pan fr2019ban785 125
aggelies banner
euromedica 15
jumbo
Τρίτη, 01 Οκτώβριος 2019 13:16

ΔΙΑΚΟΣ (Λιμπίνοβο) Σεπτέμβρης 2019

Η μνήμη γυρνά πίσω .Nα ξανασυναντήσει τον άνεμο που έφυγε ,μέσα απο τα φυλλώματα της Μητσιώρας, διαπερνώντας ψιθυριστά, τον τροπαιοφόρο Αγ.Γεώργιο στην είσοδο της Παναγίας του Διάκου,τα επιβλητικά κλωνάρια του θεόρατου πλάτανου μπροστά στην εκκλησία, που μεγαλώνουν διαρκώς προς τον ουρανό , γιγάντια χέρια ικέτη που προσεύχεται ,να φέρει ο θεός ευδαιμονία, πάνω απ τον ιερό και αναμάρτητο τόπο.Γυρνά, να ανταμώσει τις μορφές, να ξαναχαιρετήσει τούς τόπους, να δεί ξανά τα πατήματα των ανθρώπων και των αλόγων, στα μονοπάτια του μόχθου ,της εγκαρτέρησης,της τιμιότητας ,της καλοσύνης.Η μνήμη είναι ο ακατανίκητος μοχλός της ανθρώπινης φυγής προς τα όνειρα,η πρωταρχική , ανεξίτηλη ,αέναη και άεικίνητη ουσία των ανθρώπων .Γυρνά πίσω σε σχολεία που έμειναν βουβά και ξεσκέπαστα, σε εκκλησίες που διέσωσαν την πίστη και το έθνος (και τώρα προσπαθούν να τις συντηρήσουν ,με ξύλινα παρατημένα υποστηλώματα ),στα λεηλατημένα εικονίσματα όπου οι άδολοι άνθρωποι συναντόύσαν το Θεό και την ελπίδα, στις μισοσκεπασμένες απο πέτρες γριντιές (χοντρά ξύλινα δοκάρια)των δίπατων σπιτιών,στις χωμένες στο χώμα σκουριασμένες λαμαρίνες των μαντριών ,στα αγκωνάρια απο τις καλύβες των παλιών τσελιγκάδων!H μνήμη γύρισε πίσω !

Εδώ δεν έφτανε κανένας δρομος , οι άνθρωποι χάνονταν στο πουθενά! Ενας παρθένος ορεινός τόπος που τον όριζαν αθόρυβα αλλά με ακρίβεια, οι κύκλοι των σταυραετών χειμώνα -καλοκαίρι, στον Ντιμινίκο και στα Παλιόλογγα και οι εναλλαγές του ανέμου στον Τόμο καί στη Λάκα Μ(ου)τάφη!Τον όριζαν αποφασιστικά ,η σταθερά,”δεύτε λάβετε φώς” του Παπαγρηγόρη (Γρηγόριος Παπανικολάου), οι ακαταλαβίστικες και παρατεταμένες ανακραυγές του Μόκα-Κλησιάρη,(οοοε,εεεο,ιιια), στο δεξιό ψαλτήρι της Παναγίας πάντα , και η μόνη αντιληπτή λέξη “Ναβουχοδονόσωρ” ,του Χρήστου Λωρίδα, απ την αριστερή πλευρά.!Τον είχαν εδραιώσει οι Κλεισιαραίοι και οι Παπανικολαίοι απο το Καλαπόδι,οι Γραβαναίοι απο τα Καλύβια ,οι Βεντζαίοι απο τις Σάρμπεις, οι Ψευτογκαίοι απο τα Γιδόσταλα , οι Ζγκουραίοι απο την Ντόμπρες ,οι Ζησαίοι απο το Καλαπόδι και την Παλαζάραινα,οι Ζυγουραίοι απο τη Βίγλα και τα Προσήλια,οι Κουτουλαίοι απο τις Τσιούκες, οι Τζιολαίοι απο την Παλαζάραινα.

Εδώ , οι γυναίκες γεννούσαν στα καλαμπόκια, το αλεύρι απο τ αμπάρια των νοικοκυραίων ,γίνονταν καρβέλια δεκαημέρου στους παλιούς φούρνους! Ο Μύλος τ Πάπη (του Παππού) έτρεχε νερό χειμώνα -καλοκαίρι ,τα δέντρα στην γκρεμίνα στην Τζαϊμη και οι μυγδαλιές του Τασιούλα, αντιστέκονταν με πείσμα στον λυσσασμένο αγέρα κάθε Μάρτη, τα χιόνια στη Βίγλα έφθαναν με τον παγωμένο βοριά νωρίς ,απο τη Βασιλίτσα και τον Σμόλικα !Σαν τα μυρμήγκια τον Αύγουστο, στρατιές αγώνα και κόπων, έρχονταν κι έφευγαν γύρω οι ξωμάχοι !Στο δρομο που έφερνε απο το Καλαπόδι ,στις ασπρόες δίπλα απο το αμπέλι του Χιλλέα, στη βρύση στον Γκουντουϊαννη και στα σπιτια των Παπανικολαίων, απέναντι προς τα Ξικόμματα ,το μονοπάτι μέσα απ τη γκρεμίνα του Ζγκούρα!Χαμηλά,στον χωματόδρομο που οδηγούσε στον κουτσό πολιτισμό, κοντα στον Αι -Θανάση, στα Παλιοχώρια,οι άνθρωποι σαν τo μελισσι, στα χωράφια και στα παλιά μαντριά!

1969! Στις αρχές του καλοκαιριού ,ενα τεράστιο μηχάνημα με ατσάλινες ερπύστριες και μεγάλη λεπίδα ,που έκοβε το χώμα οπως το μαχαίρι το βούτυρο, ήλθε απο χαμηλά στο ποτάμι ,πέρασε τα Παλιοχώρια και τις Κερασιές και έφτασε μέχρι το χωριό!Εκεί που η λεπίδα έξυνε βαθιά το στεγνό χώμα ανοίγονταν ένας λείος και γυαλιστερός διάδρομος που στα μάτια των πιτσιρικάδων εφάνταζε σαν μοναδική λεωφόρος στον παράδεισο της εγκατάλειψης! Πήγε και στ Ανήλιο!Σε μία ώρα έφτιαξε ένα τεράστιο γήπεδο!Τις επόμενες μέρες ένα άλλο σιδερένιο θαύμα εγκαταστάθηκε στις μυγδαλιές των Κλεισιαραίων ,στον Αβλαγά και καταβρόχθιζε ανηλεώς τα στιβαγμένα δεμάτια ! Ήταν κόκκινη η πατόζα που είδε ο Διάκος για πρώτη φορά και μέσα σε μία -δύο ημέρες είχε τελειώσει το αλώνισμα ,που την περασμένη χρονιά με τον στέντζερη και τα άλογα, κράτησε ένα μήνα και βάλε.

Ενα άσπρο σύννεφο σκόνης σηκώνονταν στον Αι -Γιώργη και πλησίαζε αργά προς τον Διάκο,ενώ είχαμε μαζευτεί καμιά 20 αριά παιδίά να δούμε το φορτηγό που θα έφερνε (καθώς το καλοκαίρι τέλειωνε) προμήθειες για τον χειμώνα.Πήρε τη στροφή στα μνημόρια ,πέρασε τις μυγδαλιές στον Αβλαγά, τα σπίτια της Καλινίκαινας και του Γκόντα ,μπήκε στο μεσοχώρι! Κοιτούσαμε με δέος και με θαυμασμό το πράσινο, παλιό, μακρυμούρικο φορτηγό ,όπως αν για παράδειγμα σήμερα θα κατέβαινε διαστημόπλοιο , σ ένα ορεινό χωριό!Ξεφόρτωσε τα σακκιά με το αλεύρι, μια στίβα τσίγκους για τις σκεπές , καινούργιους γυαλιστερούς τενεκέδες για τυρί , καμιά δεκαριά καρπούζια! Πήρε αργά στροφή στο μεσοχώρι,μπροστά στο Δημοτικό,μπήκε στο δρόμο να γυρίσει.Κρεμαστήκαμε στα κρυφά πίσω στην καρότσα ,4-5 παιδιά και πήγαμε μαγικά μέχρι τα Παλιοχώρια!Εκτός απο τα άλογα , τα γομάρια και τα μουλάρια ,δεν είχαμε δεί άλλο μέσο στα μέρη του Διάκου μέχρι τότε! Το φορτηγό του Γεωργίτση ,που συνέδεε τον Διάκο με την πόλη , 3-4 φορές όλο το καλοκαίρι! Αυτό ήταν ολο!(Τον χειμώνα ,άλλος με το άλογο ,αλλοι πεζοί που κινδύνευαν να πνιγουν στον Εργάτη ,όταν κατέβαζε απο τις πολλές βροχές και όταν έλυωναν τα χιόνια.)

Hταν μέλι τά μήλα!Πράσινα,χοντρά,γυαλιστερά!Και κουβαλούσαν στο χυμό τους οτι το εκλεκτότερο είχε να δώσει η γόνιμη και αμόλυντη γή του Διάκου!Η Παπαστάμαινα ,ηλικιωμένη χήρα ,μία που δεν έβλεπε καλά ,μία που μάλλον κακώς υπελόγιζε οτι, “τα παιδιά πόσα μήλα να φάνε” ,έπαιρνε σβάρνα το χωριό για επισκέψεις και κουτσομπολιό,αφήνοντας αφύλακτη τη φορτωμένη μηλιά.Τα παιδιά ξεγλυστρούσαν απο τη σκιά του πανύψηλου πλάτανου στον περίβολο της Παναγίας του Διάκου και με κοντά ξύλα που εκσφενδόνιζαν στα κλωνάρια της μηλίάς ,γέμιζαν τα κόρφια και έπιαναν τις λεπτοκαριές στον Μπράντο ,να απολαύσουν την “λεία τους”. Πόσο ήταν εκλεπτυσμένη και μοναδική η γεύση των μήλων ,που απο το χτύπημα στο πέσιμο είχαν πάρει να μαυρίζουν και πόσο έμοιαζε επουσιώδης και ασήμαντη η μικρή κλοπή, εκεί στον αδιαπεραστο ίσκιο των άγριων φουντουκιών! ,Γύρισε απότομα ο αγέρας το απογεύμα μεσα στις πατημένες καλαμιές ,σκοτείνιασε απο τη ανατολή ,με τα σύννεφα να ζώνουν απειλητικά ακόμα και τις σκεπές των παλιών σπιτιών!Προηγήθηκαν αστραπές και εκκωφαντικοί κεραυνοί,τα πουλιά χώθηκαν φοβισμένα στις φυλλωσιές, η κορυφογραμμή στον Τριαντάφυλλο σφυροκοπούνταν απο πύρινες γλώσσες στη σειρά!.Ένα χοντρό χαλάζι σε μέγεθος καρυδιού κατέφθασε με πρωτοφανή οργή και άρχισε να γδέρνει ανελέητα τις σκεπές ,τα δέντρα, το κοκκινόχωμα της Βίγλας ,που πέρασε το Λεύκα και κατέληξε στον βαθύ λάκκο του Ζκγούρα!Φοβισμένα και κατάπληκτα μάτια παιδιών στο χαγιάτι της Παναγίας ,παρακολουθύσαν με ανομολόγητη προσμονή,την ουράνια επίθεση των σύννεφων και του αέρα κατά παντός σταθερου και κινούμενου πράγματος πάνω στη γή!Δαιμονισμένη βουή ,που ο αντίλαλός της άνηφόριζε ψηλά, στα χοντρα δέντρα στη Σταυροδρόμη, σηκώνονταν εφιαλτική απο τις σκεπές και τα τσίγκια του Διάκου ,το βογγητό της χτυπημένης γης που ζητούσε έλεος απ το Θεό!Και ο Θεός συγκατένευσε! Φώς απλώθηκε πανω απο την γκρεμίνα της Τζαϊμης, τα σύννεφα χώρισαν, το μαύρο καταπέτασμα έφευγε χαμηλά ,εκεί που έβγαζε ο Βαθύλακκος και ο Εργάτης!Ο Διάκος είχε ντυθεί ένα κρύο λευκό πέπλο 10 εκατοστών και οι ανήσυχοι κάτοικοι άρχισαν να αναδεύουν στις πόρτες και στις αυλές.Μανάδες που καλούσαν απελπισμένες τα παιδιά,καθώς εκείνα ετοιμάζονταν να επιτεθούν στο παχύ στρώμα των πράσινων μήλων ,που το χαλάζι σάρωσε απ τη μηλιά της Παπαστάμαινας!

Ο παππούς ο Ζυγούρας,(Τζιουμάκης), Κών/νος Ευαγγελόπουλος ,έφτασε με τον στρατό του Κώνσταντίνου του Β(Ιούνιος 1919-Σεπτεμβριος 1922), μέχρι την Προύσσα, το Εσκί Σεχιρ και το Αφιόν Καραχισάρ! “Σκοτώναμε και μας σκότωναν” έλεγε, “εμεις πολυ παραπάνω!” “Θέλαμε να προχωρήσουμε κι άλλο! Νομίζαμε ότι είμασταν οι εκλεκτοί του Θεού! Ειχαμε αναστήσει το Μαρμαρωμένο Βασιλιά! Εάν ο Κωνσταντίνος μας έλεγε να πεθάνουμε,θα πεθαίναμε με τη μία!Τόσα χρόνια πόλεμος και νά! Ερμος τόπος και γαλάρια!”Ο παππούς ο Τζιουμάκης είχε για δική του περιοχή τον Βαθύλακκο, όπου τα μεσημέρια μετα την βοσκή έβαζε το κοπάδι στον στάλο ,κάτω απο τα σκιερά πλατάνια και δίπλα απο το πεντακάθαρο νερό που έφθανε απο την Βίδρα !Φορτώσαμε τα γκιούμια στον κοντό γάϊδαρο μαζί με τον ξαδελφό μου και φύγαμε, να πάμε στον Βαθύλακκο να πάρουμε το γάλα.Περάσαμε τον Μπράντο,βγήκαμε στον Αί Θανάση ,στο εικόνισμα,κατηφορίσαμε στον Αϊ Γιώργη και μετά πήραμε αριστερά, να πιάσουμε τη βρύση στο Κουπάτσι .Γεμίσαμε τά ξύλινα φτσέλια(στρόγγυλο ξύλινο δοχείο ) με κρύο νερό ,πήραμε το μονοπάτι ανάμεσα στα μαρμάρια,περάσαμε το Βαθύλακκο,νάτος ο παππούς! Ξαπλωμένος στον χοντρό πλάτανο ,με το δερμάτι δίπλα γεμάτο βουτυρωμένο ξυνόγαλο. Σηκώθηκε καλοσυνάτος ,σταματήσαμε. “Χρυσό μ” παιδί, παλληκάρι μ” ,είπε γελαστός και έπιασε απο το κοτσάκι (απόλήξεις του πίσω μέρους του ξύλου του σαμαριόύ ,για να κρεμούν σκεύη ,τροβάδες,δισάκια) στο σαμάρι ,το φτσέλι με το νερό να ξεδιψάσει!¨Ηπιε νερό με βουλιμία,πήρε τον τρουβά του και μας φώναξε στον ίσκιο να καθίσουμε .¨¨Εβγαλε απο τον τρουβά, βαθιά ξύλινα πιατα,πελεκημένα απο τον ίδιο με δεξιοτεχνία,πήρε το δερμάτι ,τα γέμισε ξυνόγαλο!Μας έδωσε τα ξύλινα χλιάρια,(κουτάλια,κοχλιάρια) δικής του , μοναδικής και απαράμιλλης φιλοτέχνησης και φάγαμε στο λεπτό, αφού τρίψαμε στεγνό ψωμί, το υπεροχότερο ξυνόγαλο της ζωής μας! ¨Εφαγε κι εκείνος την αχνιστή πίτα που ήταν δεμένη σε ασπρόμαυρο καρό μισάλι και του την φέραμε απο το χωριό. Ϋστερα σηκώθηκε,έβαλε την πλάτη στον ήλιο,τέντωσε το κορμί.Κοιτούσαμε απορημένοι.Σημάδεψε με τα μάτια την κορυφή του ίσκιου του ακριβώς!Απο τη στάση προσοχής σήκωσε το δεξί του πόδι,ακούμπησε με τη δεξια φτέρνα την αριστερή μύτη του ποδιού του και μέτρησε.Ενα!Συνεχισε με το αριστερό πόδι την ίδια κίνηση και μετρώντας έφτασε εκέί που είχε βάλει το σημάδι, στον ίσκιο του, νωρίτερα.Οκτώ ,είπε και γύρισε προς τα πρόβατα.Η ώρα, καθώς δεν υπήρχαν ακόμη ρολόγια ,ήταν τεσσερις το απόγευμα ακριβώς!Οι πατημασιές δηλαδή στον ίσκιο του παππού στον ήλιο ,δια δύο!

Είχε ζέστα, δεν θα κατεβάσουν(γάλα) πολύ σήμερα, μονολόγησε και άρχισε να σφυρίζει και να φωνάζει!Ε,έ, έ και τα πρόβατα απο τους ίσκιους γύρω , έτρεχαν να περάσουν μέσα στην διπλανή κόρδα(στρόγγυλη πρόχειρη κατασκευή απο κλαδιά ,κέδρα ή πλέγμα όπου ΄εκλειναν το κοπάδι να το αρμέξουν), για να αρχίσει το άρμεγμα. Πήρε θέση ο παππούς στη χοντρή πέτρα μπροστά στην στενή πόρτα της κόρδας ,άρχισε να αρμέγει καθώς κουνούσαμε τις λεπτές βίτσες να στριμώξουμε τα πρόβατα προς τα μπροστά! Σε περίπου μία ώρα και η τελευταία προβατίνα άφηνε το γάλα της στο τρίτο καρδάρι που γέμιζε ο ο παππούς.Μετά πήρε το κιλό ,φέραμε τα γκιούμια και κιλό -κιλό, το γάλα ήταν έτοιμο για το χωριό.56 κιλά ήταν το σημερινό άρμεγμα,πολύ πιο πάνω απο αυτό που είχε προβλέψει ο παππούς. Φορτώσαμε τα γκιούμια στον γάϊδαρο,δεν μπήκε καβάλα κανένας απο τους δυό μας.Οταν καταλάβαινε άνθρωπο στο σαμάρι ,γiνονταν πρωταθλητης κόσμου!Πήραμε τον ανήφορο, την ίδια διαδρομή.Φτάσαμε στο χωριό κατά τις 6 το απόγευμα .Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά και έντυνε απλόχερα με καθαρό χρυσάφι, της Βουλγάρας το μπαϊρι και τη Σταυροδρόμη !Άνθρωποι έφταναν γύρω ,άλλοι απο τα πρόβατα ,άλλοι απ τα χωράφια και τους κήπους!Γέμιζε ο Διάκος ανθρώπους του Θεού και της αγαθότητας! Όταν κοιτάς πως φεγγοβολά η Βίγλα το πρωϊ και οι ακτίνες στεφανώνουν με ιριδισμούς ,την κορυφογραμμή στον Τριαντάφυλλο, έχεις την αίσθηση οτι επιστρέφεις στην αφετηρία!Περνούν βουβά,ντυμένοι σε επιβλητική ιερότητα , Μακεδνοί με προτεταμένα δόρατα , ο Δέρδας και ο στρατηγός Πολυπέρχων,ο Πύρρος και ο Περσέας,ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο Ηράκλειος, ο Ιουστινιανός, ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Τσιμισκής, ο Ρωμανός ο Δ ο Διογένης,οι Κομνηνοί ,οι ¨Αγγελοι , οι Καντακουζηνοί ! Υστερα,ο Θεόδωρος Λάσκαρης και ο Ιωάν. Βατάτζης, της καθημαγμένης αυτοκρατορίας της Νίκαιας,ο Μιχαήλ και ο Θεόδωρος Δούκας του ηρωίκού Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο τελευταίος των Παλαιολόγων ,Κωνσταντίνος!Μετά,400 χρόνια σιωπής και υποδούλωσης !Μόνο η πίστη και η γλώσσα! Να διαφυλάξουν απο τον οθωμανικό κατακλυσμό ,τα χώματα,τις λέξεις,τα ιερά σύμβολα ,τις φωτεινές κορυφές! Να μοχθούν μέρα και νύχτα και να ριγούν, στην κυματώδη ανέμωση της σημαίας και στα αγωνιώδη και απαιτητικά προσκλητήρια του έθνους!Ο Διάκος ειναι η Πίστη ,το Εθνος, η Φυλή!Η ιστορία που πέρασε με πόνο απο διαδοχικές συμπληγάδες και νίκησε αποφασιστικά τους αιώνες!

Κλεισιάρης Κώστας


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ