Η θανατηφόρα ζήλια
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Όταν στην αφέλεια κάποιου κολλήσει και μια σύμπτωση, όπως η παρακάτω, τότε το τραγελαφικό σενάριο δεν χρειάζεται ευφάνταστο συγγραφέα. Εξηγούμαι:
Η επιτυχία του Θωμά στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο ήταν το γεγονός της ημέρας στην οικογένεια του κυρίου Αθανασίου Κουρδούμπα. Ενώ η απορία των κατοίκων της επαρχιακής αυτής πόλης δεν διέφερε καθόλου από το πέταγμα ενός γαϊδάρου σαν πουλί! Έστω και για λίγα μέτρα!
Να λοιπόν τι λέγανε στη γειτονιά:
«Άκου να περάσει το όρνιο ο Θωμάς Κουρδούμπας στο Πολυτεχνείο! Τότε ο δικός μας ο Θωμάκος έπρεπε να περάσει στο Χάρβαρντ με υποτροφία!» είπε κάποιος κακεντρεχής, και συνέχισε να κάνει την σύγκριση:
«Μα αυτός ήταν τελευταίος μαθητής! Να τι μας έλεγε ο γιος μου. Πως όταν ο καθηγητής Μέρμηγκας τους έδειχνε την κόλλα του Θωμά, ήταν κατακόκκινη από τις διορθώσεις! Κι ενώ στον Θωμάκο μας του έλεγε πάντα μπράβο. Στον Κουρδούμπα έλεγε πως τα χέρια του θέλουν κόψιμο!». Τι άλλο να πω! Τόσο μέσον ο κανκάνας!
Και όχι μόνο! Ο Θωμάς έκανε λάθος ακόμα και στην ηλικία του! Έγραφε την ημερομηνία που είχε γεννηθεί, κι όχι αυτή που είχε καταχωρήσει ο γραμματέας του χωριού στα μητρώα της κοινότητας. Λόγω φόρτου εργασίας… τον είχε καταχωρήσει την επόμενη ακριβώς χρονιά! Την ίδια μέρα είχε γεννηθεί και κάποιο άλλο μωρό!…
Του άρεσε πολύ να είναι μικρότερος, γιατί θα στρατευότανε και ένα χρόνο αργότερα!
«Τι σημασία έχουν όλα αυτά που λέτε τώρα;» είπε κάποιος στο πηγαδάκι της γειτονιάς όπου είχαν την κουβέντα του Θωμά Κουρδούμπα. Πέρασε; Αυτό μετράει! Καλά κάνουν και το γλεντάνε οι άνθρωποι!».
Εδώ σταμάτησε η κουβέντα και το διαλύσανε, παίρνοντας ο καθένας από έναν τόνο ζήλια για το σπίτι. Έπρεπε να την μοιράσουν σε όλη την οικογένεια. Τα έχουν κι αυτά οι μικρές κοινωνίας!
Ο κτηνοτρόφος Περικλής Γλιμπάτσας, και θείος του Θωμά, πρότεινε να το γιορτάσουν ξέφρενα! Κι αφού η επιτυχία ήταν τόσο πολύ μεγάλη, έπρεπε να είναι ανάλογη και η Τελετή. Έτσι βάφτισε το οικογενειακό γλέντι. Τελετή! Και όλα φυσικά με την ανάλογη υπερβολή. Λες και είχε πάρει βραβείο Νόμπελ ο νέος Τόμας Μαν!… Έτσι τον είχε αποκαλέσει, ειρωνικά, κάποιος καθηγητής, κι ο Περικλής το έχαψε! Οπότε προσφωνούσε το γιο του Τόμας! Άλλωστε έναν φοιτητή του Πολυτεχνείου δεν μπορεί να τον αποκαλούν Θωμά! Άσε που ο Θωμάς παραπέμπει στον άπιστο Θωμά! Οπότε έγινε βούκινο, αποκαλώντας τον Τόμας Μαν, Τόμας Αμάν από ζήλια!
Κάτι έπρεπε να γίνει για να εκτονωθεί η κατάσταση.
Την οργάνωση της Τελετής την είχε αναλάβει πλέον ο Περικλής και θείος του Θωμά. Και επειδή ήθελε να πρωτοτυπήσει, ρώτησε κάποιον εάν υπήρχε γραφείο που να αναλαμβάνει παρόμοιες εκδηλώσεις. Όπως είναι τα κέτερινγκ κλπ. Κι ο κάποιος… του έδωσε μια διεύθυνση προφορικά. Μια διεύθυνση για το βιβλίο Γκίνες. Αχ αυτή η ζήλια τι κάνει!
Ο Θωμάς έκλεισε τηλεφωνικά την γιορτή στην αυλή του σπιτιού τους, όπως του είχε πει ο θείος του. Και φυσικά η μπάντα με τα όργανα ήταν σύσταση του ιδίου!
Κι ενώ η οικογένεια με τους συγγενείς τρωγόπιναν στην αυλή, περιμένοντας το λαλούμενα, να σου μια κατάμαυρη νεκροφόρα, Όπελ κάραβαν, η οποία πάρκαρε λίγο πιο πέρα!…
Να και οι ψίθυροι:
«Έχει γούστο να ήρθε για μας…» είπε κάποιος συγγενής του φοιτητή!
«Εάν αληθεύει κάτι τέτοιο, τότε πρόκειται για φάρσα» είπε ο καθηγητής.
«Τότε Καλύτερα να μην καλούσαμε κανέναν στο γλέντι» είπε ο κ. Θανάσης.
«Λέτε να πέθανε η γιαγιά Τασία δίπλα, και να μην το πήραμε χαμπάρι…».
«Τότε γιατί κουρδίζουν τα όργανα!». Είπε εύλογα κάποιος συνδαιτυμόνας.
«Ξέρω κι εγώ! Τι να πω! Ρώτα τον κ. Κουρδούμπα!»
Μόλις κατέβηκε το πρώτο κοράκι ξαφνιάστηκε από το φαγοπότι. Και πριν ρωτήσει οτιδήποτε, να τι συλλογίστηκε: Μάλλον πέθανε κάποια κακιά πεθερά και το γλεντάνε! Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Και για να βεβαιωθεί η μαντεψιά του ρώτησε:
«Πού την έχετε…».
«Ανάμεσα στα πόδια!» Είπε ένας ξάδερφος του Θωμά ο οποίος είχε παραπιεί και δεν ήξερε τι έλεγε! Είχε το ακαταλόγιστο πλέον!
«Άκου συγκρότημα με μαύρα ρούχα, σαν τους αλβανούς οι οποίοι είχαν έρθει κάποτε στο Καστράκι!
Ο κ. Θανάσης παραήταν βάρβαρος. Με μια γροθιά ξαπόστειλε τον καημένο τον νεκροθάφτη. Ενώ οι συνάδελφοί του τον βάλανε στο πορτ μπαγκάζ και τράβηξαν βιαστικά, με ουρλιαχτό σειρήνας, για το νοσοκομείο. Κι όσοι βλέπανε την νεκροφόρα να ουρλιάζει κάνανε και τον σταυρό τους. Όσοι μόνο την ακούγανε, όπως κάποιος βόμπιρας, άρχισε να φωνάζει: Το Παθόκ το Παθοκ!
Το πεθαμενατζήδικο συγκρότημα με έναν νεκροθάφτη οδηγό, δυο βοηθούς, κι ένα ξαπλωμένο στην νεκροφόρα, άφησε άφωνους όλους τους νοσηλευτές! Και ήταν αναμενόμενο! Οι νεκροφόρες αποχωρούν πάντα από το νοσοκομείο με κάποιο νεκρό! Τώρα όμως είχανε κατεβάσει από την νεκροφόρα ζωντανό! Ακόμα και κάποιος άθεος έκανε το σταυρό του.
Να και τα σχόλια την επομένη σε κάποιο πηγαδάκι της πλατείας του χωριού!
«Άκου να τους παραγγείλει ο Γλιμπάτσας νεκροφόρα αντί για μουσικούς…».
«Παιδιά, δεν είναι για γέλια. Αυτό κι αν είναι μεροκάματο του τρόμου! Θέλει πολύ να μπερδέψει κάποιος αφελής το γραφείο Τελετών για κλάματα, με το γραφείο κέτεριγκ για γλέντια!…».
Και σαν να μην έφτανε αυτό, την επόμενη εβδομάδα οι ζηλιάρηδες χωριανοί πανηγύρισαν ακόμα μια γκάφα. Όταν κατέβηκε ο Θωμάς Κορδούμπας στην Αθήνα, για να γράψει το γιο του στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, να τι του είπαν! Πως ο γιος του δεν είχε εισαχθεί! Κι διάλογος αποδείχθηκε διάβολος:
«Μα το έγραψε η εφημερίδα. Το διάβασα με τα μάτια μου» είπε ο καψερός.
«Δεν αρκούν τα μάτια κύριε. Έπρεπε να το διαβάσετε και με το μυαλό!».
«Δηλαδή! Δεν πέρασε ο γιος μου στο Πολυτεχνείο! Αυτός έκανε αγώνες!…».
«Καμιά εφημερίδα δεν είναι πιο έγκυρη από την κατάσταση των επιτυχόντων κύριε. Να τι σας παραπλάνησε: Ο Θωμάς Κορδούμπας του Αθανασίου εισήχθη με τους πρώτους. Ενώ ο Θωμάς Κου κι όχι Κο, Κουρδούμπας δηλαδή, τελευταίος!».
Όταν αποχώρησε ο Θανάσης από το Πολυτεχνείο ρωτούσε τους περαστικούς:
«Μήπως ξέρετε εδώ κοντά καμιά τεχνική σχολή;».
«Εάν εννοείτε κύριε οίκο ανοχής, βρίσκεται ακριβώς πίσω σας!…».
«Ντροπή σας κύριέ! Αποκαλείτε μπουρδέλο το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας μας! Το Μετσόβιο Πολυτεχνείο!».
«Έτσι που το καταντήσανε, σαν τι άλλο να το παρομοιάσω! Ακόμα και στα τζάμια έχουν γράψει αναρχικά συνθήματα τα πολιτικά αυτά κομματόσκυλα! Αν όμως θέλεις να σπουδάσει ο γιος σου σε σοβαρό πανεπιστήμιο, στείλε τον στο εξωτερικό.
Για ρίξε κάποια ματιά στα χρώματα της ίριδος! Από το ισόγειο μέχρι το ρετιρέ όλα τα ντουβάρια μοιάζουν με πίνακες αφηρημένης τέχνης. Να μη βγουν αφηρημένα παιδιά!
Να λοιπόν πως παρηγορήθηκε κι ο αποτυχών γιος του Θωμά Κουρδούμπα!
Όταν ο κ. Θανάσης Κουρδούμπας επέστρεψε στο χωριό, και είπε πως για την αποτυχία του γιου του έφταιξε ένα Κο, Κο-ρδούμπας και όχι Κουρδούμπας, και ποιος δεν τον συλλυπήθηκε περιχαρής! Τι κάνει η ριμάδα ζήλια. Να τι του είπε ο ξάδερφός του ο Περικλής: Δεν πειράζει ξάδερφε, υπάρχουν και τα γίδια ελευθέρας βοσκής! Και όπως είναι γνωστό, εκεί μπαίνεις άνευ εξετάσεων!


