Τετάρτη, 07 Φεβρουάριος 2018 21:14

Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-1941

Να γιατί η «Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει».

Εθνικό συναγερμό ξεσήκωσε η εισβολή των Ιταλών στην Ήπειρο και στην Πίνδο στις 28 Οκτωβρίου 1940. Γέροι και νέοι, άνδρες και γυναίκες, όλοι μαζί με ένα σώμα και μια καρδιά αντιτάχτηκαν στους εισβολείς.

Ο Αθανάσιος Γκούμας παρά τα 65 χρόνια που έσερνε στην πλάτη του, θαλλερότατος, αποφασιστικός, γεμάτος πίστη στον αγώνα και στη νίκη, άρπαξε τ΄ όπλο, έφυγε κρυφά από το σπίτι του και έτρεξε να εμψυχώσει τους νεότερους, να θέσει την πολεμική πείρα και την παλικαριά του στη διάθεση της πατρίδας, αντιπροσωπευτικός, πράγματι, τύπος της αθάνατης Ελληνικής φυλής.

Στις σημειώσεις του διαβάζουμε:

«31 Οκτωβρίου 1940. Οι Ιταλοί καταλαμβάνουν Φούρκαν και Σαμαρίναν. Οι πυροβολισμοί των όλμων κ.λ.π. όπλων ηκούοντο εις τα υψώματα του χωρίου μου. Την ιδίαν ημέραν συνεννοούμενος τηλεφωνικώς με τον υποδιοικητήν Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής Πολυνερίου Ιωάννην Καλαφάτην, όστις είχε και περί τους 80 Χωροφύλακες, εκ των διαφόρων σταθμών. Ξεκινώ και εγώ από τον χωρίο μου, με τριάκοντα άνδρες οπλισμένους και ενωθήκαμε εις την θέσιν τρία σύνορα: Σαμαρίνας, Δοτσικού και Φιλιππαίων και πιάνουμε τας θέσεις: Σκούρτζα, Ανίτσα και Γομάρα. Λίαν πρωί οι Ιταλοί προχωρούν, προς κατάληψην των άνω θέσεων, δια να προχωρήσουν προς Δοτσικό, Φιλιππαίους, Γρεβενά, έπεσαν στην ενέδρα μας, όπου βάλαμε πυρά καθ΄ όλην την ημέραν, ανακόψαντες την προέλασιν των. Εκεί έφθασεν, περί ώραν 12ην, ο Ίλαρχος Πυλορώφ και ο διοικητής Δημάρατος με 300 ιππείς, όπου ουχί μόνον έσπασε η ορμή των (Ιταλών) αλά εγκατέλειψαν την Σαμαρίναν, αφού πρώτα την λεηλάτησαν».

Ο Αθανάσιος Γκούμας στη μάχη του Δοτσικού στάθηκε αξιόλογος παράγοντας στην αναχαίτιση των Ιταλών.

«1 Νοεμβρίου 1940: Ημέραν Κυριακην εμβήκαμε εις Σαμαρίναν, συνελάβαμε 85 αιχμαλώτους και υλικόν. Το τάγμα του Πανταζή ανέλαβε την διοίκησιν ο ταγμ. Εμμ. Τζανετής, όπου μαζί με το τάγμα αυτό προχωρήσαμε μαχόμενοι, υπό την διοίκησιν του συνταγματάρχου Μικτού Αποσπάσματος Θεμιστ. Κετσέα, Μονάς 541 Μ. Απόσπασμα».

Στη συνέχεια ο Γκούμας εντάχτηκε κανονικά στο σύνταγμα του Θεμιστ. Κετσέα, όπου εκεί πήρε τη στολή του και έβαλε τα διακριτικά του ανθυπολοχαγού, προσφέροντας αξιόλογες υπηρεσίες. Πρόσφερε την πολεμική του εμπειρία στις κακοτοπιές και στις ενέδρες. Με την πολεμικότητα, τον ενθουσιασμό και την παλικαριά του συνέβαλε σημαντικά στην κατάληψη του Λεσκοβικίου, των στενών της Κλεισούρας κ.λ.π.
Στα στενά της Κλεισούρας Ιταλικός λόχος ήτο οχυρωμένος σε μια σπηλιά και είχε ανακόψει την προέλαση των τμημάτων του Κετσέα. Εδώ ο Γκούμας έδειξε την ανδρεία και τη στρατηγικότατα του. Πρώτος της διμοιρίας πολυβόλων κατόρθωσε και πλησίασε τους Ιταλούς, αιχμαλώτισε 27 και άνοιξε το δρόμο για την προέλαση των Ελληνικών τμημάτων.
Μεταξύ Γκούμα και Ιταλών αιχμαλώτων έγινε ο παρακάτω σύντομος διάλογος:
 Τι είσθε σεις ρε;
 Λύκοι, απάντησαν.
 Αν εσείς είσθε λύκοι, τότε εμείς είμαστε λιοντάρια.
Είναι αλήθεια πως μόνον λίγοι λιονταρόψυχοι Έλληνες ήτο δυνατόν να νικήσουν τους 8.000.000 λύκους της φασιστικής Ιταλίας.
Ο Γκούμας ατρόμητος και αγέραστος, μη υπολογίζοντας ταλαιπωρίες και κινδύνους, με την ανδρεία και την παλικαριά του, εμψύχωνε και εγκαρδίωνε τους φαντάρους. Πώς να μην πολεμήσουν οι στρατιώτες όταν έβλεπαν έναν ασπρομάλλη γέροντα, με 66 χρόνια, πάντα πρώτον; Γι’ αυτό και του έδωσαν το ψευδώνυμο «ΠΑΠΠΟΥΣ». Έτσι έγινε γνωστός σ’ όλη τη γραμμή του μετώπου.
Η πρωτόγνωρη πολεμική δράση του Γκούμα, που έκρυβε στα γερασμένα στήθια του νεανική καρδιά, συγκίνησε και προκάλεσε τον Πανελλήνιο και παγκόσμιο ακόμη θαυμασμό. Το ραδιόφωνο είχε αφιερώσει πολλές εκπομπές για το θρυλικό ΠΑΠΠΟΥ του αλβανικού μετώπου, καθώς και ο ελληνικός και ξένος τύπος είχαν αφιερώσει πολλές στήλες για τη δράση του μοναδικού πολεμιστή των 66 χρόνων.
Ο πολεμικός ανταποκριτής της «Καθημερινής» Κ. Ζαφειρόπουλος έγραψε γι’ αυτόν τον χειμώνα του 1940, μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Θανάσης Γκούμας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, γεννηθείς το 1875, κλάσεως 1895. Δεν είναι απλώς ένας ήρωας, είναι κάτι παραπάνω. Ολόρθο το ασθενικό κορμί σαν λαμπάδα. Ξερακιανός με ένα κεφάλι ασκητού. Όταν τον είδα δεν ήξερα αν έπρεπε να σταθώ σε στάση αψόγου προσοχής και να χαιρετήσω κανονικά τον ανώτερο μου η να σκύψω να φιλήσω το γενναίο, το γεροντικό του χέρι. Επροτίμησα το δεύτερο.
» Στεκόταν ολόρθος, κολώνα πάνω σε ένα βραχάκι και με το πιστόλι στο χέρι έδινε τις σοφές συμβουλές του την ώρα της μάχης. Δεν υπηρέτησε σε ένα ορισμένο τάγμα, η λόχο. Βρισκόταν πάντοτε στο τάγμα και τον λόχο που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Καθοδηγούσε και συμβούλευε τους στρατιώτες. Παλιός πολεμιστής σκαρφάλωνε στις ραχούλες, έστηνε μαζί με τους στρατιώτες τα πολυβόλα, κατηφόριζε πάλι για να αναγνωρίσει το έδαφος και απαντούσε με πιστολιές στη βροχή των εχθρικών όλμων και οβίδων.
»Βουτήχτηκε μέσα στο χιόνι, μούσκεψε στις βροχές, επείνασε. Ξενύχτησε τυλιγμένος μέσα στη χλαίνη του, κάτω από το βαρύ ουρανό της Αλβανίας και σηκώθηκε το πρωί με τα παχιά μουστάκια του κρουσταλιασμένα....».

ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ
Στις 11 Φεβρουαρίου 1941 ο ΠΑΠΠΟΥΣ τραυματίστηκε στο δεξιό πόδι, από θραύσμα οβίδας Ιταλικού αεροπλάνου, στο «Χάνι Βικάζι» στην περιοχή της Τρεμπεσίνας. Παρά τον τραυματισμό του με κανένα τρόπο δεν ήθελε να νοσηλευτεί, για να μην φύγει από το μέτωπο. Επειδή όμως το τραύμα του επιδεινώθηκε αναγκάστηκε να μεταφερθεί στις 15 Φεβρουαρίου στο στρατιωτικό νοσοκομείο Ιωαννίνων όπου νοσηλεύτηκε από τις 18 μέχρι 22 Φεβρουαρίου. Με την έξοδο του του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 20 ημερών, όπως φαίνεται στην παρακάτω βεβαίωση:

«1/51 Τάγμα Αριθ. 39
ΒΕΒΑΙΩΣΙΣ
Ο Αθανάσιος Γκούμας εκ Μεγάρου Γρεβενών, παλαιός οπλαρχηγός,
παρακολούθησε το τάγμα από τας αρχάς Δεκεμβρίου 1940 ως εθελοντής,
εις όλας τας επιχειρήσεις του τάγματος, επιδείξας εξαίρετον και πατριωτικήν διαγωγήν. Ήδη τραυματισθείς ελαφρώς, υπό βόμβας εχθρικού αεροπλάνου, παρέχεται αυτώ η άδεια όπως μεταβή οίκοι προς νοσηλείαν.
Εν Τ. Τ. 395 23 Φεβρουαρίου 1941
Ο Δ/της του 1/51 Τάγματος
Υπογραφή δυσανάγνωστη
Ταγματάρχης

Στο αρχείο του Αθανασίου Γκούμα βρήκαμε απόκομμα περιοδικού, αγνώστου τίτλου, του μηνός Φεβρουαρίου 1941 και στο θέμα:
«Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ ΤΩΝ ΕΞΗΝΤΑ ΕΞΙ ΕΤΩΝ», διαβάζουμε τα παρακάτω:
«Ιδού τι ανήγγειλαν αι ειδήσεις από το μέτωπον. Ένας γέρων 66 ετών, ο οπλαρχηγός Γκούμας, ο οποίος υπήρξε συναγωνιστής του Παύλου Μελά, εις τον Μακεδονικόν Αγώνα και ο οποίος μετέσχεν εις όλους τους διεξαχθέντας έκτοτε ελληνικούς πολέμους, έφυγε κρυφά από τη γριά γυναίκα του, μόλις εξερράγη ο σημερινός πόλεμος και κατετάχθη ως εθελοντής εις τον ελληνικόν στρατόν, με τον βαθμόν του ανθυπολοχαγού.
»Επολέμησεν εις την πρώτην γραμμήν ηρωικώτατα διευθύνων διμοιρίαν πολυβόλων και όταν εις μιαν από τας υπερόχους μάχας της Τρεμπεσίνας ετραυματίσθη, επέμεινε να μη μεταφερθή από την γραμμήν του πυρός, αλά να μείνη εκεί, μέχρις ότου θεραπευμένου, προχείρως, του τραύματός του δυνηθή να επαναλάβη την μάχην. Αλλά η κατάστασίς του εχειροτέρευσεν και μετά πέντε ημέρας παρέστη απόλυτος ανάγκη να μεταφερθή εις το Νοσοκομείον.
»Αυτά γράφει η είδησις. Αλλ’ είναι τόσον πολλά, τόσον ωραία και τόσον μεγάλα όσο λέγει, επίσης, η είδησις, χωρίς να τα γράφη.
»Εξήντα έξι χρόνια! οσονδήποτε γερή και δυνατή και αν ήτο η σωματική του κράσις, οι 66 αυτοί κύκλοι του χρόνου δεν ήτο δυνατόν παρά ν’ αφήσουν απτά και αισθητά τα αποτυπώματα του μακρού και θυελλώδους περάσματός των. Και ο άνθρωπος, κύπτων υπό το βάρος , θα εδικαιούτο, θα έπρεπε μάλλον ν’ αναζητήση μιαν γωνίαν της οικογενειακής του στέγης και εκεί, υπό την θαλπωρήν της οικιακής ατμοσφαίρας, να ξεκουράζη το κουρασμένο σώμα και να προσφερη εις την ψυχήν του ικανοποίησην και την γαλήνην των ωραίων αναμνήσεων.
»Το καθήκον δεν έχει όρια. Δεν μετράται με τα χρόνια, αλλά με τον όγκον και το βάρος του χρυσού αποθέματος της ψυχής, το οποίον, εις την περίπτωσιν αυτήν, λέγεται αγάπη προς την Πατρίδα, πίστις και αφοσίωσις εις τας ιεράς παραδόσεις και τα μεγάλα της πεπρωμένα, ενθουσιασμός και αυτοθυσία, δια την υπεράσπισιν της τιμής και της ελευθερίας της, με δυο μόνο λέξεις: Εθνική συνείδησις.
Ζωντανόν, ακμαίον, πλούσιον και φλογερόν διετηρείτο το ηθικόν αυτό απόθεμα εις τη ψυχήν του γέροντος. Και αντλών δυνάμεις, από την αστείρευτον αυτήν πηγήν, ώρθωσε δυνατόν και αλύγιστον το κορμί του και εβάδισε ωραίος και μεγάλος προς την γραμμήν του υπερτάτου καθήκοντος, προς την Πατρίδα.

»Και έφθασεν εκεί προσέφερεν τας υπηρεσίας του, αυτός ο παλαιός οπλαρχηγός. Και όταν μαχόμενος γενναίως και ηρωικώς έπεσε τραυματισμένος επί του πεδίου της τιμής, δεν εννοούσε ν’ αποσπασθή από τα ιερά εκείνα εδάφη, που τα είχε καθαγιάσει το αίμα των ηρώων μας και μέσα εις αυτό και το δικό του αίμα.
»Η είδησις δεν μας καθορίζει από ποίον μέρος της χώρας είναι ο γέρων Γκούμας. Τι σημασία έχει; Η γενέτειρα του Γκούμα δεν είναι ωρισμένη πολιτεία ή ένα χωριό. είναι η Ελλάς ολόκληρη. Ο γέρων αυτός έχει εκπηδήσει από τα πλέον αγνά και πλέον ιερά βάθη της ελληνικής ψυχής. Και ούτε καν εχρειάζετο να έχει όνομα και να λέγεται Γκούμας. Θα ήτο αρκετό να ωνομάζετο Ελλην. Διότι αυτό το ωραίον, το υψηλόν, το μεγάλο όνομα, αυτόν τον υπέροχον τίτλον τιμής, τον έχει κατακτήσει, τον έχει δικαιώσει και δικαιούται να τον φέρη, ως αιώνιον στέφανον δάφνης, επί του μετώπου του ο ηρωικός γέρων.
»Το θαυμάσιον παράδειγμά του έχει ήδη περάσει εις τας παραδόσεις και τους θρύλους της φυλής μας και η σεμνή και σεβαστή μορφή του θα χαραχθή και αυτή με ανεξίτηλα γράμματα εις τας πανυψήλους στήλας του Πανθέου των ηρωικών τέκνων της Ελλάδος, που συνθέτουν και εκφράζουν την αληθινήν και γνησίαν ψυχην. Ν.».

Ο υπολοχαγός Παν. Τολιόπουλος αφιερώνει το παρακάτω ποίημα στο θρυλικό «ΠΑΠΠΟΥ» του αλβανικού μετώπου:

ΣΤΟΝ ΗΡΩΑ ΛΕΒΕΝΤΟΠΑΠΠΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΚΟΥΜΑ

Εσείς όπου τον είδατε στην Πίνδο, στις Κλεισούρες,
Σταυραετοί και γκιόνηδες, γλυκές μου περδικούλες,
ελάτε να του πλέξετε εγκώμιο μεγάλο,
μ’ ένα τραγούδι υλόγλυκο, να φτάνει ως το Γράμμο.

Παππού, παππού λεβεντονιέ, καμάρι της Ελλάδος,
που το όνομα σου έφτασε στο άστυ της Παλλάδος.
Το λένε οι βουνοκορφές, το λεν και τα λαγκάδια,
παντού όπου επέρασες και άφησες αχνάρια.

Σαν άρχισε ο πόλεμος, μέσα στη Αλβανία,
εσ’ ήσουν πρώτος πάντοτε, χτυπώντας με μανία.
Τους Ιταλούς πολέμησες, στου Δοτσικού τη ράχη
και τους καθήλωσες εκεί, στην πρώτη τους τη μάχη.

Και φεύγουν πίσω οι άμοιροι, στο Ντούτσε για να πούνε,
Πως στην Ελλάδα οι γέροντες, με λύσσα πολεμούνε.
Πρώτος στους πρώτους ήσουνα, εξάδελφε του Λούκα,
γενναίε μας παλικαρά, γεια σου Θανάση Γκούμα.

ΠΑΝ. ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ υπολοχαγός.

...ο πόλεμος τέλειωσε και ο παππούς επέστρεψε σπίτι του στο Μέγαρο Γρεβενών, περιμένοντας να επιστρέψει από το μέτωπο και ο γιος του Αχιλλέας Γκούμας (τελειόφοιτος νομικής), λοχίας. "Μα δεν ήρθε". Ήταν μοιραίο στις 5 Απριλίου 1941 τις τελευταίες μέρες του Ελληνοϊταλικου πολέμου, να πέσει στο ΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ, από σφοδρό βομβαρδισμό εχθρικών αεροπλάνων.
Έπεσε σαν άξιος γόνος ηρωικής οικογένειας.
Κι όταν ο θρυλικός ΠΑΠΠΟΥΣ, από τους στρατιώτες που υποχωρούσαν, έμαθε το σκοτωμό του γιου του δεν βαρυγκώμησε. Σαν πατέρας έκλαψε, πικράθηκε και σφίχτηκε η καρδιά του, σαν Έλληνας τον χαλάλησε για την Πατρίδα.

Αυτός ήταν ο Αθανάσιος Γκούμας, από το Μέγαρο Γρεβενών. Ένας ατόφιος και αγνός Έλληνας, που πάνω απ’ όλα είχε την Πατρίδα. Ήταν δάσκαλος και αγωνιστής. Πολέμησε με το καλαμάρι και το ντουφέκι. Γεννήθηκε για πολεμιστής. Μην άκουγε πόλεμο. Πρώτος και καλύτερος στην πρώτη γραμμή. Τον μεθούσε η οσμή του μπαρουτιού και τον ενθουσίαζε το κροτάλισμα των όπλων. Υπήρξε ήρωας των απελευθερωτικών αγώνων. Και σ’ όλους έδειξε ηρωισμό και αυτοθυσία. Εθνικός αγωνιστής που έγραψε ιστορία.

 Στον ατυχή πόλεμο του 1897 (Διακινητής οπλισμού).......

 Στον Μακεδονικό Αγώνα 1903-1908. (Πράκτορας και αγωνιστής).
Ο Αθανάσιος Γκούμας είχε συχνή επικοινωνία με το Κέντρο των Τρικάλων. Γι’ αυτό όταν ερχόταν στη Δυτική Μακεδονία καπεταναίοι και αντάρτικα σώματα, το γνώριζε από νωρίτερα, ερχόταν σε επαφή μαζί τους και διευκόλυνε με κάθε τρόπο την πορεία και το έργο τους.
Το Μάρτιο του 1904 η Κυβέρνηση έστειλε μερικούς αξιωματικούς στη Δυτική Μακεδονία, με σκοπό να μελετήσουν την κατάσταση που επικρατούσε εξαιτίας της βουλγάρικης προπαγάνδας και της δράσης των κομιτατζήδων, σε βάρος του Μακεδονικού Ελληνισμού και να συντάξουν σχετική έκθεση. Οι αξιωματικοί αυτοί ήταν:
1. Αλέξιος Κοντούλης (Σκούρτης) με ψυχογιό τον Ευθύμιο Καούδη.
2. Αναστάσιος Παπούλας (Τάσος) με ψυχογιό τον Απόστολο Τράγα.
3. Παύλος Μελάς (Ζέζας) με ψυχογιό τον Γεώργιο Περάκη, και
4. Γεώργιος Κολοκοτρώνης (Πάνος) με ψυχογιό τον Γ. Δικώνυμο – Μακρή. «Ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης είναι ο πρωτότοκος γιος του Πάνου Κολοκοτρώνη. Παππούς του ήταν ο στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.»
Μαζί με τους παραπάνω αξιωματικούς ήταν και οι παρακάτω Μακεδόνες καπεταναίοι, που ήταν στην Αθήνα και επέστρεφαν:
1. Καπετάν Κώττας με ψυχογιό τον Σίμο Στογιάννη και
2. Καπετάν Παύλος Κύρου, με ψυχογιό τον Ηλία Ζελοβίτη.
Η παραπάνω συντροφιά αφού πέρασε τα Ελληνοτουρκικά σύνορα, τη νύχτα της 7ης -8ης Μαρτίου 1904, λημέριασε στο χωριό Φιλί. Στη συνέχεια προχώρησε και προτού φτάσει στη γέφυρα του Βενέτικου, περίμενε ο Αθανάσιος Γκούμας. Ο Γκούμας αφού συναντήθηκε με τους αξιωματικούς τους συνέστησε να υποχωρήσουν, για λίγες μέρες, διότι τούρκικα αποσπάσματα περιπολούσαν εκείνη την περιοχή και για να τους διευκολύνει τους έδωσε για οδηγούς τον Λούκα Κόκκινο και Διαμαντή Κόκκινο. Ο Γκούμας έκανε και τις σχετικές συστάσεις:
--Από εδώ είναι ο καπετάν Λούκας Κόκκινος, είπε ο Γκούμας και από εκεί ο Διαμαντής Κόκκινος ( Μάνου). Δουλεύουν χρόνια το ντουφέκι και έχουν ορκισθεί να θυσιάσουν τον εαυτό τους δια την Πατρίδα.
Κι ο Γκούμας πρόσθεσε:
Ο κύριος από εδώ, καπετάν Λούκα, είναι ο καπετάν Ζέζας, ο Μελάς δια τον οποίον ομιλήσαμε τόσες φορές.
Ο καπετάν Λούκας αφού παρατήρησε και θαύμασε τον Παύλο Μελά, στράφηκε προς τον Διαμαντή και του είπε:
--Ρε Διαμαντή, αν τέτοιοι λεβέντες έρχονται να σκοτωθούν για την Μακεδονία, πρέπει εμείς να λογαριάσουμε τη ζωή μας ποτέ;
-- Ούτε τη λογαριάσαμε ούτε θα τη λογαριάσουμε ποτέ. Ο, τι θέλει ο Θεός ας γίνει. Απάντησε ο Διαμαντής.
Οι αξιωματικοί τώρα με οδηγούς έμπειρα παλληκάρια επέστρεψαν στο χωριό Φιλί αφού βεβαιώθηκαν πως τα τούρκικα αποσπάσματα αποσύρθηκαν, ο Λούκας και ο Διαμαντής τους οδήγησαν από ασφαλή μονοπάτια μέχρι το Παλιόκαστρο Σιάτιστας, όπου και αποχωρίστηκαν.
Οι αξιωματικοί προχώρησαν προς την περιοχή Καστοριάς, ο Λούκας και ο Διαμαντής επέστρεψαν στα λημέρια τους.......

 Στους πολέμους 1912-1913 στην Δυτ. Μακεδονία και στα Ηπειρωτικά βουνά. (Με την κήρυξη του Βαλκονοτουρκικού πολέμου το 1912 ο Αθανάσιος Γκούμας οργάνωσε σώμα εθελοντών, από την περιοχή των Γρεβενών και πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες στην προέλαση του στρατού. Για τις υπηρεσίες του, με πρόταση του Συνταγματάρχη Καλογερά, ονομάστηκε έφεδρος ανθυπολοχαγός. Στη συνέχεια λαμβάνει μέρος ως οπλαρχηγός, υπό την διοίκησαν του Κρητικού Γεωργίου Κατεχάκη........ )

 Στον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο το 1913. .( και σ’ αυτό τον πόλεμο ο Αθανάσιος Γκούμας διακρίθηκε και πήρε αρκετά παράσημα.....)

 Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-1941.

 Στην Εθνική αντίσταση 1941-1944. (Με την κατάρρευση του μετώπου ακλούθησε η τριπλή κατοχή. Ο Γκούμας αντίκριζε τώρα τους «λύκους» της Τοσκάνης κι έσφιγγε τα δόντια και καταφερόταν κατά των Ιταλών. Επειδή ο γέροντας αυτός πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικο πόλεμο και μάλιστα εθελοντής, κακοποιήθηκε από τους Ιταλούς και πάντα τον παρακολουθούσαν. Ο Γκούμας βρέθηκε πρώτος ανάμεσα στους πρώτους στη θρυλική μάχη του Φαρδύκαμπου Σιάτιστας στις 4-6 Μαρτίου 1943, όπου αιχμαλωτίστηκε ολόκληρο Ιταλικό τάγμα, από 603 στρατιώτες, με το πυροβολικό.

Στις αρχές Μαΐου 1943 συνεργάστηκε με δυο Άγγλους της Διασυμμαχικής Επιτροπής, για την ανεύρεση καταλλήλου χώρου ρίψεων εφοδίων και σαν τέτοιο διάλεξαν το ύψωμα «Γομάρα» Δοτσικού. Εδώ ο Γκούμας ήτο σηματολόγος και παραλήπτης εφοδίων, που έριχναν τα Αγγλικά αεροπλάνα από το Καϊρο και είχε στενή συνεργασία με τον αρχηγό της Αγγλικής αποστολής αντισυνταγματάρχη Νίκολς Έγγς, που είχε την έδρα του στον Πεντάλοφο Βοϊου.
Τον Ιούλιο του 1943 ο Γκούμας έσωσε δυο Άγγλους, που κρυβόταν στο Τσοτύλι και τους οδήγησε στο Δοτσικό Γρεβενών. Παραθέτω σχετικό ευχαριστήριο γράμμα των Άγγλων:
«Δεν λησμονούμεν ποτέ την 22αν Ιουλίου 1943, όταν μας παρέλαβες μαζί σου, από την αγορά Τσοτυλίου και μας οδήγησες εις το βουνό Δοτσικό και μας έσωσες από βεβαίαν σύλληψιν παρά των Γερμανών, όπου πολιόρκησαν το Τσοτύλι δια να μας συλλάβουν.
Ο Επιλοχιας Goste Addeson. Ο Λοχίας Keen Mills »

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 ο Γκούμας πήρε μέρος στην αντιμετώπιση των Γερμανών στα χωριά Καληράχη και Κάστρο Γρεβενών.

Με την συνθήκη της Ιταλίας και τις αθρόες παραδόσεις των Ιταλών ο Γκούμας τοποθετήθηκε φρούραρχος – Στρατοπεδάρχης 2.500 Ιταλών, μεταξύ των χωριών Μεσουλουρίου – Δοτσικού. Με την αποχώρηση των Γερμανών τον Οκτώβριο του 1944, ο Γκούμας συνόδευε τους Ιταλούς στο Βόλο, τους παρέδωσε στους Άγγλους κι εκείνοι με πλοίο τους έστειλαν στην Ιταλία......)

 Στον Εμφύλιο σπαραγμό 1947-1949. ( Τέλος ο Αθανάσιος Γκούμας, με την πλευρά του κυβερνητικού στρατού πήρε μέρος το 1947, παρά τα 73 του χρόνια, στον εμφύλιο σπαραγμό, στην περιοχή του Γράμμου....... )

Μια ζωή με το ντουφέκι !

Για τις υπηρεσίες του αυτές η Πατρίδα τον τίμησε με διακρίσεις....

Μετά τον εμφύλιο σπαραγμό ο Αθανάσιος Γκούμας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στο χωριό του, έχοντας ζωντανό θυμητάρι ένα βλήμα στο πόδι και ένα μπαστούνι που στηριζόταν. Αναπολούσε και διηγόταν τους αγώνες του προς την Πατρίδα και η ψυχή του αναγάλλιαζε και φτεροκοπούσε.

Ο Αθανάσιος Γκούμας είχε σύζυγο την Δέσπω Δημητρίου Ζιάκα, δισέγγονη του Γιαννούλα Ζιάκα, η οποία γαλούχησε τα παιδιά της και τα εγγόνια της με τα κατορθώματα των Ζιακαίων.
Η Δέσπω Γκούμα υπέγραφε πάντα με το επώνυμο Ζιάκα και απαίτησε μετά το θάνατο της να γραφεί στην ταφόπλακα και το πατρικό της επώνυμο.

Ο Αθανάσιος Γκούμας απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου το 1957 σε ηλικία 82 ετών στο σπίτι του στο Μέγαρο Γρεβενών, αφήνοντας μια πλούσια και πολυσχιδή προσφορά στους αγώνες της Πατρίδας.
Στο νεκροταφείο του χωριού σ’ ένα καλλιμάρμαρο τάφο διαβάζουμε:

« ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΚΟΥΜΑΣ
ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ - ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ
1875 - 1957
ΔΕΣΠΩ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΚΟΥΜΑ - ΖΙΑΚΑ»

 

επιμέλεια Βασιλοπούλου Γαλάτεια 


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ