mitsios n anim

kanellis 2small soupiadou m s xryshs

tzatzis k fotini tziouvara s mpourellas s 

Πέμπτη, 06 Σεπτέμβριος 2012 21:05

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΙΑΚΑΣ

Είναι αναμφισβήτητο ότι άργησε πολύ να γραφεί η ιστορία των Γρεβενών.
Δεν είναι μόνο ο όψιμη απελευθέρωση του τόπου μαζί με την υπόλοιπη βόρεια Ελλάδα, αλλά είναι και οι απανωτές συμφορές που ακολούθησαν (εθνικός διχσμός, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, μικρασιατική εκστρατεία, Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, εμφύλιος πόλεμος). Υπό συνθήκες αναστάτωσης και πλήρους ανέχειας μοναδικό μέλημα των ανθρώπων είναι η επιβίωση. Και όμως μόλις φάνηκε να...

εδραιώνεται η ειρήνη, κάποιοι κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να περισώσουν από τη λήθη του χρόνου σπαράγματα ιστορικής μνήμης με βάση την ισχνή τότε βιβλιογραφία και τις προσωπικές μαρτυρίες κάποιων τότε υπερηλίκων.
Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενες οι εργασίες των Χ. Ενισλείδου (“Η Πίνδος και τα χωριά της”, 1951) και Α. Ράχου (“Τα Γρεβενά”, 1952) κρίνονται πολύ ικανοποιητικές. Ακολούθησαν και άλλοι μεταγενέστερα. Είναι αναμφισβήτητο ότι όλοι αυτοί έγραψαν με αγάπη για τον τόπο και αποκλίνοντας από τη δεοντολογία του ιστορικού συγγραφέα. Αυτό είχε ως συνέπεια το κείμενο να έχει κάποια συναισθηματική φόρτιση και να περιλαμβάνει αμάρτυρα εκ πρώτης όψεως ιστορικά στοιχεία. Είναι όμως πράγματι αμάρτυρα αυτά ή αποτελούν τμήματα της τοπικής ιστορικής μνήμης και το μόνο σφάλμα των συγγραφέων υπήρξε ότι παρέλειψαν να αναγράψουν το ονοματεπώνυμα αυτών που τους διηγήθηκαν τα συμβάντα, όπως τα άκουσαν να τα διηγούνται σ’ αυτούς οι παπούδες τους;

Η σύγχρονη ιστοριογραφία επιχειρεί, και καλά κάνει, να διαχωρίσει τα γεγονότα από την υπερβολή και τον μύθο. Στα πανεπιστήμια διδάσκονται οι μέθοδοι ιστορικής έρευνας και υποδεικνύεται στον επίδοξο ιστορικό συγγραφέα ο τρόπος συγγραφής, ώστε να αποφύγει τα σφάλματα ερασιτεχνών γραφέων ιστορικής συγγραφής. Οι επιστήμονες ιστορικοί, τόσο στις δημοσιευόμενες εργασίες, όσο και στις παρουσιάσεις στα συνέδρια διαφέρουν σαφώς κατά τον τρόπο της σκέψης από τους ερασιτέχνες. Αμφισβητούν ιστορικά “συμβάντα”, απορρίπτουν άλλα και επιχειρούν την επανεγγραφή της ιστορίας. Επισημαίνεται ότι ως αφετηρία έχουν πλέον, κατά κανόνα, όχι την αγάπη για τον τόπο αλλά κάποια από τις επικρατούσες φιλοσοφίες της ιστορίας (αστική, μαρξιστική, εθνοαποδομητική), την οποία και υιοθετούν. Δεν είναι σπάνιο να τίθεται ως στόχος κατά τη συγγραφή η ακαδημαϊκή ανέλιξη. Ο τίτλος σπουδών θεωρείται ακόμη πολύ σημαντική αξία, ώστε να καθίσταται δυσχερής η κριτική του έργου τους από κάποιον άλλο που δεν διαθέτει αντίστοιχο τίτλο (ειδικότητας). Ο κατέχων τον τίτλο παρασύρεται κάποτε από την έπαρση στο να μειώσει την αξία του έργου των ερασιτεχνών συγγραφέων. Αυτό είναι πάντως δευτερεύουσας σημασίας. Το σοβαρό και πολύ ανησυχητικό είναι να ερμηνεύει τα συμβάντα, λόγω ιδεολογικής προκατάληψης, κατά τρόπο που οδηγεί στη μείωση της προσωπικότητας των ηρώων της τοπικής ιστορίας και στην ενίσχυση της προπαγάνδας στον χώρο της ιστορίας κέντρων εχθρικών προς τον ελληνισμό. Τέτοια εργασία είναι, κατά την κρίση μου, η του κυρίου Αθανασίου Καλλιανιώτη, διδάκτορος της ιστορίας του Α.Π.Θ. και σχολικού συμβούλου δημοτικής εκπαιδεύσεως Γρεβενών με τίτλο “Η εικόνα του Θεοδώρου Ζιάκα στην τοπική ιστοριογραφία”.

Η εργασία δημοσιεύθηκε στον τόμο των πρακτικών του 1ου συνεδρίου ιστορίας και παράδοσης (Γρεβενά 2004) που πρόσφατα παρουσιάστηκε. Επισημαίνω τα σημαντικότερα, κατά την άποψή μου, ολισθήματα του συγγραφέα:

1. Γράφει: “Ως υπάλληλος της Υψηλής Πύλης και κλέφτης μετέπειτα θα περνούσε μάλλον στην ιστορία ο Θεόδωρος Ζιάκας, αν δεν συμμετείχε στα αλυτρωτικά κινήματα, εξ αιτίας των οποίων εμβαπτίστηκε σε αγωνιστή του Έθνους” (σ. 199). Ο κ. Κ προβαίνει σε άκρως ολισθηρή εκτίμηση θεωρώντας ότι η όποια πράξη μέλους της οικογενείας αμαυρώνει το σύνολο των μελών! Ο γερο Ζιάκας, και ο Γιαννούλας Ζιάκας, πατέρας και αδελφός αντίστοιχα του Θεοδώρου, υπήρξαν κατά διαστήματα αρματολοί και υπό την έννοια αυτή υπάλληλοι της Υψηλής Πύλης. Το ότι οι τοπικοί Οθωμανοί άρχοντες προσλάμβαναν ως αρματολούς κάποιους Κλέφτες εξ ανάγκης, φαίνεται να αγνοεί ο κ. Κ, θέλοντας (;) να περάσει το μήνυμα ότι όλοι αυτοί υπήρξαν ανθρωπάκια στη δούλεψη των κατακτητών! Αλλά ακόμη και αληθές να ήταν αυτό για τους δύο της οικογενείας διατελέσαντες αρματολούς, για τον Θεόδωρο είναι ψευδέστατο. Η πρώτη μαρτυρία για τον Θεόδωρο Ζιάκα (1805-1881) ανάγεται στο 1826, όταν διεσώθη στο Μαυρονόρος από την ενέδρα κατά του αδελφού του, ο οποίος τότε φονεύθηκε. Ο Θεόδωρος ήταν τότε μόλις 21 ετών. Έκτοτε αγωνίστηκε ανελλιπώς κατά των κατακτητών ζητώντας αρχικά να εκδικηθεί τους φονείς του αδελφού του. Τον βλέπουμε σε σύναξη Κλεφτών στον Όλυμπο (1828, σώζονται δύο επιστολές τις οποίες υπογράφει). Συνεπώς ουδέποτε υπηρέτησε τον κατακτητή ούτε υπήρξε προ του 1854 ένας κοινός κλέφτης, δηλαδή αρπακτικός ληστής. Ας μη λησμονούμε ότι στους ανυπότακτους αυτούς Κλέφτες (με κεφαλαίο Κ λόγω της ιδιάζουσας σημασίας του όρου) οφείλουμε την ελευθερία μας.

2. Το 1831 ο Θεόδωρος Ζιάκας με άλλους Κλέφτες εισέβαλαν στα Γρεβενά για να εκδικηθούν τον τοπικό αγιάνη Μεχμέτ Άγο. Ο κ. Κ παραπέμπει στον Π. Αραβαντινό, ο οποίος μαρτυρεί ότι τα Γρεβενά “λαφυραγωγήθηκαν και πυρπολήθηκαν κατά το 1/3 από τους ενόπλους του Θεοδώρου Ζιάκα, χωρίς να γίνει διάκριση χριστιανών και μουσουλμάνων”. Η έλλειψη σχολιασμού της πηγής εκ μέρους του κ. Κ (σ. 181) ενδέχεται να οδηγήσει τον αναγνώστη στο συμπέρασμα ότι ο Θεόδωρος ήταν πλιατσικολόγος και τίποτε περισσότερο. Αλλά μαρτυρείται και μάλιστα ισχυρά ότι στη δολοφονία του Γιαννούλα (1826) συμμετείχαν και αρκετοί Έλληνες χριστιανοί για το γνωστό στην κλασική ιστοριογραφία λόγο: Για να πάρουν το αρματολίκι και άλλα αξιώματα. Ασφαλώς ο Θεόδωρος γνωρίζοντας τις κατοικίες εκείνων που θεωρούσε προδότες, προέβη σε λεηλασία και των οικιών τους όχι με πρώτιστο σκοπό τα υλικά οφέλη, αλλά κυριαρχούμενος από το πάθος της εκδίκησης. Για να καταστήσει πιό αποκρουστικό το πρόσωπο του Θεοδώρου ο κ. Κ τον εμφανίζει να επιχειρεί να κάψει τη Μητρόπολη (επισκοπείο) στο Βαρόσι. Στηρίζεται σε αχρονολόγητο δημοτικό τραγούδι, που διέσωσε ο Ενισλείδης και ενέταξε στο βιβλίο του χρονικά στην περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. Το τραγούδι έχει τους ακόλουθους στίχους:

 

Οι κλέφτες από τα βουνά παν να πατήσουν τα Γρεβενά
Την έρημη μητρόπολη
Στον παπα-Γιώργη πήγανε
-΄Ανοιξέ μας παπαδιά
- Δεν ανοίγω, ρε παιδιά, είν’ ο παπάς στην εκκλησιά.
- Γιά μάστε ξύλα, ρε παιδιά, να κάψουμε την παπαδιά, του ντελή-παπά.


Το τραγούδι όμως που έγραψε ο ποιητής του λαού για την επιδρομή του Θεοδώρου κατά των Γρεβενών είναι πασίγνωστο, αναφέρεται από τον Ενισλείδη και τραγουδιέται ως τις ημέρες μας στα πανηγύρια. Έχει ως πρώτο στίχο τον “εσείς πουλιά πετούμενα”. Σ’ αυτό διασώζει η μαρτυρία ότι οι Κλέφτες προήλθαν από τον Ασπροπόταμο (Αχελώο). Ο λαός δεν ήταν αφελής, ώστε να εξυμνήσει “κατορθώματα” που απέβλεπαν στο προξενήσουν πρόσθετη οδύνη πέρα απ’ εκείνη των κατακτητών. Αν και μηχανολόγος, όπως γράφει μάλλον υποτιμητικά ο κ. Κ, κατά την έρευνά μου βρήκα την άκρη. Το 1880 (και όχι 1831) έγινε απόπειρα απαγωγής του μητροπολίτη, ο οποίος όμως βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Παπα Γιώργης είναι ο Παπασερβερής, ο οποίος διέμενε κοντά στο επισκοπείο. Οι κλέφτες (προ μικρού, δηλαδή το 1878, επαναστάτες), όπως μαρτυρεί το τραγούδι απείλησαν να κάψουν το σπίτι του παπά, όχι το επισκοπείο. Άλλωστε μόλις προ εξαμήνου είχε κοιμηθεί ο μητροπολίτης Άνθιμος, ο φιλικός, και ο Θεόδωρος δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να στραφεί κατά του νέου, αγνώστου του μητροπολίτη. Δεν είναι επιτρεπτό σε ιστορικό εξ επαγγέλματος να εντάσσει άκριτα αχρονολόγητο δημοτικό τραγούδι σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και να συνάγει αυθαίρετα συμπεράσματα.

 

3. Για να επιτείνει την αμαύρωση της εικόνας του Θεοδώρου ο κ. Κ παραπέμπει και στον Ηπειρώτη γιατρό-ιστοριογράφο Λαμπρίδη, ο οποίος αναφέρει ληστρική δράση του Ζιάκα στο Ζαγόρι (σ. 181). Δεν αμφισβητούμε στο ελάχιστο την αλήθεια των γραφέντων από τον Λαμπρίδη. Παρατηρούμε όμως ότι για συμβάντα των ετών 1825 και 1826, στα οποία πρωταγωνίστηκε ο εν ζωή ακόμη Γιαννούλας (όχι ως αρματολός πλέον) ενοχοποιείται ο Θεόδωρος. Ενοχοποιείται ακόμη και για άλλα του 1827, ενώ είναι βέβαιο, ότι τότε ο Θεόδωρος είχε απομακρυνθεί από την περιοχή και είχε καταφύγει στα δυτικά Χάσια. Όπως ο Λαμπρίδης έτσι και ο κ. Κ δεν θέτει το ερώτημα: Γιατί κάποιοι Ζαγορίσιοι είχαν άφθονα πλούτη, όταν στους Γρεβενιώτες δεν έφθανε το αλεύρι; Ληστρική επιδρομή του Θεοδώρου και άλλων Κλεφτών είναι γνωστή στην Καστανιά Καλαμπάκας (1832). Οι Κλέφτες γνώριζαν πολύ καλά πού υπάρχουν πλούτη σε περίοδο μεγάλης ανέχειας του λαού. Ασφαλώς η επιδρομή δεν είχε εθνικό σκοπό, είχε όμως οπωσδήποτε κοινωνικό χαρακτήρα. Ας σημειωθεί ότι, ως εκ του τρόπου του βίου τους, οι Κλέφτες δεν απολάμβαναν τα κλοπιμαία τους όπως οι σημερινοί νόμιμοι ληστές. Πολλοί μάλιστα τα διέθεταν σε αγαθοεργίες.

4. Εξετάζοντας την επανάσταση του 1854 ο κ Κ προβαίνει σε απαράδεκτη αυθαιρεσία (σ. 184). Μεταφέρει την ενθύμηση λειτουργικού βιβλίου του χωριού Λιβαδερού Κοζάνης γραμμένη από παπαδάσκαλο: “Οι καπεταναρέοι…χάλασαν τον κόσμον και πήραν τον κόσμον στο λαιμό τους και χάλασαν και τα βακούφια και την Παναγία στο Ζντιάνι τόκαψαν και τον Αγιαντώνη το χάλασαν”. Από αυτή βγάζει το συμπέρασμα ότι “οι ιερείς αντιπαθούσαν τους κλέφτες” (σ. 185, 186). Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για την ενθουσιώδη υποδοχή του Θεοδώρου και την εκτίμηση προς το πρόσωπό του σε διάφορα μέρη. Η λεηλασία όμως και η καταστροφή πλήθους οικισμών από άτακτους Αλβανούς ήταν φυσικό να οδηγήσει κάποιους, και όχι κατ’ αποκλειστικότητα ιερείς, να γράψουν για τη συμφορά που τους βρήκε επιρρίπτοντας την ευθύνη στους πρωταίτιους της επανάστασης. Απλή ανθρώπινη ερμηνευόμενη δια της ψυχολογίας συμπεριφορά. Ένας ιερέας που γράφει με πόνο ψυχής για τη συμφορά δεν είναι οι ιερείς.

5. Ο κ Κ ασχολείται και με τις αναφορές των μελών της οικογένειας Ζιάκα προς την “Επιτροπή θυσιών” (1865). Αμφισβητεί την ειλικρίνεια των συντακτών των αναφορών και προβάλλει ως στόχο τους την αποκόμιση οικονομικών και ηθικών ενισχύσεων (σ.187). Πιθανόν στις αναφορές να υπάρχουν υπερβολές. Με ποιά όμως ιστορική μέθοδο μπορούμε να δείξουμε ότι αποτελεί μύθο η θυσία αρκετών μελών της οικογένειας (αν όχι 30 όπως αναγράφεται) κατά τους αγώνες από το 1770 ώς το 1828; Όσο για τα οικονομικά ωφέλη, ο Θεόδωρος έδειξε πόσο τον συγκινούσαν, όταν για τελευταία φορά (1878) σε ηλικία 73 ετών έλαβε μέρος σε μία ακόμη επανάσταση.

6. Ο κ Κ στρέφεται και κατά άλλου Κλέφτη των Γρεβενών, του Δημητρίου Τότσκα (σ. 191), τον οποίο θεωρεί αρβανιτόφωνο! Όλες οι μαρτυρίες που έχουμε στη διάθεσή μας τονίζουν την εκ Γρεβενών καταγωγή του Τότσκα, συγγενούς των Ζιακαίων. Για τον κ. Κ αρκεί το ότι έλαβε γυναίκα από τα Δερβίζανα των αρβανιτοφώνων του Σουλίου, όπου εγκαταστάθηκε σε ώριμη ηλικία και δολοφονήθηκε, κατ’ εντολή του Κουρτ πασά, για να χαρακτηριστεί και ο ίδιος αρβανιτόφωνος. Ήταν αυτή μια πολύ “΄εξυπνη” εισαγωγή για το τελικό συμπέρασμα του κ. Κ, το οποίο παραθέτω: “Ποιά είναι λοιπόν η τεκμηριωμένη ιστορική εικόνα του Θεοδώρου Ζιάκα; Απόγονος οικογένειας χριστιανών ιλλυρικής καταγωγής, που ασκούσαν το επάγγελμα του αρματολού”! Βέβαια έχει γραφεί: “Μετά την οριστική συντριβή του τελευταίου Ιλλυριού βασιλίσκου Γενθίου (219 π.Χ.) και την ολοκληρωτική υποταγή στους Ρωμαίους, οι Ιλλυριοί χάνονται στη ρωμαϊκή χοάνη. Οι επιπτώσεις της κατάκτησης της Ιλλυρίας από τους Ρωμαίους είναι ομολογουμένως καθοριστικές. Η νότια Ιλλυρία, η Δαλματία και η Ιστρία γνωρίζουν τη χρυσή εποχή τους, με συνακόλουθη την επικράτηση της γλώσσας, των ηθών και εθίμων και της θρησκείας των Ρωμαίων. Έκτοτε διατηρείται απλή ανάμνηση των Ιλλυριών με τη χρήση του εθνικού ονόματος ή παραγώγων του στη ρωμαϊκή, διοικητική και εκκλησιαστική, ορολογία”. (εγκ. Πάπυρος-Larousse-Britannica).

Ο κ Κ ανακάλυψε ολόκληρη οικογένεια Ιλλυριών στην επαρχία Γρεβενών κατά τον 19ο αιώνα, δηλαδή 20 αιώνες μετά την αρχή της αφομοίωσής τους από τους Ρωμαίους. Οι δήμοι Γρεβενών και Θεοδώρου Ζιάκα πρέπει να σπεύσουν να προσθέσουν μαρμάρινη πλάκα στην προτομή του Θεοδώρου Ζιάκα στην πλατεία Αιμιλιανού και στον οικισμό Ζιάκα αντίστοιχα, στην οποία να αναγράφεται ότι υπήρξε “ιλλυρικής καταγωγής”. Ο δεύτερος δήμος πρέπει να ζητήσει συγγνώμη για την πρόσφατη εξαπάτηση του προέδρου της ελληνικής Δημοκρατίας, τον οποίο οδήγησε να καταθέσει στέφανο στην προτομή ενός πλιατσικολόγου Ιλλυριού. Και επειδή το θέμα δεν είναι τόσο απλό, ώστε να γελάσουμε, καθώς ο αλβανικός εθνικισμός, ο οποίος, μέσω της γερμανικής σχολής ιστορίας, προβάλλει ως διάδοχος των Ιλλυριών, πρέπει να προβληματιστούμε σοβαρά. Μήπως στην προσπάθεια να καθάρουμε την ιστορία από τις υπερβολές και τους μύθους του παρελθόντος εισάγουμε νέες υπερβολές και νέους μύθους κατά πολύ πιό επιζήμιους;

 

Απόστολος Παπαδημητρίου
ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος μηχανικός Ε.Μ.Π.
συγγραφέας ιστορικής μελέτης με αγάπη για τον τόπο και για την αλήθεια
(Ειδικούς τίτλους πέρα από τη μελέτη των πηγών και πλήθους βιβλίων δεν έχω)

 


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ