Euromedica

euromedica ygeia

Ορθοδοντικός Δώρα Μπαρτζιώκα

Συγκέντρωση οικισμών

(γράφει ο Βαγγέλης Μπάκας )

Για την ιστορία!

Στα 1770 περίπου ο, αγάς της περιοχής Μεγ. Σειρηνίου αποφάσισε να συγκεντρώσει τους μικρούς οικισμούς, Άγιο Δημήτριο, Άγιο Αθανάσιο κλπ, μαζί με το Λειψοκούκι, το οποίο απαρτίζονταν από τριάντα έξι οικογένειες. Αυτός ο πληθυσμός αναφέρεται στον κώδικας του μοναστηριού της Ζάβορδας. Όχι για το καλό τους φυσικά, αλλά για ευκολότερη φορολόγηση και διοίκηση.

Το Λειψοκούκι βρισκόταν μεταξύ Συδένδρου και Μεγάλου Σειρηνίου και απείχε από το Μεγάλο Σειρήνι τέσσερα χιλιόμετρα περίπου. Το μόνο που θυμίζει το χωριό αυτό   σήμερα είναι η εκκλησία της Παναγίας. Κάποτε κεντρική εκκλησία του χωριού. (Από εκεί έλκει και η οικογένειά μου την καταγωγή της).

Να τι άλλο είχε πει ο αγάς: Πως αν μεταφερόταν όλοι οι οικισμοί στο Μεγ. Σειρήνι, και χτίζανε απέναντι στον οικισμό των βαλαάδων (τον σημερινό προσφυγικό μαχαλά) θα τους επέτρεπε να χτίσουν και εκκλησία. Την πλινθόκτιστη αυτή εκκλησία, η οποία είχε κτιστεί, τότε την θυμάμαι πολύ καλά. Αντικαταστάθηκε όμως από πέτρινη κατά τη δεκαετία του ‘50, και η πέτρινη με τσιμεντένια, λόγω του σεισμού, στις 13-5-95!

Οι κάτοικοι του Συδένδρου αγοράσανε την περιοχή του Λειψοκουκίου και θέλανενα πάρουν και την εκκλησία της Παναγίας. Έγιναν πολλές φασαρίες για την διεκδίκηση αυτή, και τελικά δικαιωθήκαμε και την γιορτάζουμε την πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα. Σαν σήμερα δηλαδή!

                                                Η γιορτή της Παναγίας.

Το γλέντι κρατούσε από το βράδυ της Πέμπτης έως το βράδυ της Παρασκευής. Ήταν  για μικρούς και μεγάλους η πιο ευτυχισμένη μέρα τους. Καμιά σχέση με το έργο του Σολζενίτσιν: «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς», αλλά ακριβώς το αντίθετο! Εκείνος ήταν στη φυλακή και υπέφερε τα πάνδεινα. Οι Σειρηνιώτες ήταν ελεύθεροι και γλεντοκοπούσαν τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας!  

Από νωρίς της Πέμπτης οι οργανοπαίχτες κούρδιζαν τα όργανα, και σε λίγο από τα πέντε καφενεία βγαίνανε οι μουσικές, για να δημιουργήσουν μια ηχορρύπανση χωρίς προηγούμενο.  Οι στρατηγοί… των μεγαφώνων ανταγωνίζονταν με εκκωφαντικό πάθος και  ένταση! Κι αν κάποιους μερακλήδες δεν τους κάλυπταν ακόμα και αυτά τα ντεσιμπέλ, τότε βάζανε το αυτί στην έξοδο του κλαρίνου!

Οι νεαροί εκείνης της μέρας (και νοσταλγοί σήμερα) ήμασταν έμπλεοι ενθουσιασμού  και ανείπωτης χαράς. Κόνευε τρεις τα χαράματα κι ακόμα να το διαλύσουμε. Οπότε, έπεσε στο τραπέζι, με τα λογής εδέσματα και ποτά, η παρακάτω πρότασή μου. Μια παράλογη πρόταση, διαποτισμένη από το αλκοόλ του κρασιού και της μπίρας:

«Παιδιά! Ακόμα και τώρα να το διαλύσουμε, αποκλείεται να ξυπνήσουμε το πρωί για να πάμε στην Παναγία. Και για να μη χάσουμε την πολυπόθητη διαδρομή προτείνω να πάμε από τώρα! Τι λέτε;»

Κάποιοι συμφώνησαν, κάποιοι ήταν διατακτικοί, κι εγώ, παριστάνοντας το Χριστό,  είπα: Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι.

Ο Δημήτρης συμφώνησε πρώτος, ακολούθησε ο Στέργιος με το Βασίλη, και με εμένα τέσσερις, νίκησε δημοκρατικά η μετάβαση στην Παναγία, αφού ήμασταν εφτά όλοι κι όλοι, και μάλιστα υπέροχοι! Μόλις βγήκαμε από το χωριό κάποιοι κοντοστάθηκαν, σαν να το σκεφτότανε. Κι όταν τους χαρακτήρισα δειλούς, μου απάντησαν. Πλάκα σε κάνουμε μωρέ! Βεβαίως και θα πάμε στην Παναγία!

Ήμασταν εφτά νέοι! Εφτά υπέροχοι νέοι. Και για να τους εμψυχώσω περισσότερο τους βάφτισα με ονόματα Αποστόλων. Οπότε ο Πέτρος ανέλαβε άμεσα καθήκοντα  υπαρχηγού, αψηφώντας οριστικά την περίεργη αυτή αποκοτιά.

Στα μισά της διαδρομής αρχίσαμε να κρυώνουμε, αφού το αλκοόλ,(η υγρή καύσιμη ύλη στο στομάχι), όλο και ατονούσε.

Εκεί κοντά ήταν το αμπέλι της αδερφής μου, στην περιοχή Λάτινα, και το οποίο μόλις είχαν κλαδέψει. Ήταν μια φοβερή ξαστεριά κι ο εντοπισμός των κλιμάτων δεν μας δυσκόλεψε καθόλου. Παίρνοντας όλοι από μια χεριά, και αποθέτοντάς την έξω από το αμπέλι, δημιουργήσαμε έναν αποκριάτικο φανό! Να κι οι θεριακλήδες. Μόλις λαμπάδιασε η φωτιά, έσπευσαν να ανάψουν τα τσιγάρα τους από κάποιο αναμμένο κλίμα.

Καθίσαμε αρκετή ώρα, μέχρι που κόντεψε να φέξει, και σηκωθήκαμε να συνεχίσουμε το πρωτόγνωρο αυτό οδοιπορικό.

Φτάνοντας στην Παναγία, μόλις είχε ξεμυτίσει ο ήλιος από το Μπούρινο. Μπήκαμε στην εκκλησία, προσευχηθήκαμε, και ανάψαμε τα κεριά που πήραμε από το παγκάρι με το αζημίωτο! Στη συνέχεια βγήκαμε έξω και ξαπλώσαμε με προσκέφαλα κάποιες πέτρινες πλάκες, σαν αρματολοί χωρίς τουφέκια. 

Στο χωριό, οι γονείς μας ήταν ανάστατοι. Όταν όμως διαπίστωσαν πως έλλειπε όλο το σινάφι, κάπως ηρεμήσανε. Ενώ η μαρτυριάρα αδερφή του Απόστολου Πέτρου, η οποία γνώριζε για τη μυστική αυτή απόδραση από το καφενείο, τους καθησύχασε.

Ξαφνικά βλέπουμε τον νεωκόρο Παρασκευά Σαββίδη, καβάλα στο γαϊδουράκι του, για να προετοιμάσει τα της λειτουργίας κλπ. Εμείς όμως δεν επιθυμούσαμε να μας δει. Καλύτερη κρυψώνα από την κατακόμβη της εκκλησίας δεν υπήρχε εκείνη την  στιγμή. Κατεβήκαμε σαν τους ποντικούς, αλλά και με αρκετό φόβο και τρόμο!

 Να και ο μύθος:

Λένε πως στο υπόγειο αυτό είχανε εντοπίσει οι τούρκοι τους χριστιανούς και τους σφάξανε. Επίσης, πως η κρύπτη αυτή επικοινωνούσε με το ποταμάκι υπόγεια και  από το οποίο παίρνανε νερό. Μια γριούλα όμως δεν πρόσεξε, και της λύθηκε το κουβάρι. Οπότε, ακολουθώντας οι τούρκοι τον μίτο της Αριάδνης, τους βρήκαν και τους έσφαξαν όλους. Κάποιοι επιμένουν πως υπήρχε όντως αυτή η σύνδεση με το ποταμάκι.

Μόλις κατεβήκαμε όλοι στην κατακόμβη, από κάτι χωμάτινα σκαλιά, και παίρνοντας το βάπτισμα του Άδη, το μετανιώσαμε πολύ πικρά. Οι τσιρίδες από τις νυχτερίδες μας είχαν κατατρομάξει περισσότερο από τις ίδιες. Και καθώς τα κεριά κόντευαν να σβήσουν, η τρομάρα μας μεγάλωνε όλο και πιο πολύ.

Ξαφνικά ακούμε γκάρισμα. Σημάδι πως ο Παρασκευάς είχε καταφτάσει επί πόλου όνου, κι όχι επί κώλου, όπως το έχουν εκλάβει ορισμένοι αγράμματοι.

Με το που μπαίνει μέσα στον κυρίως ναό, ο Πέτρος πήρε μια πέτρα που βρήκε κάτω και άρχισε να χτυπάει το ταβάνι…

Οι φωνές του Παρασκευά ήταν πιο τρομακτικές κι από αυτές των νυχτερίδων. Μέχρι να βγούμε από τον Άδη, είχε εξαφανιστεί αφήνοντας φορτωμένο το γαϊδουράκι του  μπροστά από την εκκλησία.

Αργότερα μάθαμε πως μόλις συνάντησε κάποιον χωριανό στο δρόμο του είπε, στην αρχή με νοήματα, γυρίσει πίσω. Κι όταν επανήλθε η λαλιά, και κατόρθωσε πλέον να συνεννοηθεί, έγινε απόλυτα σαφής λέγοντας:

«Παναϊα μπουντρούμ σιαϊτάν!». Στο υπόγειο της Παναγίας υπάρχει σατανάς!

Πάλι καλά που δεν έπαθε συγκοπή, να πάμε φυλακή για φόνο εξ αμελείας.

Άλλη του ατάκα, η οποία δεν ξεχνιέται, είναι η εξής: Τον ρώτησε κάποιος χωριανός για να μάθει σε ποιο όπλο είχε παρουσιαστεί ο γιος του ο Περικλής στο στρατό, και να η απάντηση:

«Ιδικό μου Μπερίκ, είνι στρατιωτικός μούλαρος!».

Σε λίγο, όταν άρχισε να έρχεται ο κόσμος κι από τα γύρω χωριά, οι πραματευτάδες είχαν απλώσει την πραμάτεια τους σε κάτι κουρελούδες, κι όταν σχόλασε η εκκλησία γινότανε χαμός από σφυρίχτρες, καραμούζες και χαρούμενες φωνές.

Πιο πέρα κάποια παιδιά παίζανε χόκεϊ… κυλώντας τα αβγά μέσα από μια κεραμίδα.  Κι όποιος πετύχαινε το προπορευόμενο αυγό το κέρδιζε και το έτρωγε γιατί ήταν και σπασμένο. Ακόμα και αθλητικοί αγώνες γινότανε, με κυρίαρχο άλμα το τριπλούν. Πάντα έβγαινε πρώτος ο φίλος μου Βασίλης Κουκουτσέλας, αφού πηδούσε σαν το  κουκουτσέλι! Προφανώς από εκεί έλκει και την ονομασία το επίθετό του.

Εύχομαι του χρόνου να μας τιμήσει κι ο Μίλτος Τεντόγλου κατόπιν προσκλήσεως.

Μετά το τέλος όλων αυτών των δρώμενων οι περισσότεροι από τους επισκέπτες, των Γρεβενών, της Κυρακαλής, του Συδένδρου, της Αμυγδαλιάς, και του Μικ. Σειρηνίου,    

τραβούσαν για το χωριό μας, για να φιλευτούν από τους συγγενείς και φίλους, και να διασκεδάσουν με χορό και τραγούδι μέχρι το βράδυ. 

                                                            Σήμερα

 Εδώ και χρόνια αγωνίζομαι να μην πηγαίνουμε στην Παναγία με τα αυτοκίνητα. Όλη η μαγεία περιέχεται στη διαδρομή. Όλοι οι ενήλικες έχουμε κάτι να πούμε γι αυτό το οδοιπορικό. Και τι δε μας θυμίζει αυτός ο τόπος! Το δένδρο στο οποίο είχε κάνει η τρυγόνα φωλιά. Το βιρό όπου είχαμε πιάσει κάποιο μεγάλο ψάρι. Τον αγροφύλακα ο οποίος μας είχε ξυλοφορτώσει, γιατί είχαμε κλέψει κάποια φρούτα, και τα ζώα είχανε φάει από τον απαγορευμένο καρπό του καλαμποκιού κλπ.

Τελικά δεν τα κατάφερα. Ούτε να αφήσουν τα αυτοκίνητα στη μέση της διαδρομής.     

Αν ήταν δυνατόν να μπουν με τα αυτοκίνητα μέσα στην εκκλησία, θα το έκαναν κι αυτό. Η σκόνη λέρωνε τα καθαρά ρούχα των οδοιπόρων, ενώ κάποιες επικίνδυνες προσπεράσεις θύμιζαν ράλι. Το ίδιο συμβαίνει και κατά την επιστροφή. Ποιος και ποιος να φτάσει πρώτος για να πάρει το χρυσό μετάλλιο της βλακείας!  

Και μόλις φτάσουν στο χωριό, τους πιάνει η ανία επειδή δεν έχουν τι άλλο να κάνουν,  εκτός από χαρτοπαίγνιο στα δυο καφενεία και τα οποία υπολειτουργούν. Από τους χίλιους κατοίκους που είχε κάποτε το χωριό μας, και τα διακόσα πλας σχολιαρόπαιδα, έχουν μείνει καμιά διακοσαριά ηλικιωμένοι κάτοικοι, και ελάχιστα παιδιά, αφού έχει κλείσει ακόμα το σχολείο. Μήπως και τον ιερέα δεν τον μοιραζόμαστε με το Μικρό Σειρήνι! Εκεί κάναμε Ανάσταση φέτος επειδή έγινε νωρίτερα! Δεν πειράζει! Οι άλλοι στην Ιταλία την κάνανε μια εβδομάδα νωρίτερα. Τόσο μεγάλη ταύτιση! Μήπως και η ενδυμασία των αρχηγών των εκκλησιών θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη διαφορά! Λευκό περιστέρι ο πάπας. Μαύρο κοράκι ο Πατριάρχης. Ένα ΠΑ έχουν κοινό. Να γιατί η συγχωρημένη η μάνα μου μού έλεγε πάντα: Φάε πάπα! Ποτέ όμως παπά!

Το οξύ δημογραφικό πρόβλημα έχει σημάνει ΣΟΣ εδώ και αρκετά χρόνια. Γεννήσεις βαπτίσεις και γάμοι έχουν σχεδόν καταργηθεί. Οι νέοι δύσκολα παντρεύονται. Κι αν κάνουν ένα παιδάκι, πολύ δύσκολα θα τολμήσουν και δεύτερο.

Κάποτε προέκυψε εθνικό θέμα, επειδή ένας άριστος μαθητής αλβανός κρατούσε την ελληνική σημαία στην παρέλαση. Πολύ φοβάμαι μην τυχόν παρελάσει σύντομα με  αλβανική!

Μένω αρκετά έξω από το χωριό μου και, για να αποφύγω τη θλίψη, σπάνια ανεβαίνω στην πλατεία. Την τελευταία φορά οι θαμώνες του καφενείου ήταν μόνο τρεις. Κι όταν τους ρώτησα:

«Πως και δεν παίζετε χαρτιά;». Η απάντηση ήταν για γέλια. Να τι μου είπαν:

«Περιμένουμε τον κούκο να συμπληρώσουμε τετράδα για μπουρλότο!».

«Αν μείνετε δυο, και πάλι υπάρχουν παιχνίδια για να περάσετε την ώρα. Όταν όμως  μείνει μόνο ένας τι γίνεται;».

«Θα ρίξει πασιέντσα!…». 

Περασμένα και ξεχασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς!

Υ.Γ Το παρόν οδοιπορικό δεν έχει καμιά σχέση με μυθοπλασία. Άλλωστε ήμουνα παρών σε όλες αυτές τις δράσεις, και μάλιστα με πρωταγωνιστικό ρόλο. Με θλίβει πάρα πολύ η αδιαφορία για τα πολιτιστικά δρώμενα, με κορυφαίο την κατάντια του πολιτιστικού συλλόγου. Πλήρης εγκατάλειψη! Άταφος νεκρός! Να πως πρέπει να λέγεται: «Απολιτιστικός… Σύλλογος Μεγάλου Σειρηνίου».

Πώς να ασχοληθώ ξανά, αφού στις τελευταίες εκλογές κρίθηκα ακατάλληλος και καταψηφίστηκα ακόμα και για μέλος! 

Δείτε ακόμα