Το πουλάκι τσίου
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Με το τέλος της σχολικής χρονιάς οι μικροί βουκόλοι αφήναμε το σακούλι με τα βιβλία και τα τετράδια και παίρναμε τα εξής σύνεργα για την βοσκή των ζώων: Τον τορβά με το πινάκι, (τάπερ), και με μόνιμο μενού το τυρί με τα αβγά. Το παγούρι με το νερό. Το δεκανίκι για να προγκίζουμε τα ζημιάρικα ζώα. Ένα καπέλο για σκιά. Ένα σουγιά να κόβουμε βέργες για να πλέκουμε καλάθια. Ίσως και κάποια φλογέρα για να διασκεδάζουμε πουλιά και ζώα. Ας ήμασταν φάλτσοι! Δεν θα παίζαμε και την ενάτη του Μπετόβεν!
Απαλλαχτήκαμε από την βέργα του δάσκαλου και πέσαμε στην γκλίτσα του δραγάτη. Να και η υποκρισία μας. Δήθεν ήμασταν και φιλόζωοι, επειδή πηγαίναμε τα ζώα για βοσκή αναγκαστικά! Μερικές φορές μας ξεπροβόδιζαν οι γονείς με το ζόρι!
Τύφλα να είχαν οι ξυλιές από το δάσκαλο, συγκριτικά με αυτές που έχω ρίξει εγώ στα βόδια. Κι ο λόγος; Επειδή ήθελαν μια μπουκιά απαγορευμένου καρπού! Κι όπως πάντα την φορτώναμε στην καημένη την Εύα!
Έδειρα και σκότωσα! Έτσι ακριβώς! Όπως το ακούτε φίλοι μου! Έδειρα ζώα και σκότωσα πουλιά! Να γιατί εδώ και χρόνια ολόκληρα λογοδοτώ στον ύπνο μου, σε κάποιο κακουργιοδικείο της πανίδας, με πρόεδρο την αρκούδα! Με αφήνει ήσυχο ο Μορφέας! Ο Θεός των ονείρων!
Το περιστατικό όμως, το οποίο δεν θα πάψω ποτέ να αφηγούμαι, είναι εκείνο κατά το οποίο με έπιασε κότσο ένα περδικόπουλο. Εξηγούμαι λοιπόν:
Η διαδρομή από το χωριό, και ανατολικά, μέχρι τρία χιλιόμετρα περίπου, ήταν σχεδόν καθημερινή. Την συγκεκριμένη όμως μέρα, και καθώς ακολουθούσα τα βόδια στον αγροτικό δρόμο, ακούω μπροστά μου ένα τσίου! Προχωρώ να το εντοπίσω για να το πιάσω, και ακούω πάλι το τσίου λίγα μέτρα πιο πίσω. Επιστρέφω, και το τσίου ακούγεται και πάλι πιο μπροστά. Σάστισα! Θα είναι κάποιο μικρό πουλάκι υπέθεσα. Δεν παραιτήθηκα όμως! Εάν επρόκειτο για κάποιο άλλο πουλί, ή και αντίλαλο από το ίδιο, δε θα μου γλίτωνε τελικά. Τσίου μπροστά. Τσίου πίσω, και τα βόδια βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν την ζημιά. Μπήκαν στο παρακείμενο χωράφι και βοήθησαν στην συγκομιδή της φακής σαν να ήταν Αφγανοί εργάτες!
Πού θα μου πάει; σκέφτηκα. Αφού είναι πεταρούδι θα το πιάσω οπωσδήποτε. Είναι θέμα βουκολικής τιμής… Το επόμενο τσίου, και πιο αδύνατο αυτή τη φορά, με οδήγησε σε κάποια μέτρα πιο μπροστά. Τι λέτε να είδα! Το περδικόπουλο ανάσκελα δίπλα σε μια βοδινή κοπριά. Φοβερή παραλλαγή. Το χρώμα του ήταν ίδιο με το χώμα του δρόμου. Και το φαγοπότι του Καρύδα με τον Μελίσση καλά κρατούσε.
Τώρα θα σε κανονίσω του είπα. Και καθώς σκύβω να το πιάσω, κατατρόμαξα. Δίπλα μου χτυπιότανε μια λαβωμένη πέρδικα. Απλώνω το χέρι μου για να την πιάσω και μόλις που μου ξεφεύγει. Δεύτερη προσπάθεια, τρίτη, και παρότι τραυματισμένη, δεν έγινε τρόπος. Κι αφού με παρέσυρε για κάμποσα μέτρα πιο κάτω, απογειώνεται σαν μπόινγκ 747! Κι εγώ να την κοιτάζω, αποσβολωμένος πλέον, μια να χάνεται και μια να εμφανίζεται στον συννεφιασμένο ουρανό.
Επιστρέφω να πάρω τουλάχιστον το πουλάκι τσίου και τι διαπιστώνω. Πως το πουλάκι τσίου είχε γίνει Πουλόπουλος!
Τι προνοητικότητα που ήταν κι αυτή Θεέ μου! Τι θέατρο έπαιξε αυτό το πουλί μαζί με την μάνα του την πέρδικα! Μια αγαστή συνεργασία μάνας και γιου, ίσως να ήταν και κορούλα η μικρή, με αφήσανε εμβρόντητο. Τι έπιασα τελικά; Αφήστε το δεν θα το βρείτε! Τον μπελά μου! Πλήρωσα τον εγωισμό μου με ξυλιές που έφαγα από τον αγροφύλακα. Τα βόδια με ξυλιές από μένα. Κι ο πατέρας μου πλήρωσε την ζημιά.
Πότε προλάβανε τα βόδια και φάγανε τριάντα κιλά φακές! Ούτε μαμούθ να ήτανε! Αυτή την ζημιά έκοψε ο αγροφύλακας.
Η υπόθεση παραλίγο να φτάσει στα δικαστήρια. Ο παθών δεν συμβιβαζότανε με την ποσότητα αυτή της φακής, αλλά απαιτούσε την φακή η οποία βρισκότανε στο στομάχι των βοδιών. Έλεος! Κι αν δεν επενέβαινε κάποιος κοινός μας φίλος, ίσως να περνούσαμε στο βιβλίο Γκίνες το: περί πινακίου φακής. Ο άνθρωπος ήταν δικομανής!
Αυτά με την βοσκή των βοδιών. Έτσι ξόδεψα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Κι ο πατέρας μου να τι μου έλεγε μετά από κάθε ζημιά: Αφού δεν διαβάζεις όσο πρέπει, και κάνεις ζημιές όσες δεν πρέπει, δεν θα είσαι ικανός να βοσκήσεις ούτε γίδια. Να η απόδειξη:
Η βοσκή των αιγοπροβάτων.
Τον καιρό που εκπνέει η ρόγα του βοσκού, την βοσκή των αιγοπροβάτων την αναλαμβάνουν χωριανοί. Αυτή τη φορά ο τσοπάνος θα ήταν ο θείος μου ο Σαράντης κι εγώ το τσοπανόπουλο!
Τα γιδοπρόβατα δεν τα πήγαμε και πολύ μακριά. Κάπου μεταξύ Μεγάλου και Μικρού Σειρηνίου. Καθώς προσπαθούσα να πιάσω τα ψαράκια στο μικρό ποταμάκι, κι ο θείος μου είχε κοιμηθεί, ο λύκος παραμόνευε. Κι όταν πήγα να μαζέψω τα ζώα για να φύγουμε τι να δω! Μια γίδα ξεκοιλιασμένη. Φωνάζω έντρομος το θείο μου και μόλις την είδε μου λέει! Ανεψιέ! Είναι η δική σας! Οπότε του λέω: Οι περισσότεροι έχουν πάνω από δέκα ζώα, γιατί προτίμησε την δική μου; Και μου απαντά: Δεν το ξέρεις πως οι λύκοι τρώνε από τα μετρημένα; Πρώτη φορά άκουσα την κουβέντα αυτή.
Τώρα, πώς να πάω στο χωριό, και με τι μούτρα να αντικρύσω τον πατέρα μου! τελικά το κακό μαντάτο είχε φτάσει νωρίτερα. Και μόλις τον πλησιάζω του λέω:
«Μπαμπά τα ‘μαθες;»
Αν και λιγομίλητος και σοβαρός, ο πατέρας μου για πρώτη φορά αστειεύτηκε:
«Ναι!».
«Τώρα τι κάνουμε;».
«Τι να κάνουμε; Δε σου είχα πει πως δεν θα είσαι ικανός να βοσκήσεις γίδια!»
«Θα αγοράσουμε μια άλλη γίδα;»|.
«Δεν είναι φακές αυτή τη φορά! Να τι θα κάνουμε. Θα πας άλλες τρεις μέρες να βοσκήσεις τις γίδες που μας απόμειναν, για να ξεφροντίσουμε από αυτό το τσιασίτι (είδος)».
Καλύτερα να με έδερνε, παρά που μου είπε αυτήν την κουβέντα. Προφανώς εννοούσε πως θα μου τις έτρωγε κι αυτές ο λύκος!
Άπαπα! Δεν κάνω εγώ για τσοπάνος! Όπως κι ο Λούκας για αρχηγός!


