Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

συμπλευση

Euromedica

euromedica ygeia

vandal

Επινόηση ολκής!

 

                                     Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας

         Δεκαετία του εξήντα κι ο τρόμος ο οποίος είχε κατακυριεύσει το λαό της  Μακεδονίας άφησε αρκετούς πολίτες της υπαίθρου ξάγρυπνους. Και η βασική αιτία δεν ήταν άλλη από την δραπέτευση ενός Βόα από κάποιο ζωολογικό κήπο της Γιουγκοσλαβίας.

          Και εάν δεν άκουγε την πληροφορία αυτή κάποιος χωριανός μας από το ραδιόφωνο ούτε που θα το μαθαίνανε.

          Η φρούρηση της περιοχής από σώματα χωροφυλακής και στρατού ήτανε σε ημερήσια και νυχτερινή βάρδια. Κι όσο πλησίαζαν οι μέρες για την ξαφνική  εμφάνισή του, άλλο τόσο εντεινότανε και τα μέτρα προστασίας από το θηρίο! Κάποιοι λέγανε πως ήταν τεράστιος! Πάνω από πέντε μέτρα! Κι ας δεν το είχαν δει! Αλλά και ένα μέτρο να ήταν, ποιος ήταν αυτός που δεν θα τρόμαζε εάν τον συναντούσε τυχαία στο δάσος! Βοά πλέον ο τρόμος του Βόα στην ύπαιθρο και όχι μόνο! Κάποιοι μάλιστα τον βλέπανε ακόμα και στον ύπνο τους!

       Κι όμως, υπήρχε κάποιος ατρόμητος βοσκός ο οποίος πήγαινε το κοπάδι του στην περιοχή Αμπόλια, όπου είχε κάνει την εμφάνιση το φοβερό ερπετό!

       To δρομολόγιό του ήτανε απέναντι από το εκκλησάκι που υπάρχει στα μισά της διαδρομής- Μεγάλο Σειρήνι Γρεβενά-μέχρι και την πλησιέστερη πηγή. Προφανώς για να πίνει νερό.

          Μοναδικός μάρτυρας της ύπαρξης του Βόα ήτανε ο παππούς Βαγγέλης, και ο μόνος ο οποίος είχε δει το τεράστιο ερπετό! Τα ίχνη όμως του περάσματός του τα είχανε δει ακόμα και τα σώματα ασφαλείας. Να και η περιγραφή τους:

          «Από τα σιτάρια που περνούσε ο Βόας, με κάποια ζικ ζακ, λες και έκανε σλάλομ κάποιος σκιέρ, άφηνε το αποτύπωμά μου τσαλακώνοντας τα αθέριστα σιτάρια!».

          Να λοιπόν και η απορία των υπόλοιπων βοσκών! Γιατί άραγε ο παππούς Βαγγέλης ήτανε ο μόνος ο οποίος βοσκούσε το κοπάδι του στην περιοχή αυτή! Δεν φοβότανε τον Βόα! Άλλωστε δεν του φαινότανε και κάποια παλικαριά!…

          Να και η απάντηση από τον ίδιο, παρότι δεν είχε γίνει πιστευτή:

          «Εγώ γέρασα τώρα! Προτιμώ να με φάει ο Βόας, αρκεί να βοσκήσουν τα ζωντανά μου το αβόσκητο χορτάρι, και να χορτάσουν γάλα τα εγγονάκια μου!».

          Δεχθήκανε την απάντησή του! Μπορούσανε να κάνουνε κι αλλιώς αφού ορκιζότανε και στο Βόα! Να τι έλεγε: Άμα λέω ψέματα να με κάνει ο Βόας μια χαψιά!

          Θα περάσουνε πολλά χρόνια. Ο παππούς Βαγγέλης θα εγκαταλείψει το κοπάδι και θα πιάσει το παγκάκι της πλατείας. Κι όσοι είχαν όρεξη να ακούσουν ιστορίες του βουνού και της στάνης δεν τους χαλούσε ποτέ το χατίρι!

          Όταν όμως οδηγούσε κάποιος την κουβέντα στο Βόα, τότε τον παρέπεμπε σε άλλη μέρα, γιατί θα τους νύχτωνε στο παγκάκι η λεπτομερής περιγραφή του!

          Ούτε και στα εγγόνια του δέχθηκε να πει την ιστορία του Βόα, όσο ήτανε μικρά. Θα τους την πει όμως όταν θα μεγαλώσουν. Όταν θα γίνουν άντρες!

          Κι όταν ο Βαγγελάκης είχε γίνει κοτζάμ Βαγγέλης, αποφάσισε πλέον να του πει όλη την ιστορία του Βόα με το νι και με το σίγμα!

          Κάλεσε το εγγόνι σε μια αποθήκη του χωριού και η οποία ήτανε γεμάτη από διάφορα παλιοπράγματα. Κι ανάμεσα σ’ αυτά και ο Βόας! Οπότε του λέει:

          «Να ποιος ήταν ο Βόας εγγονέ μου!».

          «Παππού! Με κοροϊδεύεις! Εγώ νόμισα θα έβλεπα κάποιο βαλσαμωμένο φίδι! Που τον είδες εσύ το Βόα!…».

          «Βόας ήτανε αυτό εδώ το κούτσουρο! Το είχα δεμένο με ένα σύρμα και το έσερνα μέσα στα σιτάρια, φιδωτά, ώστε να νομίσουν οι χωριανοί πως είχε περάσει ο Βόας! Κατάλαβες;».

         «Πονηρέ παππούλη! Μόνο εσύ θα μπορούσες να κάνες μια τόσο πανούργα   σκέψη! Μια τόσο έξυπνη επινόηση, για να βοσκάς το κοπάδι σε απαγορευμένο μέρος λόγω Βόα! Να γιατί δεν πλησίαζε τα Αμπόλια κανένας άλλος εκτός από εσένα! Μπράβο σου παππού μου! Είσαι για το βιβλίο Γκίνες!».

          «Είμαι για το βιβλίο γκρίνιες!… Αυτό είναι το ευχαριστώ εγγονέ μου!».

          «Δεν κατάλαβες τι εννοώ παππού! Άστο! Θα σου το πω άλλη φορά!».

          «Το άλλο δεν το λες! Για πονηριά αυτή μού χρωστάς το μπόλικο γάλα από τα Αμπόλια όπου βοσκούσα μόνο εγώ το κοπάδι! Και κοίτα! Δεν πιστεύω να σου ξεφύγει καμιά κουβέντα για τον ανύπαρκτο Βόα: Θα ρεζιλευτώ σε όλο το χωριό! Θα με κράξουν οι χωριανοί! Θα μου κόψουν και την καλημέρα!».

         «Πως να μαρτυρήσω, και τι να πω παππού, αφού δεν κατάλαβα τι είπες!».

         «Καλύτερα!…».

          Μόνο από το μεγάφωνο του Δήμου δεν ανακοίνωσε την προνοητικότητα  του παππού ο εγγονός! Από στόμα σε αυτί, όμως, το είχαν πληροφορηθεί πλέον  ακόμα ακόμα και τα περίχωρα!

           Υ.Σ. Μην περιμένετε να είχε γίνει αργότερα και βάιραλ αυτή η λέξη εκείνη την εποχή!!

Δείτε ακόμα