Το σουφρανηστικό κατάστημα…
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Βιαστήκατε φίλες και φίλοι. Κακώς πήγε το μυαλό σας εκεί! Καμιά απολύτως σχέση! Μάρτυράς μου ο κ. Μπαμπινιώτης: Σούφρα ίσον κλέψιμο. Και σουφρώνω, θα πει κλέβω με επιτήδειο τρόπο. Αυτά για το πρώτο συνθετικό του τίτλου.
Όσο αφορά το δεύτερο συνθετικό, το νηστικό δηλαδή, μόνο ο χορτάτος δεν το γνωρίζει! Ενώ ο απεργός πείνας σε κάποια ειρκτή το παραγνωρίζει! Κι ας τρώει κρυφά!… Αιτία! Η άρνηση να σιτίζεται από τα κλοπιμαία του!
Λήστεψε ο ληστής μια τράπεζα με λεία μερικά εκατομμύρια ευρώ. Κι αφού τον έχουν συλλάβει, και αρνείται να τα επιστρέψει, απαιτεί να τον θρέψει ο λαός από το υστέρημά του!
Εάν όμως ο κλέφτης είναι κάποιο παιδάκι, το οποίο αφαίρεσε από κατάστημα ένα κινητό, βεβαίως και πρέπει να αποτελεί εξαίρεση. Ακόμα και παντεσπάνι να φάει.
Λογάριασε άραγε κανείς πόσο κόστισε ο Άκης με τον γκράτσια Κοσκώτα! Αίλαιως!…
Ζούμε πλέον μια νέα εποχή αλλαγών φίλες και φίλοι. Άλλαξαν τα ονόματα τόσων υπουργείων. Γιατί να μην αλλάξουν και τα συναφή παραρτήματα! Να μετονομαστεί το σωφρονιστικό κατάστημα σε σουφρονηστικό!… Λίγα έχουν σουφρώσει οι έγκλειστοι από τις ουσίες και τα οινοπνεύματα έως ότου συλληφθούν!
Όλα τα σεμινάρια που παίζονται εκεί μέσα έχουν να κάνουν με το σούφρωμα. Μπαίνει στην μπουζού ένα αγαθό κλεφτρόνι και βγαίνει με ντοκτορά Παλιοκώστα! Κι όσο αφορά το δεύτερο σκέλος του τίτλου, ακούμε κάθε τόσο διαμαρτυρίες για κακή σίτιση και απεργίες πείνας των έγκλειστων.
Το κλεφτρόνι, μόλις δρασκελίσει την πόρτα της φυλακής, θα το πλευρίσουν οι παλιοί και θα του ζητήσουν να καταθέσει τα λάθη, εξαιτίας των οποίων συνελήφθη. Κι όπως είναι φυσικό, θα αρχίσει η επιμορφωαη με κάποια ταχύρυθμη εκπαίδευση.
Όταν όμως πάρει το εξιτήριο, και ανοίξει η μεγάλη σιδερόπορτα της εξόδου, το κατευοδώνουν με ένα γκουτ λακ! Κι αν δεν γνωρίζει εγγλέζικα, τότε ακολουθεί ο γνωστός σύντομος διάλογος από τον υπεύθυνο του σεμιναρίου στα ελληνικά:
«Τώρα ξέρεις…».
«Καλά καλά… Βιάζομαι! Φεύγω…».
«Μη βιάζεσαι! Ποτέ άλληφορά χωρίς τσιλιαδόρο…».
«Καλά καλά… θα τα πούμε τηλεφωνικά!».
«Υπάρχουν και κοριοί! Να προσέχεις!».
«Στο σπίτι μας δεν υπάρχουν! Ραντίζει ο πατέρας κάθε τόσο!…».
«Κι άμα δεις τα σκούρα σε κάποια δύσκολη δουλειά τραβάς…».
«Τα μαλλιά μου;…».
«Την κουμπούρα βρε ηλίθιε!… Μα τόσο κουμπούρας είσαι…».
«Ααααα!».
«Αξ! Και πάλι καλή λευτεριά! Και γι αυτά που είπαμε τάφος!».
Τελευταία ακούω συχνά να λένε πως εξαιτίας του κορονοϊού οι κλοπές και οι ληστείες εντάθηκαν. Δεν το πιστεύω. Ένας νοικοκύρης θα προτιμήσει να πεθάνει από την πείνα παρά να κλέψει. Αυτοί οι οποίοι κάνουν τις ληστείες εφαρμόζουν σωστά τη λαϊκή παροιμία και η οποία λέει: Δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις.
Μήπως φταίει και η παροιμία; Κάποιοι προτιμούν μόνο το δεύτερο σκέλος. Την κλοπή! Να και το σύνθημα: Άμα βουτάς… ποτέ δεν πεινάς…
Άρα δεν χρειάζεται να δουλέψεις. Κι όμως, όσα κι αν σουφρώσουν οι κλέφτες ποτέ δεν κόβουν το χούι. Είναι ικανοί να κλέψουν ακόμα και το ρολόι του ανακριτή, εάν κατέχουν τα μαγικά του Ξανθού Μάγου!
Όταν κάποιος συλληφθεί, διότι δεν συνεμορφώθη εις τας υποδείξεις, το μόνο που σκέφτεται είναι η απόδραση! Η μέρα της εξόδου από την πίσω πόρτα! Κι όσο αφορά ημερομηνία και ώρα της επόμενης κλοπής, είναι προγραμματισμένη έσωθεν!
Κάποιος συνελήφθη είκοσι φορές και είναι ακόμα έξω! Το άκουσα κι αυτό!
Κάποιος άνεργος και άστεγος έκανε μια κλοπή χειμώνα καιρό με σκοπό να τον συλλάβουν για να ζήσει σαν άνθρωπος! Κι αν τον λένε Ζήση ακόμα καλύτερα!
Όλα τζάμπα! Ζεστασιά, φαγητό τρεις φορές την ημέρα, ταβλάκι, μπιρίμπα, κι ούτε κουβέντα για εργασία. Όπως γίνεται στις αγροτικές φυλακές! Κι όταν σερβίρουν το φαγητό του έχει το θράσος να κάνει ακόμα και χιούμορ λέγοντας!
«Στην μπουζού πληρώνεις κάτι παραπάνω… αλλά τρως καλά! Καλύτερα και από τα προηγούμενα μνημόσυνα. Αρκεί να κλέψεις λίγα μπιζού… μέρα μεσημέρι!
Ενώ ο συνάδελφός του, ο οποίος έκανε χρέη σερβιτόρου, υπερθεματίζει και πιάνει κουβέντα μαζί του:
«Οι χαζοί και τα ρολόγια δουλεύουν σήμερα σύντροφε…».
«Να όμως που δεν έχω ούτε ρολόι για να το βάλω να δουλέψει!…»..
«Καλά, κοσμηματοπωλείο δεν είχες ληστέψει όταν σε μπουζούριασαν!».
«Ναι… Και μάλιστα Ρόλεξ!».
«Και δεν κράτησες ούτε ένα βρε ηλίθιε…».
«Πώς να κρατούσα μωρέ, που με είχανε ψάξει ακόμα και στον πισινό μου για διαμάντια!».
«Γιατί! Υπήρχε περίπτωση να ψάξουν τον δικό μου ομότεχνε; Έπρεπε να βρεις τρόπο να κρύψεις κάποια Ρόλεξ…».
«Τι μου λες τώρα! Το ξέρεις πως μου πήραν και το δικό μου! Τους ορκίστηκα πως το ρολόι ήταν του συγχωρημένου πατέρα μου, αλλά και πάλι δεν με πιστέψανε. Μάλλον με πιστέψανε, αλλά για πολύ λίγο: Ήτανε ποτέ δυνατόν να είχε ο πατέρας μου Ρόλεξ, ένας φτωχός μεροκαματιάρης! Άρα, το είχε κλεμμένο κι αυτός!… Αυτό ήταν το πόρισμα!
Οπότε βλέπω πάει σόι το βασίλειο! Κατά πατέρα κατά κύρη, συνέλαβαν τον νοικοκύρη! Κατάλαβες τώρα για να καταλάβεις;…».
«Δεν κατάλαβα τίποτα… Εάν όμως θέλεις να καταλάβεις εσύ, τότε θα πας στο Σούφρα για να σου δείξει μερικά κόλπα… Αυτός κατά την ανάκριση έκλεψε ακόμα και την τσάντα, Λουί Βιτόν, της ανακρίτριας…».
«Και τον πιάσανε φυσικά…».
«Όχι και άμεσα! Το έσκασε. Χτύπησε τον φρουρό με την τσάντα, και μέχρι να τον συλλάβουν πέρασε ένα μήνα ελεύθερο πουλί… Είναι μεγάλη ιστορία. Θέλεις να ακούσεις και το άλλο! Όταν μπήκε στην εκκλησία για να κρυφτεί, ο παπάς κοινωνούσε τους πιστούς εκείνη την ώρα και, για να μη δώσει στόχο, αναγκάστηκε να κοινωνήσει κι αυτός. Κι ας ήταν ακοινώνητος! Έκανε όμως και πάλι ένα μεγάλο λάθος. Έκλεψε του παπά το θυμιατό με αποτέλεσμα να τον προδώσει η Παναγία! Το είχε βάλει πίσω από το εικόνισμά της! Την συνέχεια άλλη φορά. Καμιά μπιρίτσα παίζει σήμερα αδερφέ εν Χριστώ;».
«Εάν είχες κανένα από εκείνα τα Ρόλεξ, Άχριστε… ακόμα και χαβιάρι θα σου έβρισκα! Δε μου λες! Κάτι άλλο! Εκείνος ο ζωγράφος δεν ήταν να απολυθεί χθες!».
«Απολύθηκε, αλλά δεν πρόλαβε να πάει στο σπίτι του. Επειδή ήξερε πως ήταν υπεράνω πάσης υποψίας επέστρεψε και παραποίησε τη φίρμα του σωφρονιστικού καταστήματος».
«Δηλαδή!».
«Την έκανε ‘‘Σουφρονηστικό κατάστημα…’’ Αυτός είναι ο κύριος Σούφρας με το όνομα!».
«Και τον πιάσανε!…».
«Φυσικά! Για δεύτερη φορά οι τοίχοι… ήταν με το μέρος του…».
«Μισό λεπτό φίλε! Κάποιος με κάνει νόημα. Κάτι θα θέλει. Τι άλλο από λίγη παραμύθα…
«Μη φωνάζεις γιατί και οι τοίχοι έχουν αφτιά…».
«Αλήθεια!… Μήπως τα ζωγραφίζει ο Σούφρας! Είναι γεμάτα τα ντουβάρια αφτιά!».
«Λες να έχουν σχέση με τα αυτιά του Αυτιά!».
«Τώρα! Με συγχωρείς για τη φράση μου, αλλά είπες τρίχες!!!».
Υ.Γ. Κάποιοι έγκλειστοι παίρνουν λίγη άδεια… και επιστρέφουν γεμάτοι! H σουφροτέχνη να είναι καλά, κι από εισόδημα… γενναίο και αφορολόγητο!


