Ο Αχίλλης κάποτε…
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Στα παλιά τα χρόνια η εμπορροζωοπανήγυρις γινότανε δυο φορές το χρόνο. Τον Ιούνιο και τον Οκτώβριο. Τα τελευταία όμως χρόνια μόνο τον Οκτώβριο.
Αν προσπαθήσει κανείς να συγκρίνει τον παλιό με τον νέο Αχίλλη δεν θα βρει καμιά απολύτως ομοιότητα. Τον σημερινό τον γνωρίζουν μικροί και μεγάλοι. Αρκεί μια βόλτα ανατολικά της Εδέμ… και λίγο πιο κάτω από το πάρκο. Τον παλιό όμως μόνο τρανοί!
Μια περιγραφή νομίζω πως είναι απαραίτητη για να θυμηθούν οι μεγάλοι, και να πληροφορηθούν οι μικροί πόσο δύσκολη ήταν η μετάβαση από τα χωριά στον Αχίλλη.
Η επίσκεψη των πανηγυριωτών, για του κατοίκους των απομακρυσμένων χωριών, διαρκούσε σχεδόν δυο μέρες. Κάποιοι κάνανε στάση μεταξύ Μαυραναίων και Μαυρονόρους για ξεκούραση και λίγο ύπνο, και τα χαράματα ξεκινούσαν για τα Γρεβενά. Όσοι είχαν και κάποια ζώα για πώληση, αν και τους ξέρανε τους δρόμους, καθυστερούσαν αρκετά μέχρι να φτάσουν στην Κόρντομπα! Την μακρινή και μόνη!
Τα παιδιά των κοντινών χωριών, όπως το Μεγάλο Σειρήνι, κατέβαιναν στον Αχίλλη καθημερινά και με τα πόδια. Τα οχήματα, κυρίως τρακτέρ, σπάνιζαν κι αυτά. Να γιατί τα μεταφορικά μέσα ήταν τα άλογα με τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια. Κι όλα 4χ4, αλλά με παλινδρομική κίνηση.
Φτάνοντας στον Αχίλλη με το φίλο μου Νίκο, παιδιά του δημοτικού σχολείου, νιώθαμε πως είχαμε επισκεφθεί μια σημερινή την Ντίσνεϊλαντ!
Εικόνα και ήχος μας δημιουργούσαν ασυμβίβαστα συναισθήματα. Η εικόνα, με τα ατελείωτα πέρα δώθε για ψώνια στις παράγκες. Κι o ήχος, με το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό της μοτοσικλέτας του τρικαλινού Τάκη Βήκα μας ξεκούφαινε. Το ίνδαλμα των μικρών, κι ο θαυμασμός των μεγάλων! Να και η μόνιμη απορία. Πώς στεκότανε κάθετα στα ξύλινα ντουβάρια! Ρωτήσαμε κάποιον μεγαλύτερο χωριανό μας και μας είπε πως η ισορροπία οφειλόταν στη φυγόκεντρη δύναμη!
Άααα… κάναμε με ανοιχτό το στόμα, χωρίς να γνωρίζουμε καν αυτή τη λέξη, Ευτυχώς που δεν μας επισκέφτηκε κάποια μύγα να κάνει το γύρο του θανάτου μέσα στο στόμα …
Ανεβασμένος ο Τάκης Βήκας στην μοτοσικλέτα, η οποία πατούσε επάνω σε δυο κυλίνδρους, έτρεχε χωρίς να κινείται! Άλλη απορία κι αυτή!
Όταν κόψαμε εισιτήριο και ανεβήκαμε επάνω στο τεράστιο βαρέλι με ανοιχτό τον επάνω πάτο ο θαυμασμός μας είχε βαρέσει κόκκινο! Κοιτούσαμε τον Τάκη να περιστρέφεται στα ξύλινα τοιχώματα με δεμένα τα μάτια! Αυτός ήταν ο γύρος του θανάτου.
Από τον γύρο της ζωής όμως δεν κινδυνεύαμε. Αντίθετα, είχαμε καρδαμώσει αρκετά τρώγοντας σε λίγο με λαιμαργία από ένα πιτόγυρο!
Στη συνέχεια κοντοσταθήκαμε σε κάποιον παπατζή και προσπαθούσαμε να μαντέψουμε τον παπά.
«Εδώ παπάς εκεί παπάς πού είναι ο παππάς;» έλεγε ο παπατζής.
«Εδώ!…» είπα εγώ χωρίς να ποντάρω. Όντως ήταν εκεί! Όταν όμως έδωσα το δίδραχμο, ο παπάς είχε κρυφτεί κάτω από στο διπλανό χαρτί της τράπουλας και το δίδραχμο στην τσέπη του παπατζή!».
Φεύγοντας μας τράβηξε το γλέντι κάποιων μερακλήδων σε μια ταβέρνα. Η φάση όμως η οποία μας διασκέδασε με το φίλο μου ήταν τα φιλοδωρήματα σε μια σέξι ντιζέζ. Ο μερακλωμένος θαμώνας δεν κερνούσε τα χιλιάρικα στο μέτωπο του οργανοπαίχτη, αλλά τα έχωνε βιαστικά στο βαθύ ντεκολτέ της τσιτσολίνας! Ενώ η απόσυρση του χεριού του κωλυσιεργούσε αρκετά και λάγνα!
Αποχωρώντας κι από εκεί είδαμε μια τσιγγάνα (ντράχτσα) να την οδηγούν οι αστυνομικοί σε κάποιο πρόχειρο αστυνομικό τμήμα. Δεν προλάβαμε να ρωτήσουμε για τον λόγο της σύλληψης και προσαγωγής. Την απάντηση την πήραμε από κάποιον ομοιοπαθή χωρίς να ερωτηθεί:
«Αυτή η ίδια είχε πάρει προχθές και το δικό μου πορτοφόλι από την τσέπη μου, αλλά δεν έβαλε μυαλό».
Η τσίκνα των ψησταριών μας τσάκισε τη μύτη, αλλά πού λεφτά για τέτοιου είδους κουβαρνταλίκια. Προς το παρόν πορέψαμε με ένα φοινίκι από τον μπάρμπα Κώτσιο εγώ, και ένα παγωτό από τον Μπελεβέγκα ο φίλος μου ο Νίκος.
Πιο κάτω μας συγκίνησε το κλάμα ενός μικρού κοριτσιού. Ήθελε μια κούλα και η μάνα του το έσερνε σαν τον Έκτορα, λέγοντάς του να βγάλει το σκασμό για να μην φάει κι άλλες!
«Πάρτου την κούκλα καλέ! Πόσο κάνει;» είπε μια νεόπλουτη μανούλα.
«Έλα πιο κοντά για να μη ξεσπάσω σε σένα και γίνουμε ρεζίλι. Έψαχνα μια ώρα για να βρω τον αχαϊρευτο, για να μου δώσει λεφτά για ψώνια, και πού λες τον βρήκα! Στην ταβέρνα πιο κάτω!».
«Άμα πεινούσε τι να έκανε ο άνθρωπος! Νηστικός θα έμενε».
«Άλλη πείνα είχε, αλλά άστο! Δεν τρώγεται αυτή…».
«Δηλαδή!».
«Του τα έφαγε όλα εκείνη η ντιζέζα!… Να! Κοίτα τον πορτομανέ! Μόνο την αυτότητα… έχω μέσα, το χαρτί με τα ψώνια, και ένα μυξομάντιλο να σκουπίζω τα δάκρυα! Κατάλαβες τώρα για να καταλάβεις! Με τι παράδις να πάρω προίκα για του κουρίτς!»
Να και το θεατράκι. Ο ηθοποιός, κάποιος κοκκινομάγουλος, ίδια πιπεριά Φλωρίνης, είχε κολλήσει στην ίδια ατάκα: Τα λάδια φέτος καλά! Τα λάδια καλά! Τα λάδια καλά!
Κάναμε και μια βόλτα στο ζωοπάζαρο! Τι την θέλαμε! Για να αποδείξει ο Τάσος πως, το γαϊδουράκι το οποίο θα πωλούσε σε κάποιον ανυποψίαστο, εκτός από τέσσερα επί τέσσερα ήταν και σβέλτο, του τρυπούσε τον πισινό με το καρφί το οποίο είχε στην άκρη της μαγκούρας! Και μόλις είδαμε το αίμα γίναμε αρκούντως φιλόζωοι!
Κάνοντας το λογαριασμό των εξόδων διαπίστωσα πώς είχα ξεφύγει αρκετά. Ο πατέρας, μου είχε δώσει ένα δεκάρικο για να δώσω τις πέντε δραχμές στον αδερφό μου το Χρήστο, ο οποίος πήγαινε στο Γυμνάσιο, και μου είχανε μείνει μόνο τρεις!
Να τι μου είχε συμβεί. Κάποιος μου είχε δελεάσει με ένα αραπάκι. Κι όταν το γέμιζε με νερό και το φυσούσε από το κεφάλι κατουρούσε! Πάνε άλλες δυο δραχμές.
Μόλις συνάντησα τον αδερφό μου, του ζήτησα χίλια συγγνώμη φαρμακωμένος και του έδωσα τις τρεις δραχμές οι οποίες μου είχανε απομείνει!
Ο καλός αδερφός μου όμως είπε να κρατήσω και τις τρεις δραχμές! Ξεχνιέται εκείνο το βουβό κλάμα! Τη φτώχεια μας ….!
Όλα αυτά είχανε συμβεί κατά την δεκαετία του πενήντα. Να και το χθεσινά!
Μου πήρε η σύζυγος ένα ζευγάρι πιτζάμες από τον Αττίλα με δυο ευρώ. Κι όταν την συνάντησα και μου τις έδειξε δεν την πίστεψα. Κι αφού επέμενε, της είπα να πάει να πάρει άλλο ένα ζευγάρι. Τελικά δεν πρόλαβε γιατί δεν είχε απομείνει ούτε ένα. Δυο ευρώ! Όσο ένας μέτριος καφές! Αν είναι δυνατόν!
Ψάχνοντας την αιτία της χαμηλής τιμής τη βρήκαμε τελικά όταν επιστρέψαμε στο χωριό. Το ένα μανίκι ήταν πιο κοντό. Λες και θα πήγαινε σε ρεβεγιόν ή και πάρτι για να ντροπιαστώ. Μακάρι να προλάβαινε κι άλλο ένα ζευγάρι και με διαφορετικά χρώματα. Θα κοντύνω και το άλλο μανίκι και θα γίνουν καλοκαιρινές! Τόσο απλά!
Κάθε πρόβλημα έχει την λύση του!
Πήρα γερμανικό στειλιάρι. Να μην έπαιρνα και τούρκικες πιτζάμες! Αυτό θα πει να προτιμάς ελληνικά προΙΟΝΤΑ!…


