Βαρύς χειμών ενέσκυψεν.
Γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας
Όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα ξύπνησα χαράματα. Ανοίγω το παράθυρο και τι να δω! Μικρές κάτασπρες νιφάδες χιονιού, σαν πεταλουδίτσες, να πέφτουνε από τον ουρανό στριφογυρίζοντας. Λες και φοβούνται την προσγείωση! Να λοιπόν γιατί
μου θύμισαν την δική μου προσγείωση, όταν είχα πέσει στα Χανιά με αλεξίπτωτο το 1967!
Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Το χιόνι είναι η επιτομή του σοσιαλισμού! Ακόμα και σε κοπριά να πέσει, να μην πω και σε κάτι ακόμα πιο βρόμικο, εξισώνει πλέον τα πάντα!
Ήτανε το πρώτο πρωινό που δεν επισκέφτηκα τον υπολογιστή! Κι αυτό, επειδή η προτεραιότητά μου ήτανε άλλη. Έπρεπε να χαρώ το χιόνι, έστω κι από το παράθυρο.
Άναψα το τζάκι, ετοίμασα το πρωινό, και ξαφνικά να ο απρόσμενος επισκέπτης στο παράθυρο! Ένας ξεπαγιασμένος κοκκινολαίμης.
Τον ίδιο δεν μπορούσα να τον φιλέψω με κανέναν τρόπο. Άλλωστε εάν πλησίαζα το παράθυρο, όπου βρισκότανε και με κοιτούσε περίεργα, θα εξαφανιζότανε:
Μπορούσα όμως να προσφέρω πρωινό στην Μπιάνκα. Την βαφτισιμιά του Θέμη. Μια γατούλα η οποία όταν γκρινιάζει νομίζεις πως μιμείται τον Τράμπ!
Το πρωινό ήτανε έτοιμο. Και όση ώρα καμάρωνα τον κοκκινολαίμη, συνέβη κάτι το οποίο με λύπησε πάρα πολύ, Κάποιος σπουργίτης, μάλλον Τζιχαντιστής… έδιωξε πλέον κακείν κακώς τον άμοιρο κοκκινολαίμη. Δεν εξαφανίστηκε, αλλά ανέβηκε σε κάποιον κλώνο αμυγδαλιάς και με κοίταζε από εκεί παραπονιάρικα.
Να λοιπόν και το θράσος τρομοκράτη! Ο Τζιχαντιστής πήγε στο ίδιο παράθυρο, όπου ήταν νωρίτερα ο κοκκινολαίμης, και έπιασε κουβέντα μαζί μου λέγοντας:
«Βλέπω γαλατάκι, ψωμάκι, τυράκι, κι εμείς σκαλίζουνε την κοπριά με την μύτη μας, μπας και βρούμε κανένα μπαγιάτικο σπυρί».
«Μήπως θέλεις να τα ακούσεις τώρα! Πότε δούλεψες βρε και απαιτείς φιλέματα»
«Άααα! Βλέπω και κρασάκι φίλε!».
«Για να πιώ εγώ αυτό το κρασάκι έσκαψα το αμπέλι, το κλάδεψα, το ράντισα, και εσύ πήρες μέρος μόνο στον τρύγο τραγουδώντας κι από πάνω! Τσίρι τίρι, τσιρι τρι, τσίρι τρό!».
«Κι εμείς σας βοηθάμε στον τρύγο!».
«Τώρα σπουργίτι με συγχωρείς, αλλά είπες τρίχες! Και δεν μου λες! Ξέρεις πόσο κόπο έκανα για να χτίσω αυτό το σπίτι, κι εσύ μου το έχεις καταχέσει! Αν σε ξαναδώ να κουτσουλάς στην βεράντα, θα σε βάλω παγίδα!».
«Τι να κάνουμε! Είμαστε φτωχόπαιδα! Δεν έχουμε ούτε σπίτι, ούτε ρούχα, ούτε παπούτσια. Ξυπόλυτα στα αγκάθια γυρνάμε!».
«Έλα να δε δώσω ένα παλτό! Τι άλλο να σε κάνω, Σε λυπάμαι! Κι αν σου έρχεται λιγάκι μεγάλο, τότε να το δώσεις στον Τράμπ για να ντυθεί καρνάβαλος!».
«Άκου απαιτεί τη Γροιλανδία, το μεγαλύτερο νησί του πλανήτη γη! Ας πάρει την Σπιναλόγκα και πολύ του πέφτει!
Καλό χειμώνα!


