο αυτοσυνειδησίας και ετεροπροσδιορισμού. Ταυτόχρονα, αποδίδεται τιμή στην προηγούμενη γενιά και, ενδεχομένως, δίνεται η αίσθηση της συνέχειας της ανθρώπινης ύπαρξης και μετά θάνατον. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού η διαδικασία ονοματοδοσίας, με το Μυστήριο της Βάπτισης, συγκέρασε τις προηγούμενες συνήθειες με τα ονόματα των Αγίων της Χριστιανικής Θρησκείας.
Στην Ελλάδα ειδικότερα, οι άνθρωποι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οριοθετούν τη ζωή τους με βάση τις Θρησκευτικές Γιορτές, χωρίς αυτό να σχετίζεται πάντα με το κατά πόσο οι ίδιοι βρίσκονται κοντά στην Εκκλησία και, από το σύνολο των εορτών, η ονομαστική γιορτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία για τον καθένα. Βέβαια, εκδηλώνεται και νοηματοδοτείται διαφορετικά κάθε φορά στο πλαίσιο του χρόνου και του χώρου και σχετίζεται άλλοτε με τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, την παράθεση γεύματος σε οικεία πρόσωπα, τη λήψη δώρων ή την έκφραση ευχών τηλεφωνικά ή μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή και συνδυαστικά. Οπωσδήποτε, όμως, η ονομαστική γιορτή σήμερα είναι κατά πολύ διαφορετική σε σύγκριση με τον τρόπο που γιορταζόταν στους περισσότερους αγροτικούς και ημιαστικούς οικισμούς του νομού μας μέχρι και το τέλος του 20ου αι.
Όχι! Στόχος του κειμένου αυτού δεν είναι η αναφορά σε συνήθειες του παρελθόντος που χάνονται, μεταλλάσσονται ή εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει γενικότερα για λόγους κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και με την τεχνολογία να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στον τρόπο που ζούμε, συναλλασσόμαστε και αλληλεπιδρούμε. Ούτε, βέβαια, επιδιώκεται να αναζητηθούν οι λόγοι για τους οποίους οι ανθρώπινες σχέσεις αλλάζουν αποδίδοντας την «ευθύνη» στην αστικοποίηση, στην εμπορευματοποίηση, στον αμοραλισμό και στη γενικότερη κρίση ηθών και αξιών. Αντίθετα, το κείμενο αυτό οφείλεται σε μια διάθεση για κατάθεση της μνήμης, των διηγήσεων και των σκέψεων, μια διάθεση, μάλλον, νοσταλγική για τον τρόπο με τον οποίο γιόρταζαν την ονομαστική τους γιορτή οι κάτοικοι στα περισσότερα χωριά του νομού Γρεβενών.
Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η ονομαστική γιορτή ήταν μια γιορτή αποκλειστικά για τους άντρες. Οι γυναίκες δεν γιόρταζαν, τουλάχιστον σε οικογενειακές ή κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά αρκούνταν στον εκκλησιασμό κατά την ημέρα μνήμης του Αγίου του οποίου το όνομα έφεραν. Παράλληλα, τα γενέθλια δεν γιορτάζονταν και οι περισσότεροι δεν γνώριζαν με ακρίβεια την ημερομηνία γέννησής τους, η οποία δηλωνόταν στο ληξιαρχείο ετεροχρονισμένα και συχνά κατά προσέγγιση. Ακόμη, γιόρταζαν οι άντρες με τα πιο διαδεδομένα ονόματα και, κυρίως, όσοι είχαν τη γιορτή τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή σε σημαντικές αργίες, αφού τότε δεν υπήρχαν πολλές αγροτικές εργασίες. Τέλος, δεν προσφέρονταν δώραστον εορτάζοντα, αλλά αυτή είναι μία συνήθεια μεταγενέστερη.
Στις γιορτές αυτές, λοιπόν, η εορταστική διάθεση και οι προετοιμασίες άρχιζαν από τις προηγούμενες ημέρες. Οι γυναίκες με τη βοήθεια των παιδιών καθάριζαν σχολαστικά το σπίτι, έστρωναν τα καλύτερα στρωσίδια της προίκας τους και ετοίμαζαν τα κεράσματα. Πολλές φορές αυτό ήταν για τα μικρά παιδιά μια μεγάλη χαρά, γιατί είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν σαλιάρια1, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, κεφτεδάκια και γενικά λιχουδιές που δεν συνηθίζονταν στην καθημερινότητά τους.
Την παραμονή της γιορτής η οικογένεια και οι κοντινοί συγγενείς πήγαιναν στον Εσπερινό. Κάποιοι από τους εορτάζοντες περίμεναν με το σχόλασμα να διαβάσει ο παπάς το Ύψωμα2, το οποίο το πήγαιναν στην Εκκλησία σε κανίσκι3. Γυρνώντας στο σπίτι έκαναν μπάνιο και σιδέρωναν τα ρούχα που θα φορούσαν την επόμενη ημέρα.
Ανήμερα του Αγίου, οιεορτάζοντες φορώντας τα καλά τους πήγαιναν στην Εκκλησία. Κάποιοι επέλεγαν να πάνε το Ύψωμα το πρωί της γιορτής τους . Κρατώντας το πρόσφορο, τυλιγμένο σε καλοσιδερωμένο πλεκτό ή κεντητό πετσετάκι, πήγαιναν για να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία. Πολύ συχνά, οι γυναίκες δεν συνόδευαν τους συζύγους τους στην Εκκλησία ή πήγαιναν μόνο για το «Ύψωμα» και στη συνέχεια επέστρεφαν στο σπίτι για να συνεχίσουν τις προετοιμασίες της γιορτής.
Με το πέρας της Θείας Λειτουργίας οι άντρες που γιόρταζαν δέχονταν τις ευχές των άλλων κατοίκων και περνώντας από το καφενείο κερνούσαν καφέ ή τσίπουρο. Οι περισσότεροι, επέστρεφαν γρήγορα στο σπίτι τους, γιατί ο ιερέας, αμέσως μετά την Εκκλησία, περνούσε με τη συνοδεία του από όλα τα σπίτια που γιόρταζαν και αρκετά συχνά «σήκωνε» κι εκεί Ύψωμα αφήνοντας τελευταίο το σπίτι στο οποίο θα έτρωγε το μεσημέρι. Όλοι καλοδέχονταν τον παπά και ήταν μεγάλη τιμή να καθίσει μαζί τους για το γιορτινό τραπέζι.
Το τραπέζι, λοιπόν, γινόταν το μεσημέρι και το σπίτι ήταν από τις λίγες φορές στη διάρκεια του χρόνου που ήταν «ανοιχτό»,με την έννοια ότι άνοιγε η πόρτα του καλού δωματίου, του οντά.Τα πάντα έλαμπαν από καθαριότητα, κάτι που τις περισσότερες μέρες του χρόνου ήταν έως και ανέφικτο λόγω των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολιών. Παντού ήταν στρωμένα τα καλά κεντήματα, τα πλεκτά, τα υφαντά, αυτά που τις υπόλοιπες μέρες φυλάσσονταν σε ντουλάπες και σεντούκια. Μια ανεπαίσθητη μυρωδιά ναφθαλίνης ανακατευόταν με τα αρώματα των γλυκών και των φαγητών που μοσχομύριζαν κάνοντας την ατμόσφαιρα γλυκιά κι ευχάριστη.
Σιγά- σιγά κατέφταναν οι κοντινοί συγγενείςκαι πάντα οι μικρότεροι σε ηλικία πήγαιναν στα σπίτια των μεγαλύτερων, αν τύχαινε και συνέπιπτε η γιορτή τους. Έπαιρναν τη θέση τους στο τραπέζι με τρόπο που μαρτυρούσε την ιεραρχία. Στην κόχη4 καθόταν ο άντρας που γιόρταζε ή παραχωρούσε τη θέση αυτή τιμητικά στον πατέρα του και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι συγγενείς με κριτήρια τον βαθμό συγγένειας και την ηλικία. Συνήθως, στο τραπέζι αυτό κάθονταν μόνο οι άντρες και, ενδεχομένως, η μητέρα και η μεγαλύτερη σε ηλικία νύφη του εορτάζοντα, ενώ οι υπόλοιπες γυναίκες μαζί με τα παιδιά έτρωγαν στην κουζίνα χωρίς να κάθονται σε τραπέζι, καθώς ο ρόλος τους ήταν να σε σερβίρουν και δέχονται του προσκεκλημένους. Τα πιο συνηθισμένα φαγητά που προσφέρονταν ήταν κοτόσουπα για πρώτο πιάτο και κρέας με πατάτες για κυρίως. Οι σαλάτες ήταν ανάλογες με την εποχή και τα τυριά και τα ποτά ήταν παραγωγής του νοικοκύρη.
Καθώς περνούσε η ώρα και το τσίπουρο και το κρασί έρρεαν άφθονα το κέφι μεγάλωνε και άρχιζε το τραγούδι. Τα τραγούδια που ακούγονταν στις ονομαστικές γιορτές ήταν κυρίως τα σουμπετιάτικα5 με τον ικανότερο τραγουδιστή να τραγουδάει τον πρώτο στίχο και να επαναλαμβάνει μαζί με τους υπόλοιπους τον ίδιο στίχο εν χορώ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αν υπήρχαν οργανοπαίχτες στον οικισμό, τους καλούσαν στο σπίτι και το γλέντι συνεχιζόταν και με χορό.
Αργά το απόγευμα τελείωνε το μεσημεριανό γεύμα. Μόλις νύχτωνε, όσοι εορτάζοντες δέχονταν επισκέψεις άναβαν το εξωτερικό φως του σπιτιού. Σε περίπτωση πένθους ή άλλου σοβαρού οικογενειακού προβλήματος το εξωτερικό φως παρέμενε κλειστό, σημάδι ότι στο σπίτι αυτό δεν γιόρταζαν.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι περνούσε από τους εορτάζοντες για να ευχηθεί σχεδόν όλο το χωριό και η ονομαστική γιορτή ήταν μία καλή ευκαιρία για να αναθερμανθούν οι σχέσεις ακόμα κι αυτών που ήταν μαλωμένοι μεταξύ τους. «Πάμε να κρεμάσουμε τους π.χ.Νικολάδες» ήταν η συνηθισμένη έκφραση που σήμαινε «Πάμε να γιορτάσουμε τους Νικολάδες» και όλη η οικογένεια, αν επρόκειτο για στενούς συγγενείς ή μόνο αντρόγυνα, χωρίς συνοδεία παιδιών, ξεκινούσαν και περνούσαν από όλα τα σπίτια που είχαν κάποιον να γιορτάζει.
Εκεί, στο καλό δωμάτιο είχαν αλλάξει ήδη τη διάταξη των επίπλων έχοντας τοποθετήσει περιμετρικά καθίσματα και, επειδή θα περνούσε πολύς κόσμος, δανείζονταν καρέκλες και από τη γειτονιά. Στους άντρες προσφέρονταν κρασί ή τσίπουρο με κάποιο μεζέ και χειροποίητα λικέρ και γλυκά στις γυναίκες. Η βραδινή επίσκεψη ήταν σύντομη και οι άνθρωποι εναλλάσσονταν γρήγορα, καθώς οι προηγούμενοι έδιναν τη θέση στους επόμενους. Το σβήσιμο της εξωτερικής λάμπας του σπιτιού σηματοδοτούσε το πέρας των επισκέψεων.
Και κάπως έτσι ολοκληρωνόταν η γιορτή δημιουργώντας όμορφες αναμνήσεις ξένοιαστων στιγμών που έκαναν τον χρόνο του σκληρού μόχθου να σταματά για λίγο. Οι άνθρωποι περισσότερο μονιασμένοι, πιο δεμένοι με την οικογένειά τους και με πιο στενές τις κοινωνικές τους επαφές πήγαιναν για ύπνο αποκαμωμένοι από την ένταση της ημέρας με τη γλυκιά προσμονή της επόμενης εορταστικής εκδήλωσης.
- Σαλιάρια: Παραδοσιακό γλυκό της Δυτικής Μακεδονίας
- Ύψωμα: Πρόσφορο που το πηγαίνουν οι πιστοί στην Εκκλησία, το διαβάζει ο ιερέας μνημονεύοντας τα ονόματα της οικογένειας που το προσφέρει και στη συνέχεια το παίρνουν και πάλι στο σπίτι τους για τύχη και ευλογία.
- Κανίσκι: μικρό καλάθι η πανέρι, συνήθως ψάθινο, όπου βάζουν δώρα που θέλουν να προσφέρουν
- Κόχη: Η κορυφή του τραπεζιού ή η θέση κοντά στο τζάκι.
- Σουμπετιάτικα: Τραγούδια της τάβλας, του τραπεζιού με μακρόσυρτο σκοπό


