Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

vandal

Euromedica

euromedica ygeia

συμπλευση

Τετραήμερο μανιταριών 22-25 Αυγούστου

   Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας

Ακόμα και ο πρόεδρος της Αμερικής, Τζο Μπάντεν, (Τσο Πάιτεν ποντιακά) τα έκανε μαντάρα: Αποκάλεσε τον εαυτό του «πρώτη μαύρη γυναίκα». Αίλαιως!…

Τότε τι να έκανε και τι να έλεγε ο άμοιρος Μήτσος Γκλιμπάτσας όταν έφτασε στην Γερμανία. Μόλις άνοιξε τον τενεκέ τι να δει! αντί για μανιτάρια είδε χυλοπίτες! Και τι να έλεγε στο γιο του Γιάννη, όταν ερχότανε να τα παραλάβει για το φαγάδικο  κάπου στο Νταχάου του Μονάχου. Οι γερμανοί ήτανε ξετρελαμένοι από τα μανιτάρια της Πίνδου και τα περιμένανε πως και πως κι αυτήν τη φορά!

Τελικά τον έστειλε κάποιος μετανάστης χωριανός του στο Νταχάου λέγοντας:

«Μήτσο! Θα πας στα κρεματόρια του Νταχάου και θα μαζέψεις μανιτάρια με το τσουβάλι. Εκεί ευδοκιμούν πάρα πολύ επειδή το χώμα είναι λιπαρό, αφράτο, και  παχύ. Φυσικά δεν του είπε και για τον το λόγο!…  

Ο Μήτσος είχε περιέλθει σε τέτοια απόγνωση, που εάν τα κρεματόρια ήταν σε λειτουργία ίσως προέβαινε και στο απονενοημένο διάβημα. Να καεί να μη φανεί!…

Πέρασε λοιπόν στο χώρο, και αντικρίζοντας μια κοπέλα να μαζεύει κάτι, ήταν σίγουρος πως μάζευε μανιτάρια. Για να του το πει ο Μαζντράκας κάτι θα ήξερε.

Να και η δεύτερη διάγνωση. Για να τα πιάνει η κοπέλα με τα γάντια, και να τα τοποθετεί στο σάκο, ήταν ζουρλομάνταρες! Ίσως και για φαρμακευτικούς σκοπούς!

Εκείνο όμως που έκανε την περιέργεια ακαταλαβίστικη, ήταν ο πρωτότυπος τρόπος λήψης τους από τη γη! Συγκεκριμένα, τα σούβλιζε με ένα δεκανίκι και, χωρίς να τα πιάνει, αν και φορούσε γάντια, τα έβαζε στο σάκο. Μονολόγησε ο Μήτσος:

           «Αυτές οι μαρτάρις είνι σίγουρα δηλητηριασμένις, γι αυτό η τσιούπρα παίρν’ τόσις προυφυλάξεις…».  

         Να η ευκαιρία να μετατρέψει την αφηρημάδα σε εξυπνάδα, και τη στενοχώρια σε χαρά. Θα μάζευε κι αυτός μανιτάρια και θα τα βάφτιζε Πίνδου! Όπως κάνουν και οι κρεοπώλες. Βαφτίζουν τα βουλγάρικα αρνιά ελληνικά, και γαρ ντερλικοθήσονται οι καλοφαγάδες!…

            Αφού είχε σακούλα και γνώριζε τα ακίνδυνα μανιτάρια θα έλυνε το πρόβλημα της αφηρημάδας! Να πάρει μαζί του τις χυλοπίτες αντί του τενεκέ με τα μανιτάρια.

          Πριν όμως αρχίσει να μαζεύει ήθελε να πληροφορηθεί και την ποιότητά τους. Ποιος θα του έδινε κάποια εξήγηση! Τα ελάχιστα γερμανικά του, όπως το γκούτ, το τάγκεσεν, το μόργκεν, η καλή όρεξη, και μερικές ακόμα λέξεις και φράσεις που γνώριζε, ήταν πάρα πολύ λίγες για να συνεννοηθεί με την κοπέλα. Είχε και το λεξικό, αλλά του ήταν πέρα για πέρα άχρηστο. Το είχε αγοράσει πρώτα και μετά σκέφτηκε πως για κάποιον αναλφάβητο είναι ό,τι και το κομπιούτερ γι αυτόν ο οποίος δεν έχει δάχτυλα! Από την άλλη, πάλι, φοβότανε πολύ και το τεράστιο σκυλί της. Μάλιστα το  μετάνιωσε που την χαιρέτησε. Με το που της είπε: Μόργκεν!… Την απάντηση την πήρε από το άγριο σκυλί της εις τριπλούν και στα γερμανικά: Χουμ χουμ χουμ!

            «Κι αυτό Μούργκα θα το λεν, σαν τουν θ’κό μ’…» συλλογίστηκε ο Μήτσος  και χώθηκε στο παρακείμενο δασάκι για να αποφύγει τα χειρότερα.

         Ξαφνικά, όταν ξανασυνάντησε την κοπέλα σε κάποιο ξέφωτο, θέλησε να το παίξει και ευγενικός. Η ευγένεια τον είχε μαράνει τον καψερό… Οπότε της λέει με μια βαθιά υπόκλιση σαν τον Τάσο τον Αρνιακό:

            «Gunten apetit fourlein!…». (Καλή σας όρεξη δεσποινίς…).

            Τα βρισίδια μόνο τα άκουσε ο Μήτσος, γιατί δεν καταλάβαινε γερμανικά. Την  δαγκωνιά όμως στον πισινό του, από τον Μούργκεν…, σίγουρα θα την ένιωθε, και μάλιστα πάρα πολύ έντονα, εάν δε γινότανε Σπύρος Λούης… Εκεί που τον πλησίασε επικίνδυνα, και ο Μούργκας είχε ανοίξει το στόμα του για να τον αρπάξει, στο τσαφ πρόλαβε και άνοιξε την αυλόπορτα του σπιτιού του γιου του. Ασθμαίνων δρασκέλισε το κατώφλι, και μόλις αντίκρισε το γιο του, του λέει εκείνος:

            «Τι έπαθες πατέρα και είσαι τόσο αναστατωμένος! Καλά που ήρθα να πάρω τα μανιτάρια. Είδες αφηρημάδα!…Τα είχα ξεχάσει…».

«Εγώ να ιδείς τι έπαθα γιόκα μ’! Δε βρήκις άλλου μέρους για δ’λειά; Στου Νταχάου πήγις κι αν’ξις μαγαζί!… Φουτιά πήραν τα πουδάρια μ’…».

«Γιατί; τι έγινε; ποιος σε κυνήγησε και κοντανασαίνεις έτσι!…».

«Μια φουρλάιν… μ’ ένα άγρου σκ’λί!…».

«Γιατί;».

«Γιατί τ’ ν’ είπα καλή όριξ’!…».

«Μα οι γερμανίδες είναι πάρα πολύ ευγενικές! Μήπως την πείραξες πατέρα! Μήπως την πέρασες για τη γειτόνισσα! Δεν πιστεύω να έκανες και καμιά χειρονομία! Ό,τι ποθούμε δεν το πιάνουμε!…».

«Άπαπα… Ιγώ τέτοια πράματα… Γέρασα τώρα…».

«Αλλιώς θα το άπλωνες… Και δε μου λες; Τι έκανε η κοπέλα όταν της είπες την ευχή; Έτρωγε;».

«Όχι αρά, μάζουνι μαρτάρις…».

«Αποκλείεται σ’ αυτή την περιοχή. Απαγορεύεται αυστηρά!».

«Μα αφού τ’ς τσουφούσι μι ένα δικανίκι κι τ’ς έβανι μέσα στ’ σακούλα!… Είχι κι του σκ’λι μαζί τ’ς…».

«Άρε πατέρα! Μας ντρόπιασες… Τα σκατά των σκυλιών μάζευε η κοπέλα, κι εσύ της ευχήθηκες καλή όρεξη!…».

«Α, τώρα κατάλαβα. Αυτές θα είνι, ως φαίνητι, οι σκατουμαζώχτρις… που έκαμέτι κάναν κιρό στου σκουλιό!…».

«Εκείνες ήταν οι σταχομαζώχτρες πατέρα…».

«Τέλους πάντους… Καλά που δε μ’ έφτασι ου Μούργκεν να λιες, γιατί θα ’μαν τώρα κανα δυο κιλά αλαφρότιρους… Κι δε μι λιές ρα Γιανν’; Τ’ς μαρτάρις που έμασα τι θα τ’ς κάμου;». 

«Μάζεψες μανιτάρια! Σε είδε κανένας άλλος πατέρα! Απαγορεύεται αυστηρά αυτή την εποχή. Δεν είναι Ελλάδα εδώ πέρα… Εκείνα που έφερες από την Ελλάδα που τα έχεις για να τα πάρω, και βιάζομαι πολύ!».

«Μούχλιασαν κι τ’ς πέταξα όλις τ’ς μαρτάρις!…».

«Και μάζεψες άλλα μανιτάρια; Σε είδε κανένας!…».

«Μόγκι η φουρλάιν μι του Μούργκα μ’ είδαν. Καλά, γιατί κάμ’ς  έτσ’; Αυτά τα αγαρηνά μι σκότουσαν τουν πατέρα του ’41, κι ιμένα που έμασα πέντι μαρτάρις θα μι δικάσ’ν κι απού πάνου!…».

«Θα σε κλείσουν μέσα πατέρα… Το άκουσες το κουδούνι; Ήρθε κιόλας ο δασοφύλακας! Εσύ θα του πεις πως δεν γνώριζες ότι απαγορεύεται το μάζεμα των μανιταριών… Καλά;».

«Ιγώ λιέου να τουν δώκουμι του κιφαλουτύρ’ που σ’ έφιρα κι να πάει στου  διάτανου…».

«Σιγά να μην του δώσουμε και το ξινόγαλο! Άσε, θα κατεβώ εγώ».

Είδε κι έπαθε ο Γιάννης να πείσει τον δασοφύλακα να απαλλάξει τον πατέρα του από την αυτόφωρη διαδικασία. Ακόμα και τα ανύπαρκτα γενέθλια επικαλέστηκε.

«Αλήθεια, δε σε ρώτησα, τα μανιτάρια που μάζεψες τι τα έκανες;».

«Τα ’κρυψα κατ’ στου κατώι! Πάρ’ τα να τα μαγειρέψ’ η Μαργκίτα».

«Άπαπα… Ούτε να τα δει! Εξαιτίας των μανιταριών η γυναίκα μου έχασε μια μάνα και δυο μητριές…».

«Πώς έγινι;…».

«Η μάνα που την γέννησε, πέθανε από δηλητηρίαση. Της είχε φέρει ο σύζυγός της (και πεθερός μου) μανιτάρια, και μόλις τα έφαγε… καπούτ!».

«Η δεύτιρ’;».

«Κι αυτή από δηλητηρίαση πήγε. Μόλις έφαγε τα μανιτάρια που της είχε μαγειρέψει ο σύζυγός της (και πεθερός μου) πέθανε».

«Α, γι αυτό χάλιψις να σι φέρου θ’κες μας μαρτάρις! Κι η τρίτ’;».

«Τη σκότωσε ο πατέρας της (και πεθερός μου)».

«Γιατί;…».

«Γιατί δεν έτρωγε τα μανιτάρια που της έδωσε…».

«Καλά, πόσους πιθιρούς έχ’ς ρα γιόκα;».

«Έναν! Οι πεθερές ήταν πουλιές…».

«Κι τώρα πού είνι ου πεθερός σ’;».

«Κάτω από τα μανιτάρια. Φύτρωσαν τόσα πολλά στο μνήμα του, λες και είχε γεμάτες τις τσέπες σπόρους…».

«Και από τι πέθανι;».

«Έπαθε δηλητηρίαση! Η τρίτη μητριά της Μαργκίτας το πονηρεύτηκε και άλλαξε κρυφά τα πιάτα… Κατάλαβις;».

«Για καλό κι για κακό να τ’ αλλάζεις κι ισύ γιόκα μ’. Πού ξέρ’ς τι γιένιτι… Μπουρεί να είνι κληρουνουμικό…».

Δείτε ακόμα