Στα χρόνια της Καστανιάς…
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Μην φαντασθείτε κάποιο δένδρο Καστανιάς… Στον παλιό δρόμο θα αναφερθώ.
Η επιλογή των θεμάτων των καναλιών, κυρίως των ιδιωτικών, γίνεται με βάση την τηλεθέαση. Προβάλλονται επαγγέλματα τα οποία έχουν γκλαμουριά, διασκέδαση, σεξ, εικόνα κλπ. Ακόμα κι αν κάποιος από τους γελοίους τραγουδιστές κατουρήσει το παντελόνι του, την επομένη θα είναι πρωτοσέλιδο σε κάποιες εφημερίδες, κύριο θέμα στα κουτσομπολίστικα περιοδικά, και ξεκατίνιασμα στην εκπομπή της κυρίας Σκατιάνας!
Ποιος νοιάστηκε τους θεριστές που ψήνονται από τον καύσωνα. Τους νταλικέρηδες οι οποίοι κόβουν χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε μέρα για να τροφοδοτήσουν το λαό με τα λογής προϊόντα. Ποιος χαμπάρισε τους οδηγούς λεωφορείων και των ταξί οι οποίοι επιτελούν σπουδαίο κοινωνικό έργο. Τους ήρωες οδηγούς της δυτικής Μακεδονίας οι οποίοι περνούσαν χρόνια τώρα το τρίγωνο των Βερμούδων, ήγουν Καστανιά…
Η εμπειρία μου από αυτά τα ταξίδια, και αφορμή για να θυμηθώ και να καταγράψω το παρόν άρθρο, έχει να κάνει με την συμπεριφορά ενός εισπράκτορα λεωφορείου.
Την εποχή εκείνη τις κοπέλες, και ανύπαντρες γενικά γυναίκες, τις προσφωνούσανε δεσποινίδες. Έλα όμως που ο εισπράκτορας είχε κάνει κάποιο εγκληματικό λάθος, προσφωνώντας μια ανύπαντρη γυναίκα κυρία! Ένα λάθος, το οποίο δεν θα κάνανε μόνο όσοι την γνωρίζανε. Κι αφού ήταν γνωστή του εισπράκτορα, δυο φορές λάθος.
Προσωπική μου εκτίμηση ήταν να είχε καβατζάρει πλέον τα εξήντα συναπτά έτη!
Το λεωφορείο έκανε στάση στην Αλεξάνδρεια και η δεσποινίς πήγε να κατεβεί από την πίσω πόρτα. Οπότε ο ευγενικός εισπράκτορας προσφέρθηκε να την βοηθήσει. Της μιλάει λοιπόν στον πληθυντικό και όλο ευγένεια λέγοντας:
Σιγά κυρία μου να σας βοηθήσω, έχετε βλέπω και κάποια πρώιμη… ηλικία!
Τι ήταν να της το πει! Τα ακούει κανονικά, και με στεντόρεια φωνή της λέει:
«Κυρία να πεις τ’ μάνας κι να είνι χήρα… Βρουκόλακα, έ βρουκόλακα! Θα σι κάμου αναφορά στου αφθιντικό σ’ ».
«Ιγώ είμι μα το αφιντικό! Θ’κομ είναι του λιουφουρέιου!».
«Θα σι καμου αναφορά στου Κτέλι…».
«Θ’κόμ είναι κι του Κτέλι. Τσακός καλά τώρα που κατιβαίνς να μη σκρουπήσεις…»
Και μόλις η κυρία κατέβηκε, και λίγο πριν κλείσει την πόρτα, ο εισπράκτορας λέει:
«Άϊντι μαρ σμιθιρά! Όρα καλής κι καλό τυχηρό!…».
Σιούρδος, μα τι σιούρδος ο εισπράκτορας!».


