Η βράβευση
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Μετά την ανακοίνωση της βράβευσης μου στον Α’ Πανελλήνιο διαγωνισμό, και συγκεκριμένα στις 4-4-93, αναχώρησα για την Καλαμπάκα να πάρω το τελευταίο τρένο του Γκάνχιλ… για Αθήνα.
Μπαίνοντας στο βαγόνι συνάντησα μια καθώς πρέπει κυρία, με την καλόγρια κόρη της, και σε λίγο μπήκε και μια χωρική. Η κυρία Ευγενία! Κι όπως αποδείχτηκε, ούτε κυρία ήταν κι ούτε χωρική. Ήταν μια άξεστη και χυδαία χωριάτισσα.
Έκανε πολύ κρύο και τα μόνα βαγόνια στα οποία λειτουργούσε το καλοριφέρ ήταν αυτά της πρώτης θέσης. Οπότε, τα χώνω στην κύριο ελεγκτή μόλις πλησίασε για να ελέγξει το εισιτήριό μου:
«Κι εδώ ρατσισμός κύριέ μου! Μόνο στα κυριλέ βαγόνια υπάρχει θέρμανση!»
«Δεν πρόκειται περί ρατσισμού κύριε. Απλά στα βαγόνια εκείνα πληρώνονται τα κοινόχρηστα κανονικά… Στο τελευταίο βαγόνι, το οποίο είναι γεμάτο τσιγγάνους, μόνο ένας πλήρωσε εισιτήριο. Κι αφού είστε ίδιο κύκλωμα!…».
«Κι εδώ κυκλώματα…» επανέλαβα διαμαρτυρόμενος, αν και χριστιανός ορθόδοξος.
Ξαφνικά γνωρίστηκα αναγκαστικά με την κυρία Ευγενία. Δεν της ζήτησα καν το όνομά της, αλλά εκείνη μου συστήθηκε αυθόρμητα, και στη συνέχεια δεν έβαλε γλώσσα μέσα. Ουσιαστικά με ανέκρινε, όπως ακριβώς κάνουν και οι συνοριοφύλακες στους λαθρομετανάστες! Με ρώτησε για να μάθει πώς με λένε, ποιος είμαι, από πού κατάγομαι, τι δουλειά κάνω, εάν είμαι παντρεμένος, αν έχω παιδιά, αν παίρνουν τα γράμματα, τι ψηφίζω κλπ. Κι όταν ζήτησε να μάθει την αιτία του ταξιδιού μου στην Αθήνα και να ήθελα να της απαντήσω δεν πρόλαβα. Επειδή δεν της απάντησα άμεσα, μου είπε εκείνη την δική της με δυο ανάσες. Μια μικρή! Και μια από μακροβούτι:
«Ιγώ, ξερ’ς γιατί παγαίνου κατ’;».
«Δεν ξέρω, κι ούτε θέλω να μάθω κυρία» της είπα ενοχλημένος φανερά.
«Ιγώ όμους θα σι πώ! Κατιβαίνου κατ’ για να γιδώ μι τα μάτια μ’ τα δυο τι άντρα πήρι η Αλιξάντρου μ’!».
«Γιατί; γνωρίζετε κάποιον που να βλέπει με το ένα μάτι, σαν τον Κύκλωπα!».
«Στας ντε! Μη αδιάζισι! Μι είπι πως πήρι καλό γαμπρό, κι μι ένα σκλαρίκι στου φ’τι. Τόχασι τ’ άλλου ή έχει κι ένα φτι!… Κι ύστιρις, τι σκλαρίκι τουν μάρανι!… Θα σκάσου απ’ του κακό μ’ μέχρι να φτάσου κατ’…».
«Αντί να σκάσετε, θα σας παρακαλέσω πολύ να σωπάσετε για να μη σκάσετε νωρίτερα εμάς…».
Γίναμε θέατρο στις κυρίες που καθότανε στον απέναντι καναπέ. Κι όταν την παρακάλεσα να με αφήσει ήσυχο πλέον, τότε έπιασαν το μπελά τους οι καθώς πρέπει θεοσεβούμενες χριστιανές. Η καλόγρια με την μάνα της. Να και η πρώτη αγενής ερώτηση από την κυρία Αγενία!…
«Θ’κο σ’ είνι του κουρίτσ’ μαρί;…».
«Πώς γνωρίζεται το όνομά μου αφού δεν συστηθήκαμε!».
«Γιατί, πρέπ’ να ζισταθούμι για να πούμι κι καμιά κουβέντα!».
«Μάλιστα! Κόρη μου είναι η Θεολογία!».
«Δεν μπόρισις να του παντρέψεις, δεν μπόρισις ά…».
«Η κόρη μου ερωτεύτηκε το Χριστό μας και δεν σας επιτρέπω να χυδαιολογείτε» και σταυροκοπήθηκε ευλαβικά.
«Ιγώ ξέρου άλλη παντ’ρά! Αλλά τέλους πάντους!».
Όση ώρα μιλούσε η Ευγενία με την καλόγρια, εγώ είχα βγάλει το τετράδιο και κατέγραφα ανελλιπώς όλα τα ευτράπελα.
Η συνέχεια δεν είναι πλέον για πρόλογο… Είναι κυρίως θέμα… Γι αυτό και σας παραπέμπω στη συνέχιση του διαλόγου τον οποίο θα συναντήσετε στο κυρίως έργο! Το θεατρικό. Χωρίς να το καταλάβω έγινα και θεατρικός συγγραφέας.
Για τη στιγμή πήρα το σταυρόλεξο από το σάκο και έκανα πως ασχολούμαι μ’ αυτό. Στην ουσία όμως έγραφα κρυφά τα ευτράπελα της Ευγενίας σε κάποιο τετράδιο το οποίο είχα ανάμεσα στα πόδια. Πρόχειρες και κακογραμμένες ατάκες οι οποίες θα στόλιζαν αργότερα το πρωτόλειο θεατρικό μου έργο με τίτλο: «Το βαγόνι». Πόσο αργότερα! Ίσως και μετά από πολλά πολλά χρόνια. Έτσι κάνω πάντα για να μην παιδεύομαι να θυμηθώ κάτι το ενδιαφέρον. Μάλιστα κρατάω σημειώσεις ή και γράφω ολόκληρες σελίδες!
Να λοιπόν η μαγιά!… Και ευτυχώς που η λογοτεχνική μαγιά δεν κόβετε ποτέ όπως το γάλα με το γιαούρτι!
Κι ο διάλογος καλά κρατεί. Ενώ οι επόμενες κουβέντες της κυρίας Ευγενίας παραήταν προσβλητικές:
«Τι να κάμουμι κυρ Θιλουίτσα! Ούλα έτ’σ καμ’ν. Σκανταλνούντι σκανταλνιούντι απου μ’κρά, κι ύστιρις χαλιεύουν κι καλό γαμπρό!… Αμ στου παιρ’ν που δεν στου παίρ’ν ου άλλους μ’σοτριβου!».
«Καλέ μαμά; Τι θα πει μ…σότριβου; Το είπα καλά;»
«Χειραφετημένο κόρη μου! Μη δίνεις σημασία, είναι τρελή!» είπε ψιθυριστά.
«Πού μα χωραφυτημένου! Πότι δούλιψαν αυτά στα χωράφια!».
Μέσα σ’ αυτό το τρένο υπήρχε όλη σχεδόν η γκάμα της κοινωνίας, αλλά σε διαφορετικές θέσεις. Πρώτη, δεύτερη και τρίτη. Υπήρχαν χωρικοί, τσιγγάνοι, επαίτες, αλβανοί, στρατιώτες, υπάλληλοι, επιστήμονες, έμποροι κλπ. Και μέχρι την Αθήνα θα συμβούν πάρα πολλά σοβαρά και, αυτό κυρίως, επιθεωρησιακά ευτράπελα.
Είχα πάρει φόρα κι έγραφα βιαστικά. Έπρεπε να καταγράψω κι αυτά τα οποία είχανε προηγηθεί. Μέχρι τα Τρίκαλα είχα γεμίσει μια ολόκληρη σελίδα και, χωρίς το καταλάβω, η κύρια θεματολογία μου θα ήτανε ο ρατσισμός. Ενώ η υποκρισία με την αχαριστία θα ήταν παραστάτες στο βάθρο των μεταλλίων…
Μετά από μια μικρή παύση επιβεβαίωσα πλέον την πρόωρη διαπίστωση: Πως ο ρατσισμός είναι ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα και πως η υποκρισία είναι αδερφή εξ αίματος με τον φαρισαϊσμό. Ενώ η αχαριστία έπρεπε να διώκεται και δια νόμου.
Μέχρι να φτάσω στην Αθήνα είχα γράψει το μισό έργο. πενήντα σελίδες. Το άλλο μισό, πενήντα δυο σελίδες, το είχα γράψει κατά την επιστροφή. Να και οι ευχές της κυρίας Ευγενίας κατά τον αποχωρισμό:
«Γεια σου Θιλουίτσα κι καλό τυχηρό!».
«Ο Θεός μαζί σας κυρία Ευγενία».
Να και οι δικές μου ευχές:
Στους ρατσιστές με οργή.
Στους υποκριτές με αγανάκτηση.
Και στους αχάριστους με άσπονδο μίσος.
Απρίλης 1993. Βαγγέλης Μπάκας, εκκολαπτόμενος συγγραφέας!
Να τι θα μου έλεγε κάποιος Κοζανίτης: Μ’ αν είσι αβγό ρα!…


