Γενική επιστράτευση
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Στις 20-7-74 μέρα Σάββατο κηρύχτηκε η γενική επιστράτευση. Κι όπως όλοι, όσοι είχαμε υποχρέωση από τον νόμο να καταταγούμε, ξεκινήσαμε με λεωφορείο από τα Γρεβενά για την Καλαμπάκα, από όπου θα παίρναμε και το τελευταίο τρένο του Γκάνχιλ!…
Ανάμεσά μας υπήρχε και κάποιος δικαστικός ο οποίος ένιωθε παράνομος! Κι ο λόγος, επειδή δεν είχε πάρει ό,τι έγραφε το χαρτί της επιστράτευσης. Και να λέει:
«Μα να μην πάρω ούτε τα ξυριστικά!». Και άντε πάλι τα ίδια.
Οπότε του λέει κάποιος: Το όπλο να μην ξεχάσεις φίλε! Δεν πάμε για θερισμό και ούτε για παραθερισμό! Πάμε αν μας θερίσουν οι τούρκοι, όπως διαλυθήκαμε!…
«Επιτρέπεται τόση αφηρημάδα από κάποιον δικαστικό! Θα σκάσω!…».
«Τι να πω κι εγώ μωρέ σαγγελέα, που άφησα την κομπίνα στο χωράφι με την μπουκιά του σιταριού στο στόμα, κι εσύ φοβάσαι μη τυχόν σκοτωθείς αξύριστος και σε περάσουν για αντάρτη να ούμε!…
«Έπρεπε να είμαστε νομοταγής κύριε! Δεν υπάρχει δικαιολογία!».
«Άστο τώρα ντε! Άμα θέλεις να μη σε γράψουν πετάξου στην Καλαμπάκα και πάρε ακόμα και οδοντόβουρτσα!…».
Όταν μπήκαμε στο τρένο, το δάπεδο ήταν γεμάτο χυμένα άλευρα. Ίσως και από τον πόλεμο του ’40, αφού τα βαγόνια ήταν όλα παροπλισμένα για χρόνια!
Μετά από μια ώρα περίπου, (όχι φυσικά και στην ώρα του), ξεκίνησε το τρένο της μεγάλης φυγής για την Αθήνα, αγκομαχώντας. Μέσα σε λίγα λεπτά γίναμε όλοι λευκοί. Λες και αργαζόμασταν σε αλευρόμυλο.
Προορισμός της μονάδας μου, καταδρομών αλεξιπτωτιστών, ήταν το Μεγάλο Πεύκο. Και μόλις φτάσαμε μας οδήγησαν σε κάποιοι έμπεδο στην περιοχή Καντήλι. Ουσιαστικά σε κάποια καλαμιά όπου, ουκ έστιν ύδωρ, μηδέ τροφή, παρά καύσων άνευ χλωρίδας και σκιάς.
Λένε πως ο πόλεμος κάποιους τους φτιάχνει και κάποιους τους χαλάει. Και να
ο πρώτος ο οποίος θα φτιαχνότανε την επομένη, όταν πληροφορήθηκε την θέση μας. Ήταν ο ιδιοκτήτης βρόμικης υδροφόρας με ύδωρ αμφιβόλου γεύσης και ποιότητος.
Μέσα σε λίγα λεπτά η ουρά ξεπέρασε κι αυτή του Λεμούριου! Η υπομονή των τελευταίων διψασμένων παλικαριών δοκιμαζότανε θανάσιμα, αφού απείχαν τόσο από την υδροφόρα που δεν βλεπότανε.
Πόσο γρήγορα μπορούσε να γεμίζει ο εκμεταλλευτής τα πλαστικά ποτηράκια των δυο δραχμών, όταν χρειαζότανε να δίνει και ρέστα!
Ήταν τρία παλικάρια μπροστά, μέχρι να έρθει η σειρά μου να κοινωνήσω το άχαρο Μυστήριο. Ναι! Και άχαρο ήταν, και Μυστήριο! Ενώ ο διανομέας άχρηστος. Κι αφού δεν βρέθηκε κάποιος αξιωματικός να επιτάξει την υδροφόρα, καταλαβαίνετε την σχέση μας με την περήφανη αυτή μονάδα των κομάντο!
Λίγο πριν έρθει η σειρά μου, ένα παλικάρι το οποίο βρισκότανε πίσω μου μού ζήτησε την άδεια να ακουμπά στον ώμο μου. Είχε πάθει αφυδάτωση και βρισκότανε στα πρόθυρα κατάρρευσης.
Μόλις ήρθε η σειρά μου την έδωσα στον φίλο, κι εκείνος υποβασταζόμενος από μένα έβγαλε ένα πενηντάρι για να πληρώσει. Οπότε του λέει ο νερουλάς:
«Ψιλά!… Δεν θα με φας εσύ το μεροκάματο για δυο δραχμές και σαράντα οκτώ ρέστα!».
«Δώσε του νερό σε παρακαλώ και θα το πληρώσω εγώ που έχω ψιλά!».
«Εσύ τι είσαι; πλούσιος ή κουβαρντάς να ούμε…».
«Ο φίλος μου κινδυνεύει. Κάνε γρήγορα σε παρακαλώ».
«Από πού είσαι ρε μάγκα!».
«Από Μακεδονία! Έχει σημασία!».
«Βούλγαρος να ούμε εκεί χάμω…έ!».
«Του ρίχνω μια ψιλή, αφού δεν είχε ψιλά, και η οποία δεν δικαιολογούσε καν πτώση. Ο τύπος έπεσε χάμω, σαν ποδοσφαιριστής που θέλει να κάνει καθυστέρηση.
Μετά την αναστάτωση αυτή εμφανίστηκε ένας ανθυπολοχαγός με ένα μόνιμο λοχία για τα περαιτέρω. Είχα χειροδικήσει για πρώτη φορά στην ζωή μου και δεν γνώριζα καν τις συνέπειες.
Καθώς με οδηγούσανε στη σκηνή, όπου βρισκότανε ο κ. διοικητής, κανένας δεν μου είπε: Καλά τον έκανες! Άκουσα όμως κάποιες άλλες κουβέντες οι οποίες με τρόμαξαν, όπως:
«Τι έκανε ρε μ….! Το ξέρεις πως θα περάσεις στρατοδικείο! Το ξέρεις πως εν καιρώ πολέμου μπορεί και να …».
Μπαίνοντας ψαρωμένος στην σκηνή τι να δω! Τον πρώην Νομάρχη Γρεβενών κύριο Κωνσταντίνο Σαρήπαπα.
Με γνώριζε αμέσως αφού νωρίτερα, ως υπάλληλος της ΔΕΗ, του πήγαινα και κάποιες υπηρεσιακές καταστάσεις των ΠΣΕΑ για να τις υπογράψει.
Αφού του εξήγησα λεπτομερώς τι είχε συμβεί, κάλεσε τον οδηγό του βυτίου και του είπε μπροστά μου.
«Εσύ και η οικογένειά σου αγαπητέ μου είστε ασφαλής όσο κανένας άλλος. Η επίλεκτη αυτή μονάδα των καταδρομών εγγυάται ακόμα και την ζωή σας. Πες μου εάν διαφωνείς σε κάτι από αυτά που μου ανέφερε ο Μπάκας! Τα άκουσες!».
«Σε τίποτα!».
«Τότε, από την στιγμή αυτή επιτάσσεται η υδροφόρα επί 24ώρου βάσεως. Κι αν δεν έχεις δικούς σου οδηγούς θα σου δώσουμε εμείς».
«Έχω!…».
Άραγε, πώς θα ένιωθε ο άπατρις αυτός τύπος όταν έβλεπε την υδροφόρα να χύνει μόνο νερό, και να μην εισπράττει ούτε ένα δίφραγκο!… Κάποιοι μάλιστα το είχανε παρακάνει. Κάνανε και μπάνιο!
Όταν ρωτούσε κάποιος: Ποιος χτύπησε τον νερουλά; Του απαντούσαν: Αυτός ο οποίος λέει την ατάκα: Εσύ ξέρεις πάλι…
Ήταν μια γρεβνιώτικη ατάκα της εποχής/
Να μην νιώθω κι εγώ, έστω αναδρομικά, ως μια αρσενική Δέσποινα Βανδή!
Υ.Γ Πού είχανε καταντήσει οι δικτάτορες το περήφανο αυτό σώμα μας, των καταδρομών αλεξιπτωτιστών, να ζητιανεύει ένα πλαστικό ποτηράκι νερό!
Μετά από τρεις μέρες ήρθε ένα αμάξι από την Ρόδο γεμάτο πλούσια γεύματα και ακολούθησαν κι άλλοι ευεργέτες.
Ο γιος του Σαρήπαπα είχε στεφανώσει τον κουνιάδο μου. άρα είχα και μέσον! Κι όταν μου είπε πως θα κατέβαινε στην Αθήνα για να φέρει ψητά κοτόπουλα, εγώ του είπα πως θα προτιμούσα το απολυτήριο!
Κατάντια κι αυτή! Να παζαρεύεις το απολυτήριο με ένα ψητό κοτόπουλο!


