Σάββατο, 01 Σεπτέμβριος 2012 17:54

ΠΑΛΑΙΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ

Ιστορικό

Κατά το ‘’Ολόκαινο’’ χρονικό διάστημα στην περιοχή των Γρεβενών συντελέστηκαν κάποια από τα παράξενα παιχνίδια της φύσης που σήμερα μας επέτρεψαν να θαυμάζουμε μοναδικής ομορφιάς απολιθώματα ζώων. Οι Παλαιοντολογικές έρευνες και ανασκαφές στα Γρεβενά ξεκίνησαν το 1990 με αφορμή την εύρεση μερικών απολιθωμένων οστών από τον Δημήτριο Ζησόπουλο στη θέση Αμπέλια στις βόρειες παρυφές της πόλης των Γρεβενών σε υψόμετρο 580 μ.. Η πρώτη ανασκαφή έγινε...

το 1992 και ακολούθησαν άλλες δύο το 1994 και το 1995. Αποτέλεσμα των ανασκαφών ήταν η αποκάλυψη τμήματος σκελετού ελέφαντα και δύο δοντιών προϊστορικού βοοειδούς. Η χρονολόγηση της αδαμαντίνης από τα ελάσματα των δοντιών του ελέφαντα έδειξε ότι το ζώο είναι ηλικίας 200.000 χρόνων.

Το 1996 η παλαιοντολογική ομάδα του ΑΠΘ αξιοποιώντας πληροφορίες που είχε από τη Μηλιά Γρεβενών από τον Θανάση Δεληβό συνέχισε την έρευνα της στο συγκεκριμένο χωριό. Αρχικά βρέθηκαν ένας τεράστιος βραχίονας και δύο πλήρεις χαυλιόδοντες ενός προϊστορικού προβοσκιδωτού (μαστόδοντα) σε θέση χιαστί. Το 1998, ανακαλύφθηκε από το ίδιο ζώο ένα από τα πληρέστερα σαγόνια που έχουν βρεθεί στον Ευρωπαϊκό χώρο. Το 1999, στη θέση Πρίπορος, κοντά στον Άγιο Γεώργιο του Δήμου Ηρακλεωτών, βρέθηκε μια απολιθωμένη σιαγόνα με πλήρη οδοντοστοιχία και η ωλένη ενός ρινόκερου. Τέλος, στη Μηλιά το 2002, απέναντι από το λόφο όπου βρέθηκαν οι χαυλιόδοντες βρέθηκε κρανίο γιγαντιαίου ρινόκερου.

Το 2007 η ανασκαφική ομάδα της κυρίας Τσουκαλά έφερε στο φως απολιθωμένα οστά μαστόδοντα καθώς και τους χαυλιόδοντες του μαστόδοντα μήκους 5 μέτρων και 2 εκατοστών


ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΗΛΕΑΣ Δ. ΗΡΑΚΛΕΩΤΩΝ

Τα ευρήματα – απολιθώματα που έχουν βρεθεί στεγάζονται σε εκθεσιακό χώρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Μηλιάς (ΦΕΚ 972/ τ’ Β /15-07-2003) του Δήμου Ηρακλεωτών Γρεβενών.


Απολίθωση

Απολίθωση είναι η διαδικασία κατά την οποία η οργανική ύλη έχει αντικατασταθεί από ανόργανη ύλη. Κατά την απολίθωση μόνο τα σκληρά μέρη του ζώου μπορούν να διατηρηθούν. Τέτοια είναι, για μεν τα σπονδυλωτά, οστά, δόντια , κέρατα, λέπια κλπ για δε τα ασπόνδυλα όστρακα, κελύφη κλπ. Βέβαια η απολίθωση δεν είναι πάντα δυνατή. Πρέπει τα σκληρά κατάλοιπα του ζώου να σκεπαστούν από λεπτόκοκκο άμμο, σε σύντομο χρονικό διάστημα από το θάνατο του και στο περιβάλλον ταφής να κυκλοφορεί νερό, έστω και σε μικρή ποσότητα. Στη συνέχεια γίνεται η αντικατάσταση μόριο προς μόριο της οργανικής ύλης από την οποία αποτελείται το κατάλοιπο του ζώου( οστό κλπ) από ανόργανη ύλη. Η ανόργανη ύλη είναι συνήθως ανθρακικό ασβέστιο CaCO3, που προέρχεται από το άμεσο περιβάλλον, στο οποίο έχει θαφτεί το οστό και δίνει στο απολίθωμα ανάλογη Χημική σύσταση και χρώμα. Ο τρόπος της αντικατάστασης επιτρέπει τόσο τη διατήρηση του αρχικού σχήματος του οστού, όσο και τη διατήρηση της εσωτερικής υφής του. Έτσι λοιπόν ένα απολιθωμένο οστό μπορεί να έχει το σχήμα και την υφή ενός μη απολιθωμένου οστού, αλλά η σύστασή του δεν έχει σχεδόν καμία σχέση.

 

Ο Μαστόδοντας της Μηλιάς

Μεγάλα σαρκοφάγα αιλουροειδή με τεράστιους πριονωτούς κυνόδοντες (μαχαιρόδοντες), αρκούδες, λύγκες, αγριοθήρια κυνηγούσαν τα φυτοφάγα, μεταξύ των οποίων ρινόκεροι, ιππάρια (μικρόσωμα άλογα με τρία δάκτυλα στα πόδια τους, ενώ τα σημερινά έχουν ένα δάκτυλο), τάπιροι (συγγενείς με τους ρινόκερους με κολοβή προβοσκίδα), βοοειδή, ελαφοειδή και αγριόχοιροι που περιπλανιόταν στην περιοχή.

Οι τεράστιοι χαυλιόδοντες μήκους 4.39 του μαστόδοντα Mammut borsoni HAYS 1834 είναι πολύ καλά διατηρημένοι και αναφέρονται ως οι μεγαλύτεροι της Ευρώπης. Επίσης έχουν βρεθεί οστά του μετακρανιακού σκελετού: η κνήμη , οι δύο ωλένες και πλευρές που ολοκληρώνουν ως ένα σημείο την εικόνα ενός ενήλικου προβοσκιδωτού (περίπου 40 χρόνων) με ύψος περίπου 4,5 μέτρα και βάρος μεγαλύτερο από 12 τόνους, πλειοκαινικής ηλικίας (3.000.000 ετών περίπου).

Το 2007, τα λείψανα ενός ακόμα απολιθωμένου ζώου υπερτόνισαν το διεθνές κυρίως ενδιαφέρον της περιοχής για τη σπουδαιότητα της περιοχής της Μηλιάς. Οι χαυλιόδοντες του ζώου, μήκους πέντε μέτρων και δύο εκατοστών (5,02 μ.), αποτελούν, χωρίς αμφιβολία τους μεγαλύτερους που έχουν βρεθεί στον κόσμο, ενώ ο εντοπισμός της κάτω γνάθου και μεγάλου μέρους του σκελετού του ζώου καθιστά το εύρημα εξαιρετικά σημαντικό για την έρευνα, καθώς παρέχει μοναδικά στοιχεία για την εξέλιξη, την παλαιοβιολογία και την εξέλιξη του συγκεκριμένου είδους, σε παγκόσμια κλίμακα.

Μας δίνει τη δυνατότητα υπολογισμού τόσο του ύψους του μαστόδοντα, όσο και του βάρους του. Πρόκειται για ένα αρσενικό ζώο, η βιολογική ηλικία του οποίου, όπως προκύπτει από τα δόντια της γνάθου, υπολογίζεται μεταξύ 25 και 30 χρόνων.

Τα αποτελέσματα των ανασκαφών μας παρέχουν εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για το γεωλογικό παρελθόν της περιοχής, για τα είδη που την κατοικούσαν, για την καταγωγή και εξέλιξή τους, για το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν, για τις κλιματικές συνθήκες που προτιμούσαν και για τη γεωγραφική τους εξάπλωση. Η μελέτη των ευρημάτων εμπλουτίζουν τις γνώσεις για το παλαιο περιβάλλον του ελλαδικού χώρου, αλλά και την εξέλιξη ειδών όπως τα προβοσκιδωτά, δίνοντας νέα διάσταση στη σύνθετη εικόνα της Φυσικής Ιστορίας τόσο της περιοχής, όσο και της ΝΑ Ευρώπης.

 

Οι ρινόκεροι

Ο ρινόκερος του Αγίου Γεωργίου (σιαγόνα,ωλένη) ανήκει στο είδος του Dicerorhinus etruscus. Ενώ το πλήρες και καλά διατηρημένο κρανίο ρινόκερου της Μηλιάς ανήκει στον Dicerorhinus megarhinus. Η ηλικία τους υπολογίζεται στο Πλειόκαινο, ίδια με αυτή του μαστόδοντα της Μηλιάς.

Σύμφωνα με την Τσουκαλά τα συμπεράσματα από τις Παλαιοντολογικές ανασκαφές στα Γρεβενά δίνουν ποικίλες και πολύ σημαντικές πληροφορίες, Συγκεκριμένα:’’ Τα Γρεβενά πριν από 200.000 και πριν από 3.000.000 χρόνια: Elephαs (Pαlαeoloxodon αntiquus FALCONER & CAUTLEY (1847), Mαmmut borsoni ΗΑYS 1834 ελέφαντας και μαστόδοντας με τους ίσιους χαυλιόδοντες: και οι δύο ήταν τύποι δασόβιοι και ζούσαν σε σχετικά θερμό κλίμα: Η ανακάλυ­ψη των ρινόκερων Dicerorhinus etruscus (FALCONER 1859) και Dicerorhinus megαrhinus DE CHRISTOL 1834 επιβεβαίωσε απόλυτα τον προσδιορισμό του παλαιοπεριβάλλοντος, που ήταν μια έ­κταση με πολλά δάση και θάμνους, ενώ το κλίμα που επικρατούσε ήταν θερμό και υγρό. Η Παλαιο­ντολογία λοιπόν συνέβαλε στη γνώση της προϊστορίας της περιοχής των Γρεβενών δίνοντας στοιχεία για την εξέλιξη των ειδών και την παλαιογεωγραφική τους εξάπλωση, καλές χρονολογήσεις για τη στρωματογραφία και τη γεωλογία, καθώς και στοιχεία για την αναπαράσταση του παλαιοπεριβάλ­λοντος.’’


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ