Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

συμπλευση

Euromedica

euromedica ygeia

vandal

Το μίσος που έγινε Αγάπη.

Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας

Δεν νομίζω να μίσησε κάποιος άλλος άνθρωπος τα σκυλιά όσο η αφεντιά μου κατά παιδικά μου χρόνια. Ακόμα και όταν μια κυρία έσερνε ένα σκυλάκι με το λουρί δεν γλίτωνε δ από τoν λιλιπούτειο μπόγια. Την αφεντιά μου… Να τι έκανα, πήγαινα και το κλοτσούσα κρυφά! Γιατί άραγε τόσο μίσος; Υπάρχει εξήγηση!

Ήμουνα πρώτη γυμνασίου κι όταν έμπαινε η άνοιξη πηγαινοερχόμουνα στο χωριό μου, το Μεγάλο Σειρήνι, ποδαρόδρομο. Μια μέρα, στα μισά της διαδρομής, μου επιτέθηκε ένα ασπρόμαυρο άγριο σκυλί, όχι για να με δαγκώσει, αλλά να με φάει! Προσπαθούσα να το απωθήσω, με ασπίδα το βιβλίο της φυσικής, αλλά τίποτα. Φώναξα σε βοήθεια τον τσοπάνη ενός άγνωστου βλάχικου κοπαδιού κι εκείνος, αντί να με προστατέψει, κρύφτηκε πίσω από κάποιον κέδρο. Ποτέ δεν θα μάθαινα γιατί το είχε κάνει αυτό! Ίσως για μην πάρει θάρρος! Τελικά, αφού με είχε ματώσει τα χέρια, ήρθε ο σωτήρας από το πουθενά. Ήταν ο δάσκαλος Μπόζιος. Όρμησε σε εκείνον, κι αφού τον γκρέμισε από το μηχανάκι, έτρεξα για το χωριό μου γλίτωσα τα χειρότερα.

Από την ημέρα εκείνη και μετά όλα τα σκυλιά ήτανε για μένα άγρια θηρία και λύκοι! Αν ήτανε μεγάλα τα πετούσα πέτρες. Κι αν ήταν μικρούλικα θα τα κλοτσούσα.

1989! Βαρύς χειμών ενέσκυψεν πλέον στα χωριά της Πίνδου, ενώ η Σαμαρίνα εξέπεμψε SOS. Ο φύλακας Φόνης κινδύνευε μαζί με το κοπάδι του. Ο ίδιος από διατροφή και τα ζώα από καρπό!

Η ΔΕΗ, ως υπηρεσία κοινής ωφελείας, και κατέχοντας ερπυστριοφόρο όχημα, κλήθηκε να συνδράμει βοήθεια με δυο τεχνίτες και τον οδηγό του οχήματος.

Παρεκάλεσα τον προϊστάμενό μου να πάρω την θέση του ενός τεχνίτη, χωρίς να καταθέσω και τον λόγο μου. Μάλιστα δήλωσα πως δεν θα δεχόμουνα υπερωρία.

Το δέχθηκε λοιπόν ο προϊστάμενος κι όταν φτάσαμε στα μισά της διαδρομής μετά τον Ζιάκα δεν έβγαινε το όχημα, οπότε ζαλικωθήκανε τα σακιά και τα ανεβάσαμε αρκετά πιο πάνω, όπου δεν υπήρχε μεγάλη ανηφοριά και βγήκε.

Για κάποια στιγμή ένιωσα σαν τον Τζακ Λόντον από το κάλεσμα της άγριας φύσης. Και μόλις φτάσαμε στη Σαμαρίνα, αντικρίσαμε τα ζώα να δαγκώνουν το φλοιό των πεύκων. Τόση πείνα! Φυσικά ανάλογη ήταν και του βοσκού και φύλακα Φόνη!

Ο οδηγός έριξε μια ματιά στα λάδια της μηχανής. Ο τεχνίτης πήγε στο στύλο να δώσει ρεύμα στο χωριό, σηκώνοντας τις ασφάλειες μέσης τάσης. Κι εγώ τι να δω! Ένα ασπρόμαυρο σκυλί, ίδιο με εκείνο το οποίο θα με έτρωγε, να καλπάζει προς το μέρος μου μέσα από κάποιο σοκάκι χιονιού, πολύ πιο πάνω από ένα μέτρο!

Άρχισα να φωνάζω το Φόνη για βοήθεια, κι αυτός ούτε που κουνήθηκε από τη θέση του. Το μόνο που έλεγε ήταν να μη φοβάμαι! Εύκολο ήταν! Καθώς πλησίαζε, η ψυχή μου είχε πάει στην Κούλουρη. Ούτε ξύλο κι ούτε πέτρα. Μόνο χιόνι! Πολύ χιόνι! Μπορούσα να το αντιμετωπίσω με χιονόμπαλες!

Και μόλις πλησίασε στο μισό μέτρο έγινα στήλη άλατος, σαν τον Λωτ. Έτρεμα από το φόβο μου! Κατάντια του πρώην καταδρομέα αλεξιπτωτιστή!

Το σκυλί σήκωσε τα αρκουδίσια πόδια του, τα ακούμπησε επάνω στον ώμο μου, πλησίασε τα μάτια του, ίσως μια πιθαμή κι από τα δικά μου, και χωρίς να το καταλάβω το αγκάλιασα και το φίλησα! Πιστέψτε με! Ήταν εντελώς ενστικτώδης η συμπεριφορά! Άντε να προσθέσω και κάποια φωνητική βοήθεια του Φόνη, ο οποίος δεν σταμάτησε να με ενθαρρύνει!

Αυτό ήταν όλο! Από την στιγμή εκείνη και μετά το μίσος μετατράπηκε, άρδην, σε απέραντη αγάπη και λατρεία.

Αν και συγγραφέας, όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να ψυχογραφήσω την συμπεριφορά αυτού του σκυλιού. Να μπω στην ψυχή του! Ο Φόνης μου είπε μετά πως είχε έρθει να μας καλωσορίσει. Μια κουβέντα ήταν γι αυτόν! Θα με πίστευε όμως το ζώο, αφού δεν γνώριζε ελληνικά, κι ούτε βλάχικα!

Η περιπέτεια αυτή είναι περασμένη στο μυθιστόρημά μου με τίτλο: Η λωρίδα της Γάζας! Πόσο επίκαιρος είναι ο τίτλος αυτός στις μέρες μας, αφού μου το θυμίζει κάθε τόσο!

Να γιατί δεν το μετάνιωσα ποτέ για την περιπέτειά μου αυτή. Πήρα σκυλάκι. Τον Μπάκ. Κι όταν επέστρεψα κάποια μέρα στο χωριό, και τον είδα φαρμακωμένο στην πόρτα του σπιτιού μου, φαρμακώθηκα περισσότερο. Να τι είπα στη σύζυγο μου! Μπες στο αμάξι. Χωρίς να της πως που θα πηγαίναμε, κι ας με ρωτούσε συνέχεια.

Όταν περάσαμε τα Γιάννενα και κατευθυνθήκαμε δυτικά, της είπα πλέον και τον τελικό προορισμό! Θα πηγαίναμε στη Ζίτσα! Κι αντί να μέναμε στο χωριό για την κηδεία του Μπακ, πήγαμε σε κάποιο μνημόσυνο!

Το πρωί της ίδιας μέρας είχα μιλήσει με κάποια φίλη μου από την Αθήνα και μου είχε πει πως βρισκότανε στην Ζίτσα για το μνημόσυνο του πεθερού της. Κι όταν μας αντίκρισε, η κατήφεια του μνημόσυνου μετατράπηκε σε απερίγραπτη χαρά! Και τι σύμπτωση, μόλις είχαν σερβιριστεί τα πιάτα, με το κριθαράκι να αχνίζει, κι εμείς να είμαστε θεονήστικοι. Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Πώς να με ξεχάσει λοιπόν η φίλη μου η Νάνσυ. Η υπάλληλος του υπουργείου οικονομικών και κάποτε σωτήρας της.

Να και η γνωριμία μας! Πήρα κάποτε τηλέφωνο για να ρωτήσω σχετικά με το επίδομα θέρμανσης και πέτυχα την Νάνσυ. Με παρακάλεσε να την κρατήσω αρκετά, γιατί εάν της έκλεινα, κάποιοι θα την βρίζανε για την τιμή του πετρελαίου. Ενώ εγώ της είχα μιλήσει πολύ ευγενικά. Της είπα τα δικά μου. Μου είπε κι αυτή τα δικά της, Πως ήταν η τελευταία μέρα στο υπουργείο, γιατί θα δήλωνε παραίτηση. Κι όταν της ζήτησα το λόγο να τι μου είπε:

Κύριε Μπάκα! Ο μοντέρνος και ο κλασικός χορός δεν μου είναι απλώς ένα χόμπι, αλλά η ζωή η ίδια. Έξι με οκτώ, αυτές τις δυο ώρες, θα έρθει ο μεγαλύτερος δάσκαλος του κόσμου για να μας διδάξει χορούς, και μου είπανε από την υπηρεσία να μείνω υπερωριακά. Να γιατί έχω μαζί μου την παραίτηση. Σε λίγο αποχωρώ!

Έπιασα πλέον κι εγώ δουλειά. Της είπα το βιογραφικό μου. Την παράσυρα σκόπιμα στα συγγραφικά μου έργα, με αποτέλεσμα να την χορέψω λογοτεχνικά!…Κι όταν κοίταξε το ρολόι με είπε με μεγάλη της λύπη: Κύριε Μπάκα, τι μου κάνατε! Τώρα δεν προλαβαίνω τον χορό! Πω πω θεέ μου τι έχω πάθει!

Κι εγώ να τι της είπα:

Νάνσυ μου! Δάσκαλοι και μεγάλοι χορευτές θα παρελάσουν πάρα πολλοί από την Αθήνα! Άλλη πρόσληψη στο υπουργείο οικονομικών δεν θα υπάρξει, αφού πλέον θα έχεις παραιτηθεί!

Πριν αποχωρήσει από το σπίτι της είχε τσακωθεί άσχημα με τους γονείς της γι αυτήν την αποκοτιά! Να παραιτηθεί από το υπουργείο. Ο πατέρας της μάλιστα της είχε πει και μια πάρα πολύ βαριά κουβέντα: Νάνσυ! Έτσι και δηλώσεις παραίτηση, να μην έρθεις καθόλου στο σπίτι! Και δεν πήγε φυσικά!

Θρήνος στο σπίτι! Άλλος τσακωμός! Πάει η κόρη τους! Τους εγκατέλειψε! Να κι ο καταλογισμός της ευθύνης από την μάνα: Δικό σου είναι το φταίξιμο Δημήτρη μου, άκου να μη πατήσει στο σπίτι η κόρη μας! Και άμα δεν έρθει καθόλου τι θα κάνεις; Θα βάλεις ντετέκτιβ! Η κόρη μας μετά από το χορό να κουρνιάσει! Έντεκα και η ώρα!

Ξαφνικά χτύπησε ο κουδούνι!

Το κουδούνι Νίκο μου! Σήκω άνοιξε! Η Νάνσυ μας!

Χαρές φιλιά, και μόλις τους είπε για την γνωριμία με κάποιον Μακεδόνα, ζήτησαν από την κόρη τους το τηλέφωνό μου:

«Ντρρρν: Παρακαλώ!»

«Είστε ο κύριος Μπάκας!…» παύση.

«Παρακαλώ! Παρακαλώ! Εμπρός, ποιος είναι στο τηλέφωνο;».

«Η Νάνσυ είμαι κύριε Βαγγέλη! Ο μπαμπάς μου δεν μπορεί να σας μιλήσει. Ούτε και ευχαριστώ δεν μπόρεσε να σας πει! Κλαίει συνέχεια από συγκίνηση! Επειδή είναι και κάποια ηλικίας. ..Το ευχαριστώ σας το στέλνει αεροπορικώς με χειρονομικά φιλιά!…».

Κάθε φορά που οι αλεξιπτωτιστές είχαμε εθιμοτυπική συγκέντρωση σε κάποιο κοσμικό κέντρο της Αμφιθέας, ερχότανε πάντα η Νάνσυ και περνούσαμε αξέχαστε βραδιές.

Κι όταν γέννησε η Μαρίνα μου της έφερε μια αγκαλιά λουλούδια και δώρα.

Υ,Γ. Δεν νομίζω να λάτρεψε κάποιος άλλος άνθρωπος τα σκυλιά, όσο η αφεντιά μου στα χρόνια μετά από εκείνη την περιπέτεια στη Σαμαρίνα!

Δείτε ακόμα

ΧΩΡΑ  ΕΝ