Παρασκευή, 11 Μάιος 2018 00:53

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΕΣΚΑΤΗΣ ΣΤΙΣ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1946

Χρήστου Δ. Βήττου

Υποστρατήγου ε.α.

 

Η κατάσταση πριν από την επίθεση.

Οι περιοχές των Χασίων, Ολύμπου - Πιερίων και Πίνδου αποτελούσαν το έτος 1946 τα κύρια κρησφύγετα των πρώτων ενόπλων κομμουνιστών και τους ζωτικούς χώρους στους οποίους μπορούσαν να ελιχθούν, να επιβιώσουν και να έχουν εύκολη πρόσβαση στις όμορες Λαϊκές Δημοκρατίες (Αλβανία και Γιουγκοσλαβία).

Νότια της καμπής του Αλιάκμονα και του Βενέτικου (στις περιοχές Χάσια και Αντιχάσια) υπήρχαν δύο ζωτικά σημεία στηρίγματος, η Δεσκάτη και το Κηπουριό, τα οποία έπρεπε με κάθε τρόπο να καταληφθούν, για να υπάρχει στους αντάρτες η δυνατότητα να κινούνται ελεύθερα στο χώρο αυτό. Για την πραγματοποίηση του στόχου αυτού σχεδίασαν, κατά το Β΄ εξάμηνο του 1946, σε πρώτη φάση να καταλάβουν τη Δεσκάτη, που αποτελούσε και την «πρωτεύουσα» των Χασίων, και σε δεύτερη το Κηπουριό.

Η Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Δυτικής Μακεδονίας (έδρα Κοζάνη), αντιλαμβανόμενη ότι η δύναμη της Χωροφυλακής Δεσκάτης ήταν ανεπαρκής για την ασφάλεια της κωμόπολης, ζήτησε τον Αύγουστο του 1946 βοήθεια από τη XV Μεραρχία (έδρα Κοζάνη), στη ζώνη ευθύνης της οποίας υπαγόταν η περιοχή Χασίων. Η Μεραρχία, ανταποκρινόμενη στο δίκαιο αίτημα της Χωροφυλακής, διέταξε ένα Λόχο του 506 Τάγματος, που είχε τελειώσει τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα Χάσια, να εγκατασταθεί στη Δεσκάτη και να μεριμνά για την ασφάλεια της περιοχής.

Μέχρι τότε όλες οι δραστηριότητες των ανταρτών περιορίζονταν σε μικρές καταδρομικές ενέργειες εναντίον Σταθμών Χωροφυλακής. Για την κατάληψη της Δεσκάτης, που την υπερασπίζονταν ο λόχος στρατού και οι άνδρες της εκεί Υποδιοίκησης Χωροφυλακής, χρειαζόταν σοβαρή επιθετική ενέργεια. Για να πετύχουν στο σκοπό τους, συγκέντρωσαν αρκετές δυνάμεις των Γενικών Αρχηγείων Δυτικής Μακεδονίας και Θεσσαλίας (2.000 άνδρες) και, αφού εξουδετέρωσαν όλους τους Σταθμούς Χωροφυλακής στα γύρω χωριά, άρχισαν από τις 19 Σεπτεμβρίου 1946 να περικυκλώνουν την κωμόπολη.

Ένας επιπρόσθετος λόγος, που ήθελαν να κάνουν μια δυναμική ενέργεια, ήταν να δείξουν την αντίδρασή τους για το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου, που ήταν ευνοϊκό για την επαναφορά του Βασιλιά Γεωργίου Β΄, ο οποίος θα επέστρεφε στην Ελλάδα στις 27 Σεπτεμβρίου.

Ο διοικητής του Λόχου Δεσκάτης, υπολοχαγός Παναγιώτης Κονταξής, είχε πληροφορηθεί στις 19 Σεπτεμβρίου ότι οι αντάρτες θα επιχειρούσαν να καταλάβουν την κωμόπολη μέχρι τις 22 του ίδιου μήνα και αμέσως με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα ανέφερε στους προϊσταμένους του, τη XV Μεραρχία και την 21η Ταξιαρχία (που είχαν την έδρα τους στην Κοζάνη), τον επικείμενο κίνδυνο. Το απόγευμα της 20ης Σεπτεμβρίου (παραμονή της επίθεσης) η 21η Ταξιαρχία ενημέρωσε τηλεγραφικά το Λόχο ότι είχε ξεκινήσει για ενίσχυσή του μια σοβαρή δύναμη που βρισκόταν στο Τρανόβαλτο και την επομένη θα έφθανε στη Δεσκάτη. Η δύναμη αυτή, που την αποτελούσαν 2 Λόχοι, δεν κατόρθωσε να φθάσει ποτέ στον προορισμό της, γιατί ενεπλάκη σε αγώνα με ανταρτικά τμήματα, όταν έφθασε κοντά στο χωριό Ελάτη.

Η Φρουρά Δεσκάτης είχε τις παρακάτω δυνάμεις:

  • Τον 1/506 Λόχο της 21 Ταξιαρχίας, δύναμης 140 ανδρών, με διοικητή τον υπολοχαγό Κονταξή Παναγιώτη και διμοιρίτες τους ανθυπολοχαγούς Σιδερίδη Παναγιώτη και Ζησίου Πέτρο και τον ΔΕΑ Κομπόγιαννη Μιχαήλ.
  • Την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Δεσκάτης, δύναμης 45 ανδρών, με διοικητή τον ανθυπομοίραρχο Κωνσταντίνο Γρηγοράκη.

Για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τις πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις, ο Λόχος και οι άνδρες της Χωροφυλακής οχυρώθηκαν νότια της πόλης, στο ύψωμα Τρέτιμος (υψόμετρο 1092 μέτρα). Στο ύψωμα αυτό είχαν σκάψει τις προηγούμενες ημέρες χαρακώματα και είχαν πραγματοποιήσει δοκιμαστικούς συναγερμούς για την ταχεία επάνδρωσή του.

 

 d1

Μερική άποψη Δεσκάτης. Στο βάθος και νότια της πόλης το ύψωμα Τρέτιμος

Η εκδήλωση της επίθεσης

Τις πρωινές ώρες της 21ης Σεπτεμβρίου 1946 (ημέρα Σάββατο), περίπου 2.000 αντάρτες των Αρχηγείων Δ. Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με διοικητές συγκροτημάτων τους: Ηλία Αλευρά, Υψηλάντη, Καρτσιώτη (Γεώργιο Βόγια), Τάκη Λαζαρίδη, Νίκο Ζαραλή, Φόντα, Παπανικολάου και Τζαβέλλα, επιτέθηκαν, για να καταλάβουν τη Δεσκάτη.

Από τους ανωτέρω αρχηγούς των συγκροτημάτων των ανταρτών ο Ηλίας Αλευράς καταγόταν από την Καλαμάτα και ήταν αδελφός του Προέδρου της Βουλής επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ Γιάννη Αλευρά. Επί Μεταξά εργαζόταν ως εργολάβος στο δρόμο Δεσκάτης - Καλαμπάκας και παντρεύτηκε την Ελένη Φαρμάκη από την Κρανιά Ελασσόνας, όπου και παρέμεινε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Στη μάχη της Δεσκάτης γύριζε με το άλογο μέσα στην πόλη, και, καθώς ήταν γνωστός στους κατοίκους, τούς συγκέντρωσε στην πλατεία, τους μίλησε για το δίκαιο του αγώνα των κομμουνιστών και τούς παρακινούσε να ενταχθούν στις ένοπλες ομάδες των ανταρτών.

Από το συγκρότημα Λαζαρίδη η μία διμοιρία είχε εγκατασταθεί στο δρόμο Καρπερού - Γρεβενών και η άλλη στη θέση Σκάλα Παρασκευής (μεταξύ Δεσκάτης και Παλιουριάς), για να απαγορεύσουν τη μεταφορά ενισχύσεων, ενώ η τρίτη, με επικεφαλής τον καπετάνιο του συγκροτήματος Κώστα Γαλάνη, συμμετείχε με τα λοιπά ανταρτικά τμήματα στην επίθεση της Δεσκάτης.

Στις 21 Σεπτεμβρίου και ώρα 03:00 διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία του Λόχου με την Ελασσόνα, καθώς είχαν κοπεί με τσεκούρια οι ξύλινοι τηλεφωνικοί στύλοι (κολώνες) από την πλευρά της Κρανιάς Ελασσόνας από τους κατοίκους της περιοχής, που είχαν επιστρατευθεί με τη βία από τους αντάρτες. Το ίδιο είχε γίνει και από την πλευρά της Παλιουριάς. Αυτό ήταν η πρώτη ένδειξη ότι επρόκειτο να επακολουθήσει εχθρική επίθεση και γι’ αυτό διατάχθηκε συναγερμός του Στρατού και της Χωροφυλακής και κατάληψη των θέσεων μάχης στο ύψωμα Τέρτιμος.

Μέχρι 05:30 ώρα υπήρχε ηρεμία, όταν εξερράγησαν δύο βλήματα όλμου στη νότια πλευρά και σε απόσταση 200 μέτρων από τα χαρακώματα, προερχόμενα από την κατεύθυνση του Δασοχωρίου. Αυτό φαίνεται να ήταν το σύνθημα της επίθεσης, γιατί μετά από λίγα λεπτά άρχισαν οι αντάρτες να βάζουν εναντίον του Λόχου από όλα τα σημεία με βαριά πολυβόλα και με τροχιοδεικτικές βολίδες. Οι άνδρες του Λόχου, που είχαν από νωρίς καταλάβει τις θέσεις τους, ανταπάντησαν στα πυρά. Σε λίγο η μάχη γενικεύτηκε. Οι επιθέσεις των ανταρτών γίνονταν κατά ομάδες σε όλη την περίμετρο της αμυντικής διάταξης. Τα εύστοχα πυρά όμως των αμυνομένων και οι πρώτες απώλειες που είχαν οι αντάρτες τούς ανάγκασαν να λαμβάνουν καλύτερα μέτρα ασφάλειας και να προχωρούν με άλματα, χρησιμοποιώντας κατάλληλα το έδαφος.

Με την έναρξη της μάχης οι αντάρτες φώναζαν προς τους στρατιώτες τα γνωστά συνθήματα «δημοκράτες στρατιώτες, παραδοθείτε» και στη συνέχεια, όταν έβλεπαν ότι δεν υπήρχε ανταπόκριση, «φασίστες, θα σας φάμε». Σε όλα αυτά τα συνθήματα οι στρατιώτες τούς φώναζαν «πλησιάστε πιο κοντά, γιατί δεν σας ακούμε», για να τους αναγκάσουν να αποκαλυφθούν και, πλησιάζοντας, να γίνουν πιο ευάλωτοι στα πυρά τους.

Την 07:00 ώρα ενήργησαν επίθεση από την ανατολική και δυτική πλευρά, όπου το έδαφος ήταν περισσότερο βατό. Οι άνδρες της Φρουράς τούς απέκρουσαν με επιτυχία και τους προξένησαν σοβαρές απώλειες. Οι επιθέσεις συνεχίζονταν με άλλα εφεδρικά τμήματα, που ρίχνονταν διαδοχικά στον αγώνα. Αυτό επαναλαμβανόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Εκτός από τις συνεχείς επιθέσεις, ολόκληρο το ύψωμα βάλλονταν από το πρωί με πυκνά πυρά γερμανικών πολυβόλων, σε τέτοιο βαθμό που οποιαδήποτε μετακίνηση ήταν σχεδόν αδύνατη. Οι όλμοι των ανταρτών έριχναν βλήματα κατά αραιά χρονικά διαστήματα. Σύμφωνα με την περιγραφή του διοικητή του Λόχου:

« ...Τα μέσα πυρός που διέθετον και η ανθρωποθάλασσα που ξεχύθηκε μετά την 8η πρωινήν ώρα ήταν κάτι πρωτοφανές. Ενόμιζέ τις ότι επρόκειτο περί μεγάλης ζωοπανηγύρεως. Βορειοανατολικώς του Δασοχωρίου εκινούντο και ιππείς 25-30 περίπου ...».

Η μάχη έλαβε τη μεγαλύτερη ένταση τη 10:00 ώρα. Στα σπίτια της νότιας παρυφής της πόλης και στο καμπαναριό της εκκλησίας είχαν τοποθετήσει πολυβόλα, τα οποία έβαλαν συνέχεια. Η μάχη εξακολουθούσε να είναι σκληρή όλη την ημέρα.

Μετά τη δύση του ηλίου εκδηλώθηκε νέα συντονισμένη επίθεση. Οι αντάρτες, επωφελούμενοι από το σκοτάδι, μετέφεραν τους όλμους κοντά στο ύψωμα και έβαζαν πυκνά πυρά κατά της αμυντικής τοποθεσίας, ενώ συγχρόνως πλησίαζαν αθέατοι προς τις θέσεις των αμυνόμενων ανδρών. Τα δύο διαδοχικά κύματα επίθεσης αποκρούσθηκαν με χειροβομβίδες.

d2

Στρατιώτες προσβάλλουν με πυρά όλμου τις θέσεις των ανταρτών

Ο διοικητής του Λόχου, επειδή βρισκόταν σε στενό κλοιό και έβλεπε ότι δεν είχαν φθάσει οι αναμενόμενες ενισχύσεις, κάλεσε τη 19:30 ώρα τους διμοιρίτες του Λόχου, τον ανθυπασπιστή της Χωροφυλακής Χανή Γεώργιο και το διοικητή του αποσπάσματος υπενωμοτάρχη Παπαδάκη Χρύσανθο, για να τους δώσει οδηγίες για τον τρόπο δράσης κατά τη διάρκεια της νύχτας. Διαπίστωσε όμως ότι τα πυρομαχικά ήταν ελάχιστα και δεν θα έφθαναν για τη συνέχιση του αγώνα όλη τη νύχτα, καθόσον οι επικεφαλής των χωροφυλάκων ανθυπασπιστής Χανής και υπενωμοτάρχης Παπαδάκης ανέφεραν ότι δε διέθεταν περισσότερα από 20-25 φυσίγγια κατά τυφέκιο, ενώ οι διμοιρίτες του Λόχου αμφέβαλλαν, αν με τέτοια ένταση νυκτερινού αγώνα θα έφθαναν τα πυρομαχικά μέχρι τα μεσάνυχτα. Τότε ο διοικητής του Λόχου αποφάσισε να γίνει αντεπίθεση και διάσπαση του κλοιού με κατεύθυνση προς τα Γρεβενά.

Στις 21:30 ώρα στρατιώτες και χωροφύλακες, μαχόμενοι με απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό, ακολουθώντας το παράδειγμα και τις υποδείξεις των αρχηγών τους, κατόρθωσαν με απόλυτη τάξη να διασπάσουν τον κλοιό στη νότια πλευρά του υψώματος και να συμπτυχθούν προς τα Γρεβενά.

Ο Λόχος του στρατού κατά τη νυκτερινή σύμπτυξη χρησιμοποίησε για οδηγούς τους ιδιώτες Μπικέρη Δημήτριο, Αναγνώστου Δημήτριο και Μπρόβα Χρήστο από τη Δεσκάτη, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τα μονοπάτια και ακολούθησε το δρομολόγιο Τέρτιμος – Διασελάκι – Κατάκαλη – Καρπερό - Μικρό (Γκομπλαράκι) – Φελλί - γέφυρα Βενέτικου (Ελευθεροχωρίου) - Γρεβενά, χωρίς να συναντήσει εχθρικές δυνάμεις. Μερικοί οπλίτες της Χωροφυλακής, που κατάγονταν από τη γύρω περιοχή και είχαν καταταγεί για ένα εξάμηνο (αποκαλούμενοι χωροφύλακες «άνευ θητείας»), δεν ακολούθησαν το Λόχο μετά τη διάσπαση του κλοιού και κινήθηκαν μόνοι τους για να κρυφτούν στα χωριά τους. Τους χωροφύλακες αυτούς ακολούθησαν και πέντε συνάδελφοί τους που δεν κατάγονταν από την περιοχή. Οι κινήσεις τους όμως έγιναν αντιληπτές, οπότε συνελήφθησαν στη θέση Ντρέτμο Δεσκάτης και αυθημερόν (22/09/46) εκτελέστηκαν, άλλοι στο Δασοχώρι Δεσκάτης και άλλοι στο Φλαμπουρέσι Καλαμπάκας.

Ο διοικητής της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής, ανθυπομοίραρχος Κωνσταντίνος Γρηγοράκης, με τον ανθυπασπιστή Γεώργιο Γκαζέλη και 4 χωροφύλακες, τους Ξενόφου Ανδρέα, Κωνσταντίνο Χαριτούδη, Γ. Μπαρμπαντωνάκη και Κυριάκο Χριστοφοράτο, για άγνωστους λόγους, κινήθηκε ανεξάρτητα προς Παλιουριά. Στο μέσο περίπου της διαδρομής, και συγκεκριμένα στη θέση Σκάλα Παρασκευής, έπεσε σε ενέδρα, με αποτέλεσμα να φονευθεί ο ίδιος και τέσσερις άνδρες που τον ακολούθησαν, πλην του χωροφύλακα Γ. Μπαρμπαντωνάκη, ο οποίος σώθηκε και ύστερα από περιπετειώδη πορεία έφθασε στο Σταθμό Χωροφυλακής Κνίδης, όπου ανέφερε τα γεγονότα.

Μέχρι την ώρα της εξόδου (ύστερα από 16 ώρες μάχη) η Φρουρά της Δεσκάτης είχε απώλειες 2 νεκρούς, 2 τραυματίες χωροφύλακες και 1 τραυματία στρατιώτη.

Για να γίνει πιο ευέλικτη η κίνηση των ανδρών κατά τη νυχτερινή σύμπτυξη, οι άνδρες της Φρουράς αναγκάστηκαν να αφήσουν στις αμυντικές τους θέσεις το βαρύ οπλισμό, με αποτέλεσμα να περιέλθουν στα χέρια των ανταρτών 2 ομαδικοί όλμοι 3΄΄ (ιντσών) με τα εναπομείναντα βλήματα (όταν άρχισε η επίθεση υπήρχαν συνολικά 120 βλήματα όλμων), 2 βαριά πολυβόλα, 8 οπλοπολυβόλα, 2 αντιαρματικοί εκτοξευτές (μπαζούκας), 1 ασύρματος και 1 τηλέφωνο.    Επιπλέον περιήλθαν στους αντάρτες, από τις αποθήκες του Λόχου και της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής, καθώς και από τους νεκρούς και τραυματίες, 7 ημιαυτόματα, 45 τυφέκια και διάφορα είδη τροφίμων και ιματισμού. Οι αντάρτες, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη, λεηλάτησαν τις αποθήκες της UNRRA, στις οποίες φυλάγονταν είδη ιματισμού, υπόδησης και φαρμάκων, για να μοιραστούν στους άπορους, και άρπαξαν από τα σπίτια διάφορα τρόφιμα.

Οι απώλειες των ανταρτών δεν έγιναν γνωστές, λόγω σύμπτυξης των εθνικών δυνάμεων. Σύμφωνα με την εκτίμηση του διοικητή του Λόχου, οι νεκροί πρέπει να ήταν πάνω από 40 και οι τραυματίες γύρω στους 100. Το Γενικό Αρχηγείο Δυτικής Μακεδονίας των ανταρτών, στο δελτίο που εξέδωσε στις 30.09.1946, ανέφερε ότι από τη μάχη της Δεσκάτης είχαν μόνο 1 ελαφρά τραυματισμένο. Την περίοδο αυτή, οι αντάρτες, για λόγους ψυχολογικούς και για προσέλκυση νέων ανδρών, σε όσες επιχειρήσεις είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων και δεν καταδιώκονταν από τις αντίπαλες δυνάμεις, συνήθιζαν να απομακρύνουν από το πεδίο της μάχης τους νεκρούς και τραυματίες, για να μη γίνονται ευρύτερα γνωστές οι απώλειες.

Ο Στρατός είχε μόνο έναν (1) ελαφρά τραυματισμένο, το λοχία Αποστόλου Κωνσταντίνο.

Η Χωροφυλακή απώλεσε το διοικητή της Υποδιοίκησης, ανθυπομοίραρχο Γρηγοράκη Κωνσταντίνο από τον Πύργο Δυρού Λακωνίας, τον ανθυπασπιστή Γκαζέλη Γεώργιο από τον Πειραιά και 15 χωροφύλακες, τους εξής: 1) Αδαμόπουλο Παναγιώτη, 2) Κούτσικο Γεώργιο, 3) Ξενόφου Ανδρέα, 4) Παπαγιάννη Κωνσταντίνο, 5) Παπατζέλο Κωνσταντίνο, 6) Πέτρου Δημήτριο, 7) Πιστόλη Ευάγγελο, 8) Πουρνάρα Βασίλειο, 9) Προβίδα Ευάγγελο, 10) Σάκκο Δημήτριο, 11) Τάρη Νικόλαο, 12) Τουρνά Νικήτα, 13) Τσαγκατέα Κωνσταντίνο, 14) Χαριτούδη Κωνσταντίνο, 15) Χριστοφοράτο Κυριάκο.

Το ανακοινωθέν του Γενικού Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας των ανταρτών, που εκδόθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1946, σε ό,τι αφορά τη μάχη της Δεσκάτης αναφέρει τα εξής:

ΟΕΚ (Ομάδες Ενόπλων Καταδιωκόμενων)

ΓΕΝΙΚΟΝ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

                                                     ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Στις 21/9/46 τμήματά μας σε συνεργασία με τμήματα θεσσαλικά κατέλαβαν πρωτεύουσα Χασίων Δεσκάτη ύστερα από ημερήσια σκληρή μάχη.

Νεκροί εχθρού 30 μεταξύ των οποίων 1 Ανθυπομοίραρχος και 1 Ανθυπασπιστής. Απώλειες δικές μας 1 ελαφρά τραυματίας. Λάφυρα 2 ομαδικούς όλμους με πολλά βλήματα, 2 βαριά πολυβόλα, 8 οπλοπολυβόλα, 7 ημιαυτόματα, 2 μπαζούκας, 45 όπλα, 1 ασύρματο, 1 τηλέφωνο και πολλά είδη τροφίμων και ιματισμού.

Κάπου στα βουνά της Μακεδονίας 30/9/46

Για το Γενικό Αρχηγείο

ΛΑΣΣΑΝΗΣ

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1946 η Δεσκάτη ανακαταλήφθηκε από δυνάμεις του 507 Τάγματος της 22 Ταξιαρχίας, 2 Λόχων της 21ης Ταξιαρχίας και ενός Λόχου των Γρεβενών. Οι δυνάμεις αυτές ενήργησαν ταυτόχρονα από τρεις συγκλίνουσες κατευθύνσεις: Ελασσόνα- Δεσκάτη, Λαζαράδες-Δεσκάτη και Καρπερό-Δεσκάτη. Κατά τη μάχη για ανακατάληψη της πόλης φονεύτηκαν 16 αντάρτες, χωρίς καμιά απώλεια των εθνικών δυνάμεων.


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ