O θάνατος του χωριού μου!
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
… και διηγώντας το να κλαις!
Κάποτε το χωριό μου Μεγάλο Σειρήνι έσφυζε πλέον από ζωή. Είχε πέντε καφενεία, δυο ψησταριές, τρία μπακάλικα και αμέτρητους θαμώνες. Κι αν έμπαινε κάποιος και δεν έβρισκε αδειανή καρέκλα για να καθίσει ρωτούσε: Κανένας πρωινός βρε παιδιά;
Σήμερα υπάρχει μισό καφενείο, αφού ο καφετζής αναγκάστηκε να το μικρύνει για λόγους οικονομίας στην θέρμανση.
Αν και μένω μόνιμα στο χωριό σπάνια ανεβαίνω στο καφενείο. Κι ο λόγος, μην τυχών έχω κάποιο λογαριασμό ρεύματος η γράμμα. Και εάν αυτό συμβαίνει σε κάποιο από τα μεγαλύτερα χωριά, όπως το δικό μας, σκεφτείτε τι γίνεται στα μικρότερα! Αφανισμός! Η γέννηση γιορτάζεται σαν το πρώτο παιδί του Αδάμ και της Εύας!
Χθες ανέβηκα στο χωριό για να ανάψω δυο κεριά στους γονείς και οκτώ στα αδέρφια μου. Φυσικά να πω μια καλημέρα στους φίλους και χωριανούς μου.
Οι πελάτες στο καφενείο ήτανε τέσσερις όλοι και όλοι. Φυσικά πάντα οι ίδιοι και μόνιμοι.
Δεν κάθισα! Παρακολούθησα όρθιος την μπιρίμπα και περίμενα μέχρι να τελειώσει η παρτίδα για να τους πω τέσσερις κουβέντες, αφού τόσοι ήτανε όλοι κι όλοι! Και μόλις τελείωσε η παρτίδα τούς λέω:
«Συγγνώμη βρε παιδιά! Έχω μια απορία! Βλέπω είστε πάντα οι ίδιοι;».
«Φυσικά!».
«Κι αν λείψει κάποιος τι γίνεται; Πες πως είναι άρρωστος! Ή να είχε πάει να φροντίσει τα ζώα του!».
«Τότε παίζουμε πρέφα! Η πρέφα παίζεται πάντα με τρία άτομα! Δεν το γνωρίζεις; Έπαιζες κι εσύ κάποτε!… Και μάλιστα φανατικά!».
«Κι ο τυχερός τι κερδίζει αφού δεν παίζεται σε λεφτά;».
«Ο τυχερός κερδίζει το λουκούμι! Το κουμάρι ξεχάστηκε…».
«Το λουκούμι φυσικά».
«Κι αν λείψει ένας από τους τρείς;».
«Τότε παίζουμε ξερή! Πάντα υπάρχει λύση!».
«Κι αν μείνει μόνο ένας, κι ο άλλος πάει να κλείσει τα γίδια στο μαντρί τι γίνεται; Μπορεί να παίξει κάποιος με αντίπαλο τον εαυτό του και μόνο;».
«Βεβαίως! Θα ρίξει πασέντζα!».
«Δεν το σκέφτηκα! Δεν παίζεστε με τίποτα φίλοι μου!…».
«Γιατί, η πασέντζα δεν είναι παιχνίδι;».
«Αφού είναι παιχνίδι, άρα κάποιος θα κερδίσει!».
«Ποιος κάποιος μωρέ! Εγώ θα κερδίσω!».
«Άρα θα φας και το λουκούμι!».
«Βεβαίως!».
«Όμως, αν και κερδισμένος, θα το πληρώσεις!…».
«Αυτό δεν το σκέφτηκα!».
Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Άκουσα πως κάποιοι ενδιαφέρονται να νοικιάσουν ή και να αγοράσουν σπίτια στο χωριό μας. Μακάρι να συμβεί κάτι τέτοιο. Πάνω από εξήντα σπίτια είναι νεκρά! Πεθαίνει ο παππούς με την γιαγιά, οπότε ζητείται ενοικιαστής ή αγοραστής! Κι όσον αφορά τους απογόνους, είναι άπαντες εσωτερικοί μετανάστες! Οι πιο πολλοί πηγαίνουν Αθήνα και Θεσσαλονίκη!
Όταν αποδημήσουν οι γέροι εις κύριον, οι νέοι πουλάνε τα νεκρά σπίτια τηλεφωνικά κι όσο κι όσο! Άλλωστε το αντίτιμο είναι καθαρό κέρδος! Να και μια παλιά προφητεία από κάποιον Μικροσειρηνιώτη:
«Άμα πεθάνουνε εμείς, με το τηλέφωνο θα πουλήσουν τα παιδιά μας τα σπίτια!».
Πόσο δίκιο είχε! Ξεκίνησε ήδη κι αυτή η τηλεφωνική πώληση! Και το ακόμα πιο κουφό είναι που ο πωλητής δεν γνωρίζει τα δωμάτια του σπιτιού, πόσο μάλλον τα μέτρα του οικοπέδου!
Η αστυφιλία είναι ο νεκροθάφτης της υπαίθρου! Ποιος νέος θα μείνει σε κάποιο χωριουδάκι, εάν έχει σώας τας φρένας! Και ποια νέα θα παντρευτεί κάποιον βουκόλο, εάν δεν είναι μια από τις αδερφές του Θανάση Βέγγου!
Να και η ατάκα της Τσιτσιουλίνας από την Κοζάνη: Τα κουρίτσια απ’ του Βόλου πιρπατούν κι ξουν τουν κώλου!
Συγγνώμη για τη φράση μου! Είπειν κι ακόμα χειρότερα η τσιτσιούλα!


