Τετάρτη, 10 Οκτώβριος 2018 08:33

Οικονομία : τι αλλάζει, πώς και προς τα πού ;

................................................................................
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το πολυδιαφημισμένο τέλος του Προγράμματος δεν σημαίνει και τέλος των δεσμεύσεων της Ελλάδας. Στην ουσία, ήταν τέλος του Προγράμματος για τους δανειστές (με την έννοια ότι πλέον θα πάψουν να δανείζουν με χαμηλούς όρους και από κρατικούς πόρους την Ελλάδα), κι όχι τέλος των βαρών για την Ελλάδα, όπως αυτά έχουν συμφωνηθεί για τα επόμενα , μέχρι το 2060 (για τα πλεονάσματα) και μέχρι το 2114 (για την εθνική- δημόσια περιουσία της). Σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία της μερικής ελάφρυνσης του χρέους του Ιουνίου 2018, μέσω κυρίως μετατόπισης των δόσεων θα πρέπει να δημιουργεί πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, και σε τυχόν αποτυχία θα υπάρχει ο κίνδυνος να αποσυρθεί ένα μέρος της στήριξης. Επίσης, πρέπει να προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις, αλλά και να αναμορφώσει τον τραπεζικό της κλάδο για να τονώσει την ανάπτυξη. Τραπεζικός κλάδος, που μετά τον μεγάλο αφελληνισμό του, το 2016, δείχνει ξανά, σε κρίσιμη στιγμή, - λίγο μετά την ολοκλήρωση του Προγράμματος -, τεράστιες, έντονα ανησυχητικές αδυναμίες.
Η Ελλάδα βγαίνει από το πρόγραμμα αλλά παραμένει μέσα στα χρέη. Το ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας, μετά από τρία προγράμματα, είναι στο 180%, σχεδόν 60% από τότε που μπήκε, το 2010, στο 1ο Μνημόνιο .
Οι Ευρωπαίοι πιστωτές δηλώνουν ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Έχουν μειώσει τις πληρωμές τόκων και επιμήκυναν τον χρόνο αποπληρωμής των ελληνικών δανείων, επεκτείνοντας ορισμένες λήξεις έως το 2060. Δυστυχώς, οι προβλέψεις της Ε.Ε. δεν έχουν πραγματική βάση, αποτελούν ευσεβείς πόθους.
Τις επόμενες δεκαετίες, η Ελλάδα θα πρέπει να δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ από ιδιώτες επενδυτές για να εξοφλήσει τους επίσημους πιστωτές της. Εάν αυτοί οι επενδυτές κρίνουν ότι τα χρέη της ελληνικής κυβέρνησης βρίσκονται εκτός ελέγχου, θα γυρίσουν την πλάτη και οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα έρθουν πάλι αντιμέτωποι με μια νέα ελληνική κρίση.
Τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδος αποτελούν μια «κολοσσιαία» αποτυχία καθώς παρά τα πακέτα διάσωσης η ελληνική οικονομία έχει τεράστιο έδαφος να καλύψει, δεδομένου ότι έχασε σχεδόν το 1/3 του ΑΕΠ της (!) κατά τα χρόνια της κρίσης, έχασε 500.000 νέο επιστημονικό δυναμικό, υπέστη βαθιά αποβιομηχάνιση, διατηρεί υψηλά ποσοστά ανεργίας (πάνω από 24%).
Τα υπαρκτά σημάδια ανάκαμψης της ελληνική οικονομίας, δεν είναι ισχυρά, δεν διαθέτoυν drive. H δυναμική τους είναι ισχνή. Η ανάκαμψη εμποδίζεται, κατά βάση από τον ανεπαρκή μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου της χώρας. Παράλληλα, οι δύο βασικές μεταβλητές που προσδιορίζουν τη μεγέθυνση της οικονομίας, η αποταμίευση και οι επενδύσεις, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, τόσο από την περίοδο πριν την κρίση όσο και από το μέσο όρο των χωρών της Eυρωζώνης.
Η ασκούμενη οικονομική πολιτική οδηγεί στην παραγωγή υψηλότατων πρωτογενών υπερπλεονασμάτων, - για τη διάθεση μέρους τους με ψηφοθηρική λογική- , τα οποία απέχουν και από τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές. Η παραγωγή αυτών των υπερπλεονασμάτων οφείλεται στην υπερφορολόγηση, αλλά και στις αυξημένες εισφορές της κοινωνικής ασφάλισης.
Σε πλήρη αντίθεση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, η ελληνική κυβέρνηση άσκησε και οι δανειστές το επέτρεψαν, μια οικονομική πολιτική παραγωγής υπερπλεονασμάτων, τα οποία τη διετία 2016-17 ανήλθαν σε περίπου 10 δισ. ευρώ (!), πάνω από τα απαιτούμενα από το Πρόγραμμα πρωτογενή πλεονάσματα.
Οι πόροι αυτοί εξήλθαν από το εισοδηματικό κύκλωμα της οικονομίας, στερώντας ρευστότητα που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει η οικονομία, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Ο περιορισμός αυτός εύκολα συνάγεται αν συγκρίνουμε τις προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ στους ετήσιους προϋπολογισμούς και την τελική πραγματοποίηση.
Συγκεκριμένα, το 2017, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού, η πρόβλεψη για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν 2,7% και η τελική πραγματοποίηση ήταν 1,4%. Για το 2018, αντίστοιχα, η αρχική πρόβλεψη, ήταν 2,5% και μέχρι σήμερα η πρόβλεψη έχει μειωθεί στο 1,9-2%. Είναι σαφές ότι η παραγωγή υπερπλεονασμάτων μειώνει τη μεγεθυντική διαδικασία, εμποδίζει την ανάπτυξη..
Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση ενήργησε , και ενεργεί, με αυτό τον τρόπο και γιατί οι δανειστές το επέτρεψαν. Η κυβέρνηση άσκησε αυτή την πολιτική για τους παρακάτω λόγους:
• 1ον,, αποδεχόμενη πλήρως την ιδεολογική οπτική των μνημονίων, ήθελε να αποδείξει με όλους τους τρόπους αυτή της την αποδοχή. Λειτούργησε ως προσήλυτος.
• 2ον, πιστεύοντας στη χρησιμότητα της αναδιανομής επεδίωξε αυτή την πολιτική. Με τη διαφορά ότι οι όποιες αναδιανεμητικές δράσεις, ποσοτικά, ήταν σαφώς μικρότερες από τις απώλειες που η ίδια είχε δημιουργήσει με την πολιτική της. Πέρα που για λόγους αληθείας είναι λάθος να ομιλούμε για αναδιανεμητικές δράσεις: πρόκειται για συγκυριακή επιδοματική πολιτική που περισσότερο θα την κατατάσσαμε σε μορφές φιλανθρωπίας.
• 3ον, μεγάλο μέρος από τα υπερπλεονάσματα οδηγήθηκαν στη δημιουργία του λεγόμενου «μαξιλαριού ασφαλείας», ενόψει της λήξης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.
Εδώ γεννιέται το εξής ερώτημα: γιατί η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να δημιουργήσει το «μαξιλάρι ασφαλείας» μέσω της απορρόφησης τόσο αναγκαίων πόρων από το εισοδηματικό κύκλωμα (από τη ρευστότητα), ενώ υπήρχαν περισσευούμενοι πόροι από τη δανειακή σύμβαση που η ίδια είχε υπογράψει; Με αυτό τον τρόπο, διευκόλυνε τους δανειστές έτσι ώστε να μην χορηγήσουν περισσότερους δάνειους πόρους, ενώ χειροτέρευσε την ρευστότητα στην ελληνική οικονομία, στερώντας την από τη δυνατότητα μεγαλύτερης μεγέθυνσης του ΑΕΠ, από πόρους ανάπτυξης !...
Συμπερασματικά, χωρίς αυτά τα γιγάντια πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% μέχρι το 2022, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μειωθούν τα υπέρ-πλεονάσματα για να κινηθεί η οικονομία, και όχι να τα διανείμεις εκ των υστέρων, κάνοντας ‘’κοινωνική πολιτική’’, ή πολιτική λογιστικών τακτοποιήσεων. Μια μικρότερη απορρόφηση από το εισοδηματικό κύκλωμα θα επέτρεπε στην οικονομία να λειτουργήσει αναπτυξιακά.
Ταυτόχρονα, θα έπρεπε, η Ελλάδα, αξιοποιώντας τους δεδομένους ευρωπαϊκούς στόχους (εκτίμηση ρυθμού μεγέθυνσης για το 2019, min 1% - max 1,5%), να κινηθεί ακόμα ψηλότερα απ΄ αυτούς (στο 2,0%), προτείνοντας το σχήμα που έχουμε ξαναπροτείνει : 2% ρυθμός ανάπτυξης + 1,5% πλεόνασμα = 3,5 % (τελικό ετήσιο παραγόμενο αποτέλεσμα).
Χωρίς μια τέτοια νέα δραστική πολιτική, στοχευμένο και κοστολογημένο αναπτυξιακό Σχέδιο, θεαματική βελτίωση υπέρ της παραγωγής στα φορολογικά και ασφαλιστικά δεν μπορεί να διαμορφωθεί νέα ανορθωτική δυναμική στην οικονομία. Ταυτόχρονα, καθοριστικής σημασίας καθίσταται η οργανωμένη αντιμετώπιση των ‘’στρατηγικών κακοπληρωτών’’ (δηλαδή, των μπαταχτσήδων ολκής) που βύθισαν τις τράπεζες, φόρτωσαν τα χρέη τους στην ελληνική κοινωνία και μετέφεραν τα οικονομικά τους οφέλη στο εξωτερικό και στους φορολογικούς παραδείσους.

 

Eλευθέριος Τζιόλας (από το ''Δίαυλο'', 10ο τχ.)


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ