Δευτέρα, 25 Ιούλιος 2016 14:25

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΤΙΣ 25 ΙΟΥΛΙΟΥ 1947

Χρήστου Δ. Βήττου

Υποστρατήγου ε.α. - Συγγραφέα

Η επίθεση των κομμουνιστών ανταρτών εναντίον του Εθνικού Στρατού  για κατάληψη της πόλης των Γρεβενών στις 25 Ιουλίου 1947 δεν ήταν μια συνηθισμένη μάχη, αλλά ήταν η επιδίωξη του ΚΚΕ να περιέλθει η πόλη υπό την κατοχή του, για να χρησιμοποιηθεί ως  πρωτεύουσα της κομμουνιστικής κυβέρνησης εντός του ελληνικού χώρου. Γι’ αυτό και η μάχη αυτή αποτελεί ιδιαίτερο ιστορικό γεγονός της περιόδου εκείνης για τα Γρεβενά  και για τον ελληνικό χώρο γενικότερα, αλλά πολιτικές σκοπιμότητες  το κράτησαν σε λανθάνουσα κατάσταση. Η κυβέρνηση αυτή θα αναγνωριζόταν αμέσως από τις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού και θα αποκτούσε νομική υπόσταση, οπότε θα συνάπτονταν συμφωνίες εμπορικής φύσεως με τα εν λόγω κράτη και θα άρχιζε επίσημα ο εφοδιασμός των ανταρτών σε πολεμικό υλικό και εφόδια. Έπρεπε όμως αυτό να γίνει μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 1947, διότι κατά την εκτίμηση του κόμματος  οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για την επίτευξη του στόχου του.

Επειδή η μάχη αυτή έχει βαρύνουσα σημασία για την ιστορία της πόλης, και προκειμένου να αποφύγω τη λεπτομερή εξιστόρησή της με τις πολλές σελίδες, προσπάθησα να την περιγράψω όσο μπορούσα πιο συνοπτικά, χωρίς να αλλοιωθεί η γενική εικόνα όσων διαδραματίστηκαν.

Η επιχείρηση κατάληψης της πόλης των Γρεβενών από τους αντάρτες απέτυχε. Μετά την αποτυχία αυτή οι δυνάμεις των κομμουνιστών ανταρτών επιχείρησαν για δεύτερη φορά τη νύχτα18/19.10.47 να καταλάβουν για τον ίδιο σκοπό το Μέτσοβο, αλλά και εκεί απέτυχαν. Γι’ αυτό στην τρίτη και τελευταία τους προσπάθειά συγκέντρωσαν ότι καλύτερο είχαν από μάχιμες μονάδες και πολεμικό υλικό και με αρχηγό τον Μάρκο Βαφειάδη επιχείρησαν ανήμερα των Χριστουγέννων να καταλάβουν την Κόνιτσα. Και στην περίπτωση αυτή, μετά έντεκα ημερών αιματηρών συγκρούσεων, η αποτυχία τους ήταν πλήρης, οπότε τα κομμουνιστικά κράτη, κυρίως η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν και η Γιουγκοσλαβία του Τίτο, διαπίστωσαν ότι το ΚΚΕ δεν είχε πλέον καμιά πιθανότητα να κερδίσει τον πόλεμο στην Ελλάδα, αφού δεν ήταν ικανό ούτε μια πόλη να καταλάβει, για να δημιουργήσει έστω και μια προσωρινή κυβέρνηση ολίγων ημερών. Σχετικά μάλιστα με την κατάληψη της Κόνιτσας, η οποία αποτελούσε την τελευταία τους ελπίδα, ήταν τόσο σίγουροι για την επιτυχία τους που, μία ημέρα πριν από την επίθεση (24.12.47) ανήγγειλαν τη δημιουργία και τη σύνθεση της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης».

Τα γεγονότα που αφορούν την πρώτη τους προσπάθεια για την κατάληψη της πόλης των Γρεβενών εξελίχθηκαν ως εξής:

Στις 27 Ιουνίου 1947 ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, στο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΓΚΚ) στο Στρασβούργο, διακήρυξε δημόσια την πρόθεση του ΚΚΕ να δημιουργήσει στην Ελλάδα με τη βοήθεια του αποκαλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού» δική του κυβέρνηση, εφόσον για την επίτευξη του στόχου αυτού υπήρχαν οι ανάλογες προϋποθέσεις. Η απόφαση αυτή του ΚΚΕ να εξαγγείλει επίσημα τον επικείμενο σχηματισμό της δικής του κυβέρνησης, σήμαινε ότι όχι μόνο η ηγεσία του ΚΚΕ είχε πεισθεί για τη νίκη των ανταρτών, αλλά και ότι η Σοβιετική Ένωση είχε δώσει την έγκρισή της. Και αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι ο Πορφυρογένης, προτού μεταβεί στο Στρασβούργο, είχε επισκεφθεί τη Μόσχα, για να συζητήσει το λόγο που θα εκφωνούσε στο Συνέδριο του ΓΚΚ. Η επίμαχη παράγραφος, όπως διατυπώθηκε στο Συνέδριο, ήταν η ακόλουθη:

« Και η αποφασιστική επίδοση και ανάπτυξη του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας μπροστά στο γεγονός της αμερικανοαγγλικής και μοναρχοφασιστικής αδιαλλαξίας αναγκαστικά τείνει να αποκρυσταλλωθεί και αποκρυσταλλώνεται κιόλας προς τη δημιουργία μιας Λεύτερης Δημοκρατικής Ελλάδας με δική της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ και δική της κρατική υπόσταση. Για ένα τέτοιο πράγμα υπήρχαν και πριν και υπάρχουν και σήμερα ακόμα περισσότερο, όλες οι απαραίτητες αντικειμενικές στρατιωτικές, πολεμικές, υλικές, ηθικές, ψυχολογικές, μα και γεωγραφικές προϋποθέσεις».

Η κατάληψη μιας πόλης με τη γύρω περιοχή της έπρεπε να γίνει πριν φτάσει στην Ελλάδα η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια του Δόγματος Τρούμαν, η οποία θα άρχιζε από τον Αύγουστο του 1947 και θα ανέτρεπε την υφιστάμενη κατάσταση σε βάρος των ανταρτών. Αυτό δεν άργησε να φανεί, όταν ένα μήνα αργότερα επιτέθηκαν, για να καταλάβουν την πόλη των Γρεβενών (25 Ιουλίου 1947).

Οι επιτυχίες του Δημοκρατικού Στρατού στην Ήπειρο από 13-17 Ιουλίου 1947, είχαν ως αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στη Βόρεια Πίνδο αρκετά ανταρτικά τμήματα, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιούν την περιοχή αυτή ως ορμητήριο για την προσβολή των δυνάμεων του Εθνικού Στρατού που βρίσκονταν στις γειτονικές περιοχές. Με δεδομένο ότι οι περιοχές νότια και δυτικά των Γρεβενών, καθώς  και αυτές του Βοΐου-Γράμμου, ελέγχονταν από τους αντάρτες και υπήρχε δίοδος επικοινωνίας με την Αλβανία, αποφασίστηκε από το Αρχηγείο Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας να γίνει προσβολή και κατάληψη της πόλης των Γρεβενών. Έτσι από 18 έως 23 Ιουλίου οι αντάρτες συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο όγκο των δυνάμεών τους στην περιοχή Όρλιακας – Δίστρατο - Δοτσικό, δυτικά και βορειοδυτικά των Γρεβενών. Ταυτόχρονα συνέκλιναν προς τα Γρεβενά από Νότο οι δυνάμεις του Αρχηγείου Χασίων και από Βορρά άλλες που προέρχονταν από το Αρχηγείο Βοΐου - Γράμμου. Με αυτές τις μετακινήσεις είχαν το πλεονέκτημα ότι μπορούσαν να εφαρμόσουν ένα επιθετικό ελιγμό τύπου «ηλάγρας = τανάλιας», να εγκλωβίσουν και να εξουδετερώσουν εύκολα τις εθνικές δυνάμεις που υπήρχαν στην πόλη των Γρεβενών. Σύμφωνα με το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού «Η κατάληψη της πόλης των Γρεβενών, που ήταν η κύρια βάση εξόρμησης του κυβερνητικού στρατού για την εκστρατεία του στο Βόιο - Γράμμο, θα είχε σίγουρα γενικότερο πολιτικό και στρατιωτικό αντίχτυπο και θα ξεσκέπαζε πέρα για πέρα τις ψεύτικες πληροφορίες, που διέδιδε ο εχθρός για δήθεν διάλυση των τμημάτων μας της περιοχής αυτής. Πολύ σωστά συνεπώς πάρθηκε η απόφαση για το χτύπημα των Γρεβενών».

Τις πιο πάνω κινήσεις των ανταρτών είχαν πληροφορηθεί τόσο ο διοικητής της Φρουράς Γρεβενών και διοικητής του 529 Τάγματος Πεζικού, αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πανταζής, όσο και ο διοικητής της ΧV Μεραρχίας (έδρα Κοζάνη), υποστράτηγος (Πυροβολικού) Χρήστος Μαντάς, ο οποίος ανέφερε τις ανησυχίες του στη  Στρατιά. Ταυτόχρονα ζήτησε από τη Στρατιά να του εγκρίνει τη μετακίνηση από τη Φλώρινα, που δεν διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, μιας Διλοχίας του 506 Τάγματος της 21ης Ταξιαρχίας για την ενίσχυση της Φρουράς Γρεβενών. Το αίτημα εγκρίθηκε και διατάχθηκε η μετακίνηση της Διλοχίας στις 22 Ιουλίου 1947.

              

            Στα Γρεβενά, την περίοδο αυτή, υπήρχε μόνο το 529 Τάγμα Πεζικού, μείον ένας λόχος, που ήταν εγκατεστημένος στους Μαυραναίους, και δύο διμοιρίες, που βρίσκονταν στη γέφυρα του Ελευθεροχωρίου στο Βενέτικο ποταμό. Εκτός από τη μειωμένη δύναμη του Τάγματος (340 άνδρες), υπήρχαν στην πόλη μια Πυροβολαρχία 25 λιβρών (των 4 πυροβόλων) του 104 Συντάγματος Πυροβολικού, ένας ουλαμός Τεθωρακισμένων (2 τεθωρακισμένα οχήματα) του ΙΙ Συντάγματος Αναγνωρίσεως, 125 χωροφύλακες και 200 περίπου ένοπλοι κάτοικοι της επαρχίας Γρεβενών των αποκαλούμενων Μονάδων Ασφαλείας Διώξεως (ΜΑΔ) και Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ), οργανωμένοι σε ομάδες και διμοιρίες υπαγόμενες στο 529 ΤΠ.

Στην πόλη των Γρεβενών ζούσαν τότε 6.000 κάτοικοι και περισσότεροι από 15.000 πρόσφυγες ανταρτόπληκτοι, οι οποίοι πριν από δύο μήνες είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους με διαταγή της κυβέρνησης. Και αυτό έγινε για να μην μπορούν οι αντάρτες να προβαίνουν σε βίαιη στρατολόγηση ανδρών, να ανεφοδιάζονται  με τρόφιμα από τα χωριά και να συλλέγουν πληροφορίες για τις μετακινήσεις του Στρατού στην ύπαιθρο. Στο Σπήλαιο, για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 1947 είχαν στρατολογήσει με τη βία περισσότερους από 40 άνδρες ηλικίας 18 έως 30 ετών. Το ίδιο έκαναν και στα άλλα χωριά. Στρατολογούσαν ακόμη και άνδρες που πριν από λίγο είχαν σκοτώσει τους γονείς ή τα αδέλφια τους, όπως τον Προκόπη Παπαευθυμίου και τον Παναγιώτη Βασιλόπουλο από τους Μαυραναίους, των οποίων του μεν πρώτου  είχαν σκοτώσει πριν από 40 ημέρες (23 Φεβρουαρίου 1947) τους γονείς και την αδελφή του του δε δευτέρου τον πατέρα του. Και όχι μόνο τους επιστράτευσαν αλλά στον Παπαευθυμίου έδωσαν οπλοπολυβόλο και τον Βασιλόπουλο τον έκαναν βοηθό οπλοπολυβολητή και τους έφεραν να πολεμήσουν στη μάχη των Γρεβενών, για να σκοτώνουν «κατά ριπάς» τους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού. Με την υποχώρηση όμως μετά τη μάχη των ανταρτών προς την Ήπειρο, βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία,  δραπέτευσαν και οι δύο από τις μονάδες τους.

Σχέδιο επίθεσης των ανταρτών για την κατάληψη των Γρεβενών

Η αρχική σκέψη, για να καταληφθούν τα Γρεβενά, ήταν του Αρχηγείου Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο είχε στρατιωτικό διοικητή τον Κικίτσα (Σαράντη Πρωτόπαπα) και Πολιτικό Επίτροπο τον Πέτρο (Γιώργη Ερυθριάδη). Κατά τη σύνταξη της διαταγής και την επίθεση στα Γρεβενά ο Κικίτσας απουσίαζε, γιατί είχε μεταβεί με τον Πολιτικό Επίτροπο του Γενικού Αρχηγείου Λεωνίδα Στρίγγο στο Βίτσι, για να συντονίσουν τις επιχειρήσεις της περιοχής. Έτσι την ευθύνη σύνταξης των διαταγών και διεξαγωγής της επιχείρησης ανέλαβε ο Πολιτικός Επίτροπος Πέτρος.

Το επιτελείο του Αρχηγείου Κ. και Δ. Μακεδονίας, αφού συνεργάστηκε με τις διοικήσεις των Αρχηγείων Ηπείρου, Βοΐου-Γράμμου και Χασίων, εκπόνησε και συνέταξε ένα πολύ καλό και μελετημένο σχέδιο και εξέδωσε στο Μεσολούρι, στις 23 Ιουλίου 1947, την υπ’ αριθ. ΑΠ 420/23.7.1947 διαταγή επιχειρήσεων, η οποία το βράδυ της ίδιας ημέρας στάλθηκε σε όλους τους εμπλεκόμενους. Τα ενδιαφέροντα σημεία της διαταγής αυτής ήταν τα ακόλουθα:

Το Αρχηγείο έλαβε την απόφαση να χτυπήσει, να εξοντώσει τη φρουρά των Γρεβενών και να καταλάβει την πόλη. Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού θα χρησιμοποιούσε 11 Τάγματα, ως εξής:

α). Από το Αρχηγείο Βοΐου-Γράμμου, τα 844, 849, 850 και 856 Τάγματα.

β). Από το Αρχηγείο Χασίων τα Τάγματα Παλαιολόγου (Ι Τάγμα Χασίων), Κατσώνη (ΙΙ τάγμα Χασίων) και Μπαρμπαλιά (ΙΙΙ τάγμα Χασίων ή 855 Τάγμα).

γ). Από το Αρχηγείο Ηπείρου το 846 Τάγμα (Σπύρου Παπαδημητρίου) και τα Τάγματα Πετρίτη, Άλκη και Φωκά.

Η συνολική δύναμη των παραπάνω ταγμάτων ανερχόταν σε 3.500 άνδρες.

Επίσης καθορίστηκαν με τη διαταγή αυτή και τα τμήματα που θα κάλυπταν την επίθεση μέσα στην πόλη αποκλείοντας όλα τα δρομολόγια, που οδηγούσαν στα Γρεβενά, από την Κοζάνη, το Βόιο, την Ήπειρο και τα Τρίκαλα, για να μη υπάρχει δυνατότητα να ενισχυθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις της πόλης.

         

maxi grevenon1947b

  

            Την κύρια προσπάθεια για κατάληψη της πόλης θα αναλάμβαναν το 846 Τάγμα του Σπύρου Παπαδημητρίου, από το Πολυνέρι, το 850 Τάγμα του Μπαρμπακίτσου (Χρήστου Τζουμάκη)-Καραμπέρα, το Τάγμα Κατσώνη και το 849 εφεδρικό Τάγμα του Καραφωτιά (Βασίλη Μπατακόγια), από το Περιβόλι, στα οποία δόθηκαν οι παρακάτω αποστολές:

  • Το Τάγμα Παπαδημητρίου να επιτεθεί στην πόλη από τη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά, δηλαδή από Βαρόσι – Κισλά, να διεισδύσει στην πόλη, με ιδιαίτερη αποστολή την εξόντωση της φρουράς των Ποινικών Φυλακών στο Βαρόσι, την απελευθέρωση των φυλακισμένων και την εξουδετέρωση της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής (οικία Πέτρου Παπαθανασίου, πίσω από το ΚΤΕΛ).
  • Το Τάγμα Μπαρμπακίτσου να επιτεθεί στην πόλη από τη βόρεια πλευρά (ύψωμα 610), δηλαδή από Αμπέλι Βασιλόπουλου - σπίτι Ζγώνη – Ντορούτ – Οικοτροφείο, με αντικειμενικό σκοπό την εξουδετέρωση των αντιστάσεων στον τομέα του και τη διείσδυση στο εσωτερικό της πόλης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εξόντωση της Διοίκησης Χωροφυλακής στο Ντορούτ (οικία Λεωνίδα Νταλού, πίσω από το σημερινό Φαρμακείο Ηλία Ζηκόπουλου).
  • To Τάγμα Κατσώνη να επιτεθεί από ανατολικά και νότια, δηλαδή Καλαμίτσι - Αγία Παρασκευή - Ποτάμι (Γρεβενίτης ποταμός) – Γυφτομαχαλάς (στη συνοικία Μεράς), με αντικειμενικό σκοπό την εξόντωση των αντιστάσεων στον τομέα του, με τη διείσδυση στο κέντρο της πόλης και με ιδιαίτερη προσπάθεια την εξόντωση της φρουράς του Γυμνασίου (λόχος έξω από το κτήριο του 1ου Δημοτικού Σχολείου) και την αρπαγή των πυροβόλων της Πυροβολαρχίας ή την καταστροφή τους, την εξόντωση της φρουράς των Φυλακών (αποθήκη Λαδά, εκεί που είναι σήμερα το ΚΤΕΛ), για απελευθέρωση των κρατουμένων, και της φρουράς του Ξενοδοχείου Αίγλη (Βάιου), όπου ήταν ο Σταθμός Διοικήσεως του 529 Τάγματος.
  • Το Τάγμα Καραφωτιά ως εφεδρεία, να έχει  δύο λόχους προς την Κυρακαλή και τον τρίτο λόχο προς Σύδενδρο - Αμυγδαλιές, με ετοιμότητα να επέμβει στον αγώνα, ύστερα από διαταγή.

Η διεύθυνση της όλης επιχείρησης ανατέθηκε στο διοικητή του Αρχηγείου Βοΐου-Γράμμου Γεώργιο Γιαννούλη, από το Επταχώρι Καστοριάς, ένα από τα πιο ικανά και έμπειρα στελέχη του Δημοκρατικού Στρατού, με Σταθμό Διοικήσεως (ΣΔ) τον Άγιο Δημήτριο Μεγάλου Σειρηνίου (3 χλμ. ΒΔ Γρεβενών).

Η διοίκηση των τμημάτων που θα δρούσαν στην περιοχή Χασίων (Τάγμα Παλαιολόγου και λόχος Ζώη), καθώς και το Τάγμα Κατσώνη που θα έκανε επίθεση από νότια και ανατολικά της πόλης, είχε ανατεθεί στον Υψηλάντη (Αλέκο Ρόσιο), με ΣΔ στη θέση Τριβιά, νότια των Γρεβενών.

Η διοίκηση των 846 (Παπαδημητρίου), 849 (Μπατακόγια) και 850 (Μπαρμπακίτσου) Ταγμάτων, που θα έκαναν επίθεση από δυτικά - νοτιοδυτικά και βόρεια της πόλης, είχε ανατεθεί στο Χείμαρρο (Βασίλη Γκανάτσιο), στον οποίο επίσης είχε δοθεί η επιπρόσθετη εντολή να έχει και τη γενική εποπτεία όλων των δυνάμεων που θα ενεργούσαν στην πόλη των Γρεβενών.

Ώρα έναρξης της επίθεσης ορίστηκε η 3η  πρωινή της 25 Ιουλίου 1947, προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατάληψη των αντικειμενικών σκοπών, πριν ξημερώσει, για να μην μπορεί ο Στρατός να υποστηριχθεί από το Πυροβολικό και την αεροπορία, επειδή ήταν νύχτα και δεν θα υπήρχε ορατότητα προσβολής των στόχων.

Με την ευκαιρία αυτή θέλουμε να καταστήσουμε γνωστό ότι ο Χείμαρρος [Βασίλειος Γκανάτσιος, δάσκαλος από το Ζιάκα] στο βιβλίο του «Ένας δάσκαλος καπετάνιος» που εκδόθηκε το 2004 αναφερόμενος στη μάχη των Γρεβενών αποφεύγει να αναφέρει ότι είχε την εποπτεία κατάληψης της πόλης, για να μη γίνει γνωστός ο ρόλος  του και παρουσιάσει το πραγματικό του πρόσωπο. Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν και αρκετά άλλα γεγονότα τα οποία αποκρύπτει, όπως ότι εξυμνούσε τον Ιωάννη Μεταξά, όταν υπηρετούσε ως δάσκαλος στο Ζιάκα, ότι ως διοικητής της 7ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού  στην Ανατολική Μακεδονία - Θράκη προέβη σε φρικτά βασανιστήρια σε βάρος τουλάχιστον 33 (τα στελέχη του ΚΚΕ Θ. Δρίτσιος και Κ. Σιαπέρας αναφέρουν 150-200) αθώων κομματικών στελεχών, ανταρτών και ανταρτισσών, με την κατηγορία ότι δήθεν ήταν πράκτορες του εχθρού, ότι για το θέμα αυτό έγιναν ανακρίσεις στο «Παραπέτασμα»  από τον ανωτέρω πολιτικό επίτροπο Γιώργο Ερυθριάδη, κρίθηκε ένοχος και διεγράφη από το Κόμμα, ότι τον έβγαλε έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων στην Τασκένδη ο αρχηγός του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης αποκαλώντας τον «δηλωσία» κ.λπ.                                                                                            

Η διάταξη των τμημάτων του Εθνικού Στρατού

Η  αμυντική διάταξη των δυνάμεων της Φρουράς Γρεβενών πριν από την επίθεση ήταν η εξής:

Σταθμός Διοικήσεως (ΣΔ) του διευθύνοντος τον αμυντικό αγώνα διοικητή του 529 Τάγματος, αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου Πανταζή το Ξενοδοχείο «Αίγλη» στην κεντρική πλατεία. Για την ασφάλεια του ΣΔ  είχε διατεθεί ο Λόχος Διοικήσεως του 529 Τάγματος και ένα Τ/Θ όχημα.

Στα βόρεια και ΒΑ υψώματα της πόλης (Αμπέλι Βασιλόπουλου και ύψωμα 610, εκεί που υπάρχουν σήμερα οι κεραίες του ΟΤΕ) ήταν ταγμένος ο 3ος Λόχος του 529 Τάγματος, με διοικητή το λοχαγό Βασίλειο Τσάρα.

Στα νότια υψώματα της πόλης (Αγία Παρασκευή) υπήρχαν τρία φυλάκια επανδρωμένα και αυτά από τον 3ο Λόχο, με διμοιρίτη τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου και συνολική δύναμη 30 περίπου ανδρών. Στο ύψωμα  του Προφήτη Ηλία υπήρχε το προωθημένο φυλάκιο V (Σημαίας) του ίδιου Λόχου, με αρχιφύλακα τον έφεδρο λοχία Ανδρέα Βλάρα και δύναμη 8 στρατιωτών.

Στο Οικοτροφείο είχε εγκατασταθεί ο διοικητής του 4ου  Λόχου λοχαγός Θεμιστοκλής Λάιος μόνο με τη 2η διμοιρία, καθώς οι άλλες δύο διμοιρίες του λόχου βρίσκονταν στο Βενέτικο ποταμό για τη φύλαξη της γέφυρας του Ελευθεροχωρίου.

Στο ύψωμα του Κισλά είχε εγκατασταθεί ο Διοικητής της Διλοχίας του 506 Τάγματος ταγματάρχης Πέτρος Θώμογλου με το 2/506 Λόχο.

Οι 2ος Λόχος του 529 Τάγματος με διοικητή το λοχαγό Χαρίλαο Νάκα  και ο 4ος Λόχος της Διλοχίας του 506 Τάγματος με διοικητή τον ταγματάρχη Ανάργυρο Μπάλλα παρέμειναν ως εφεδρεία στα χέρια του στρατιωτικού διοικητή, για να χρησιμοποιηθούν την κατάλληλη στιγμή, ανάλογα με την εξέλιξη της μάχης. Ο 2ος Λόχος, με την εκδήλωση της επίθεσης, είχε καταλάβει θέσεις στο ανατολικό τμήμα της πόλης (από το Νοσοκομείο μέχρι το ποτάμι), ενώ ο 4ος  Λόχος της Διλοχίας στο χώρο του Γυμνασίου (σημερινό 1ο Δημοτικό Σχολείο). Μεταξύ Γυμνασίου και γέφυρας Γρεβενίτη ποταμού [εκεί που είναι σήμερα το Parking του Δήμου] ήταν ταγμένη η Πυροβολαρχία.

Στη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά της πόλης (περιοχή Μύλου Μπούσιου - Κισλάς- Βαρόσι) υπήρχαν έξι φυλάκια της Χωροφυλακής με συνολική δύναμη 53 χωροφυλάκων, ενισχυμένα και με 30 οπλίτες των ΜΑΔ - ΜΑΥ. Εκτός από αυτά η Χωροφυλακή είχε αναπτύξει μέσα στην πόλη και τις εξής φρουρές:

Κτήριο Διοίκηση Χωροφυλακής (οικία Νταλού): 19 άνδρες, υπό τη διοίκηση του διοικητή της Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής μοιράρχου Νικολάου Κωστάκη. Διοικητής της Διοικήσεως Χωροφυλακής Γρεβενών ήταν ο ταγματάρχης Κωνσταντίνος Φλώκος.

Κτήριο Αστυνομικού Τμήματος (οικία Παπαθανασίου): 8 άνδρες, με επικεφαλής τον ενωμοτάρχη Χρήστο Ράμμο.

Ποινικές Φυλακές Βαροσίου: 13 άνδρες, με επικεφαλής τον έφεδρο υπολοχαγό Θωμά Νατσούλη.

Ηλεκτρικό Εργοστάσιο, δίπλα στο παρεκκλήσι του Αγίου  Αχιλλίου: 9 χωροφύλακες με αποστολή τη φύλαξη του εργοστασίου.

Η εκδήλωση της επίθεσης και η εξέλιξη της μάχης

Ο διοικητής της Φρουράς Γρεβενών αντισυνταγματάρχης Κ. Πανταζής, ο οποίος ήταν ενήμερος για την επίθεση, διέταξε τα τμήματα Στρατού και Χωροφυλακής να καταλάβουν τις προβλεπόμενες από το σχέδιο άμυνας θέσεις και να έχουν ετοιμότητα άμεσης αντίδρασης με την εκδήλωση της εχθρικής ενέργειας.

Στις 03:30 ώρα της 25ης Ιουλίου 1947  ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί από τη βόρεια πλευρά (ύψωμα 610), οι οποίοι σε λίγο γενικεύθηκαν σε όλους τους τομείς της πόλης. Από τη στιγμή εκείνη άρχιζε η επίθεση των ανταρτών με καθυστέρηση μισής ώρας από το χρόνο που προέβλεπε η διαταγή. Οι αντάρτες με πυκνά πυρά άρχισαν να προσβάλουν τα φυλάκια, χρησιμοποιώντας πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, όλμους και αυτόματα όπλα από πολύ κοντινή απόσταση.

Ο στρατιωτικός διοικητής έθεσε αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιο πυρός και παράλληλα προσπάθησε με τον ασύρματο να έλθει σε επαφή με τη XV Μεραρχία στην Κοζάνη, για να αναφέρει τα συμβάντα, αλλά ο ασυρματιστής της Μεραρχίας δεν απαντούσε. Στο μεταξύ η τηλεφωνική γραμμή δεν λειτουργούσε, γιατί είχε καταστραφεί από τους αντάρτες. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες για επικοινωνία, μόλις την 05:20 ώρα απάντησε ο ασυρματιστής της Μεραρχίας και δόθηκε το πρώτο σήμα.

Η μάχη συνεχιζόταν με μεγάλη σφοδρότητα, ιδιαίτερα στη ΒΑ παρυφή της πόλης (ύψωμα 610) και στο Βαρόσι. Την 04:20 ώρα ο στρατιωτικός διοικητής πληροφορήθηκε ότι τα φυλάκια της Χωροφυλακής στο Βαρόσι υποχώρησαν και οι άνδρες συμπτύχθηκαν προς τη φρουρά των  Ποινικών Φυλακών, όπου συνέχισαν να μάχονται μαζί με την υπόλοιπη φρουρά. Αμέσως διατάχθηκε ο διοικητής της Διλοχίας ταγματάρχης Θώμογλου, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στον Κισλά  με τον 2/506 Λόχο, να παραλάβει και τον εφεδρικό 4/506 Λόχο της δικής του Διλοχίας από το χώρο του Γυμνασίου και να ενεργήσει χωρίς χρονοτριβή «θυελλώδη» αντεπίθεση, καταλαμβάνοντας το Βαρόσι  και το ύψωμα που βρίσκεται 350 περίπου μέτρα βορειοδυτικά της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου (σήμερα υπάρχουν πάνω σ’ αυτό δύο μεγάλες δεξαμενές νερού), προτού εγκατασταθούν σ’ αυτό οι αντάρτες. Στο Βαρόσι είχε εισέλθει ο Λόχος του Αλεξάνδρου Βίδρα από το Πολυνέρι του Τάγματος Παπαδημητρίου. Ο Βίδρας, μόλις εισήλθε, κατευθύνθηκε στο σπίτι που διέμενε ο Κώστας Δ. Σιούλας από το Σπήλαιο, ηλικίας 18 ετών  και τον έσφαξε μπροστά στα μάτια της μάνας του, γιατί πριν από λίγο καιρό (αρχές Μαΐου) είχε εγκαταλείψει τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, στον οποίο είχε στρατολογηθεί με τη βία. Ένα άλλο ειδεχθές έγκλημα που είχε διαπράξει ο Βίδρας πριν λίγο καιρό στο χωριό Ζιάκα ήταν η σφαγή με μαχαίρι της Αικατερίνης Κούκκου, γιατί ο άνδρας της Αθανάσιος Κούκκος, πρόεδρος της Κοινότητας, είχε καταφύγει για λόγους ασφαλείας στα Γρεβενά. Ο Κούκκος και η γυναίκα του όχι μόνο  δεν είχαν δημιουργήσει κάτι σε βάρος των κομμουνιστών, αλλά προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν από τις διώξεις των «Δεξιών», όπως αφηγούνται στην αριστερή συγγραφέα Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν οι Ζακιώτες, κατά την έρευνα που έκανε στο χωριό τους και συνέγραψε τα βιβλία «Ανάποδα Χρόνια» και «Περασάμε πολλές μπόρες κορίτσι μου».  Αυτόν τον ψυχρό δολοφόνο προσπαθεί να ηρωποιήσει και να προβάλει ως υπόδειγμα μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού στο βιβλίο του «Από τη γενιά των λεηλατημένων νικών Σπύρος Παπαδημητρίου …» (έκδοση 2012) ο Χρήστος Παπαδημητρίου, γιος του διοικητή του Τάγματος των ανταρτών, που επιτέθηκε στο Βαρόσι, Σπύρου Παπαδημητρίου.

Η Διλοχία αντεπετέθη αμέσως, απώθησε τους αντάρτες από το Βαρόσι και ανακατέλαβε το ζωτικής σημασίας ύψωμα δυτικά αυτού, πριν εδραιωθούν σ’ αυτό οι αντάρτες. Ακολούθησε καταδίωξη  του εχθρού προς τον Έλατο, το Δοξαρά και την Κυρακαλή από τα τμήματα του Στρατού και στη συνέχεια, με το φως της ημέρας, της αεροπορίας. Στην καταδίωξη αυτή σκοτώθηκε ο Βίδρας κοντά στη βρύση της Μάνας.

 

maxi grevenon1947c

Στα βόρεια υψώματα  της πόλης (ύψωμα 610) υπήρχαν στην πρώτη γραμμή τέσσερα φυλάκια της 1ης Διμοιρίας του 3ου  Λόχου του 529 Τάγματος με συνολική δύναμη 40 οπλιτών και διοικητή τον υπολοχαγό Βασίλειο Κατσικόπουλο.

Στις 03:30 ώρα η Διμοιρία δέχθηκε ισχυρότατη πίεση από πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις, που είχαν προωθηθεί μέχρι τα συρματοπλέγματα. Οι άνδρες των φυλακίων, με ηρωισμό και αυταπάρνηση, συνέτριψαν όλες τις επιθέσεις και προξένησαν στους αντάρτες σοβαρές απώλειες, αφού καταμετρήθηκαν μπροστά από τις θέσεις τους 12 νεκροί. Μεταξύ των νεκρών ήταν και η καπετάνισσα του 1ου Λόχου του Τάγματος Μπαρμπακίτσου, Κατίνα Βουνοτρυπίδου, η οποία, μαχόμενη στην πρώτη γραμμή, φώναζε μέσα στη νύχτα «παραδώσου, φασίστα, και σ’ έφαγα», σύμφωνα με όσα μου αφηγήθηκε το 1996 ο συνταγματάρχης Πολεμικής Διαθεσιμότητας και διμοιρίτης  τότε του λόχου Βασίλειος Κατσικόπουλος.

Όταν περί την 06:00 ώρα διατάχθηκε η αντεπίθεση του 3ου Λόχου, ο υπολοχαγός Κατσικόπουλος εξόρμησε με τους άνδρες των φυλακίων και την εφεδρική διμοιρία του Λόχου και καταδίωξε τους αντάρτες προς τον Άγιο Δημήτριο και Μεγάλο Σειρήνι, επιφέροντας σ’ αυτούς και άλλες απώλειες σε νεκρούς, τραυματίες, αιχμαλώτους και πολεμικό υλικό, που εγκαταλείφθηκε επί τόπου. Οι απώλειες των ανταρτών από την καταδίωξη αυτή ανήλθαν σε 15 νεκρούς και 16 αιχμαλώτους. Την αντεπίθεση των τμημάτων της βόρειας πλευράς υποστήριξε αποτελεσματικά η Πυροβολαρχία, με παρατηρητήριο στο ύψωμα 610, και από 06:15 ώρα η Πολεμική Αεροπορία. Στο Οικοτροφείο ο διοικητής του 4ου Λόχου του 529 Τάγματος, λοχαγός Λάιος Θεμιστοκλής, με την ομάδα διοικήσεως του λόχου και τη 2η Διμοιρία που είχε στη διάθεσή του,  κατόρθωσε με επιτυχία να απωθήσει επίθεση λόχου ανταρτών. Η κατάσταση στη βόρεια πλευρά της πόλης, όπου έγινε και η ισχυρότερη κρούση, είχε αποσαφηνιστεί μέχρι την 06:30 ώρα με πλήρη συντριβή του 850 Τάγματος των ανταρτών, το οποίο άφησε στο πεδίο της μάχης 86 νεκρούς.

Ανατολικός Τομέας

Στο ανατολικό  τμήμα της πόλης ο εφεδρικός 2ος Λόχος του 529 Τάγματος, με διοικητή το λοχαγό Χαρίλαο Νάκκα με την έναρξη της επίθεσης, απαγόρευσε στους αντάρτες του Τάγματος Κατσώνη να διεισδύσουν στην πόλη από τον πεδινό διάδρομο που σχηματίζεται μεταξύ υψώματος Οικοτροφείου και Γρεβενίτη ποταμού. Στις 05:15 ώρα έλαβε εντολή να αντεπιτεθεί προς τα ΒΑ υψώματα της πόλης (αμπέλι Βασιλόπουλου και ανατολικότερα) μαζί με τη διμοιρία του 4ου  Λόχου. Η αντεπίθεση αυτή, σύμφωνα με την έκθεση του στρατιωτικού διοικητή, «υπήρξε θυελλώδης και ανωτέρα πάσης περιγραφής. Είδον αξιωματικούς και στρατιώτας να ορμούν ακάθεκτοι κατά των συμμοριτών, να τους ανατρέπουν εκ του πρώτου υψώματος προς την βορείαν χαράδραν και να τους καταδιώκουν απηνώς, άλλους φονεύοντες και άλλους συλλαμβάνοντες μετά του οπλισμού των».

 

 

Το Τάγμα Κατσώνη που είχε αποστολή να επιτεθεί κατά των ανατολικών και νοτιοδυτικών παρυφών της πόλης, δεν έφθασε έγκαιρα στον προορισμό του, με αποτέλεσμα η επίθεσή του να εκδηλωθεί αργά, την 04:30 ώρα, εναντίον των φυλακίων της Αγίας Παρασκευής και του φυλακίου του Προφήτη Ηλία. Τα φυλάκια αντιμετώπισαν αποτελεσματικά την εχθρική εισβολή ως εξής:

            Ο έφεδρος λοχίας Ανδρέας Βλάρας, αρχιφύλακας του προωθημένου φυλακίου στο ύψωμα Προφήτη Ηλία, με δύναμη 8 ανδρών, δέχθηκε επίθεση 2 λόχων ανταρτών, τους οποίους διοικούσε προσωπικά ο Κατσώνης, διοικητής του ΙΙ Τάγματος Χασίων. Οι άνδρες του φυλακίου με αυτοθυσία και ηρωισμό αντιμετώπισαν με επιτυχία τους επιτιθέμενους, φονεύοντας τον Κατσώνη και αρκετούς άλλους αντάρτες. Ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα των οπλιτών του φυλακίου να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιες εχθρικές δυνάμεις και να επιφέρουν καίρια πλήγματα σ’ αυτές, φονεύοντας μάλιστα και το διοικητή του Τάγματος, προκάλεσε το θαυμασμό όλων. Τα πυρομαχικά τους όμως άρχισαν να τελειώνουν. Ευτυχώς για το φυλάκιο, στις 09:00 ώρα περίπου, όταν τελείωσε η εκκαθαριστική επιχείρηση νοτιοδυτικά του παλαιού Νεκροταφείου, το οποίο βρισκόταν μπροστά από το  σημερινό SuperMarketCarrefour, όλα τα τμήματα Στρατού, Χωροφυλακής και ΜΑΥ που συμμετείχαν σ’ αυτή, στράφηκαν προς το ύψωμα του Προφήτη Ηλία και στα νότια αυτού υψώματα και, με τη συνδρομή του πυροβολικού και της αεροπορίας, καταδίωξαν το Τάγμα Κατσώνη προς Νότο

 

maxi grevenon1947d

 

Στη δυτική πλευρά της πόλης στις 04:00 ώρα την ισχυρότερη επίθεση δέχθηκε από Λόχο του Τάγματος Καραφωτιά (Μπατακόγια) το φυλάκιο Μπούσιου, το οποίο κατόρθωσε να ανακόψει την επιθετική ορμή των ανταρτών και να αποκρούσει με επιτυχία τις επανειλημμένες εφόδους του εχθρικού τμήματος. Ένα τεθωρακισμένο όχημα μετά την 05:00 ώρα, που υπήρχε ορατότητα, υποστήριξε το φυλάκιο με πυρά. Όταν διατάχθηκε αντεπίθεση, καταδίωξε τους αντάρτες προς την Κυρακαλή, προξενώντας σ’ αυτούς απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες.

Το Φυλάκιο που βρισκόταν σε προχωρημένη θέση δυτικά του υψώματος Κισλά (Γκόγκα αμπέλι) και ήταν επανδρωμένο με 10 οπλίτες της χωροφυλακής, στις 03:30 ώρα δέχθηκε την επίθεση του 2/846 Λόχου των ανταρτών, διοικητής του οποίου ήταν ο Σλαβομακεδόνας Αθανάσιος Γκίζας, από τον Πολυπόταμο Φλώρινας. Μπροστά από τα χαρακώματα υπήρχε συρματόπλεγμα, που αποτελούσε κώλυμα για τον επιτιθέμενο. Ο Λόχος του Γκίζα περικύκλωσε το φυλάκιο και άρχισε με καταιγιστικά πυρά να βάλλει από όλες τις πλευρές. Μερικοί αντάρτες κατόρθωσαν να κόψουν το συρματόπλεγμα και να ανοίξουν διάδρομο. Ο λοχαγός Γκίζας προσπάθησε να περάσει το διάδρομο, αλλά δέχθηκε ριπή αυτομάτου όπλου και έπεσε νεκρός.

Πυροβολικό

Η Πυροβολαρχία με παρατηρητή το διοικητή της λοχαγό Θεοφάνη Μουρίκη υποστήριξε με πυρά τα μαχόμενα τμήματα αρχικά κατά την αντεπίθεση που έκαναν προς τα βόρεια υψώματα της πόλης και την καταδίωξη προς το Μεγάλο Σειρήνι και έπειτα τα τμήματα Στρατού που καταδίωκαν τους αντάρτες  του Τάγματος Κατσώνη προς Νότο από το ύψωμα του Προφήτη Ηλία.

Αεροπορία

Η αεροπορία, για να προσβάλει στόχους στην περιοχή Γρεβενών, εξορμούσε από το αεροδρόμιο της Κοζάνης με αεροσκάφη διώξεως-βομβαρδισμού Spitfire, αγγλικής κατασκευής. Τα αεροπλάνα έφθασαν πάνω από τα Γρεβενά στις 06:15 ώρα και με δεδομένο ότι οι στόχοι ήταν ευδιάκριτοι, γιατί το έδαφος ήταν χέρσο, άρχισαν να σφυροκοπούν τους αντάρτες, οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν στις μικρές χαραδρώσεις προς τα νότια και δυτικά της πόλης. Η αεροπορική υποστήριξη ήταν συνεχής καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα. Τα αεροπλάνα πυροβολούσαν αδιάκοπα τους υποχωρούντες αντάρτες και συνέχισαν να τους καταδιώκουν σε αρκετή απόσταση από τις παρυφές της πόλης, προκαλώντας σ’ αυτούς σοβαρές απώλειες. Εάν δεν είχε πιάσει χαμηλή νέφωση, την ώρα ακριβώς που άρχισε η άτακτη υποχώρησή τους, οι απώλειες θα ήταν πολλαπλάσιες.

Φρουρά της Διοίκησης Χωροφυλακής

Η φρουρά της Διοίκησης Χωροφυλακής (οικία Νταλού στο Ντορούτ) είχε αρχηγό το μοίραρχο Νικόλαο Κωστάκη με υφισταμένους έναν ανθυπομοίραρχο, δύο  ανθυπασπιστές και 15 οπλίτες της χωροφυλακής. Η αποστολή της ήταν να φρουρήσει τη Διοίκηση Χωροφυλακής. Σε μικρή απόσταση και ανατολικά από τις θέσεις της Χωροφυλακής, είχε εγκατασταθεί αμυντικά μια ομάδα 10 ανδρών του 4/529 Λόχου. Με την πρώτη κρούση, ένα πολυάριθμο τμήμα ανταρτών του Τάγματος Μπαρμπακίτσου (850 Τάγμα) κατόρθωσε να διεισδύσει απαρατήρητο από τον κενό χώρο μεταξύ δύο βορείων φυλακίων και να κατευθυνθεί προς το οίκημα της Διοίκησης Χωροφυλακής, με σκοπό να εξοντώσει το διοικητή και την υπάρχουσα εκεί φρουρά και στη συνέχεια να προχωρήσει προς το κέντρο της πόλης. Η ομάδα του Στρατού, όταν αντιλήφθηκε τον όγκο των ανταρτών, για να αποφύγει κυκλωτική ενέργεια, συμπτύχθηκε προς τις θέσεις των ανδρών της χωροφυλακής και από εκεί όλοι μαζί αντιμετώπισαν με επιτυχία την εχθρική επίθεση.

Απώλειες Εθνικών Δυνάμεων

Γενικά ο αγώνας για την απομάκρυνση των ανταρτών από τα Γρεβενά υπήρξε σκληρός και πεισματώδης και διήρκεσε μέχρι την 10:30 ώρα της 25ης Ιουλίου, οπότε οι αντάρτες, μετά τις σοβαρές απώλειες που υπέστησαν, από τις σφοδρές και άμεσες αντεπιθέσεις των στρατιωτικών τμημάτων και τα πυρά του πυροβολικού και της αεροπορίας, τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

Η Φρουρά Γρεβενών είχε συνολικά 11 νεκρούς, από τους οποίους 5 του Στρατού, 3 της Χωροφυλακής και 3 ΜΑΥ-ΜΑΔ από την επαρχία Γρεβενών. Οι νεκροί Γρεβενιώτες ήταν ο έφεδρος λοχίας Γρίδας Ζήσης από τη Ροδιά και οι έφεδροι στρατιώτες Τούλιας Ηλίας από τις Αμυγδαλιές και Παπαδόπουλος Θεόδωρος από την Κοκκινιά και από τους χωροφύλακες άνευ θητείας ο Βράνος Ζήσης από το Μαυρονόρος. Οι τραυματίες ήταν 22, από τους οποίους  18 του Στρατού, 1 της Χωροφυλακής και 3 ΜΑΥ-ΜΑΔ.

Όλοι οι τραυματίες διακομίστηκαν στο Κρατικό Νοσοκομείο Γρεβενών (στη θέση που είναι σήμερα η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών) και οι βαριά τραυματισμένοι προωθήθηκαν στο Νοσοκομείο Κοζάνης.

Απώλειες ανταρτών

Νεκροί 146, από τους οποίους 8 αντάρτισσες. Επιπλέον βρέθηκαν τις επόμενες ημέρες από χωρικούς και 50 νεκροί στη δασωμένη περιοχή που περικλείεται μεταξύ των χωριών Έλατος – Οροπέδιο – Σύδενδρο - Μεγάλο Σειρήνι και Κυρακαλή, οι περισσότεροι από τους οποίους φονεύτηκαν από την αεροπορία. Οι αντάρτες παρέλαβαν μαζί τους και άγνωστο αριθμό νεκρών, όπως συνάγεται από την έκθεση Γιαννούλη, που αναφέρει ότι στον τομέα του 850 Τάγματος (βόρεια υψώματα) «προσανατόλισε  μέρος της εφεδρείας και βοήθησε αποτελεσματικά στην υποχώρηση των τμημάτων, στη μεταφορά τραυματιών και νεκρών».

 

Στις παραπάνω απώλειες δεν υπολογίζονται οι τραυματίες που παραλήφθηκαν κατά την οπισθοχώρηση και μεταφέρθηκαν στους Φιλιππαίους και Σαμαρίνα. Ο γιατρός Νώντας Σακελλαρίου, που βρισκόταν στο Σταθμό Διοικήσεως του Γιαννούλη, αναφέρει ότι διακομίστηκαν στους Φιλιππαίους 115 τραυματίες, οι οποίοι στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στη Σαμαρίνα. Αιχμάλωτοι: 50 από τους οποίους 12 αντάρτισσες. Παραδόθηκαν αυθόρμητα την επομένη της μάχης άλλοι 33 αντάρτες.

Το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού στην έκθεσή του, για λόγους εντυπώσεων και  παραπλάνησης της κοινής γνώμης, ανέφερε ότι  οι απώλειες της Φρουράς Γρεβενών ήταν 298 νεκροί, 93 τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι και ότι οι απώλειες των ανταρτών σε νεκρούς και τραυματίες ήταν γύρω στους 200.

Οι νεκροί οπλίτες του Στρατού και της Χωροφυλακής ενταφιάστηκαν την επομένη της μάχης στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο της πόλης (εκεί που είναι σήμερα το κλειστό κολυμβητήριο) και οι αντάρτες σε παρακείμενο του Νεκροταφείου αγρό.

      

maxi grevenon1947g

 

Ευχαριστίες λαού Γρεβενών προς τη Φρουρά της πόλης

Την επόμενη ημέρα της μάχης (26 Ιουλίου) ο Μητροπολίτης, οι εκπρόσωποι του Δήμου, των Σωματείων και Οργανώσεων της πόλης των Γρεβενών, εκφράζοντας το κοινό αίσθημα του λαού, υπέβαλαν στο διοικητή, τους αξιωματικούς και τους άνδρες της Φρουράς Γρεβενών «Ψήφισμα Τιμής και Ευγνωμοσύνης», αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι  «αγωνιζόμενοι κατά πολλαπλασίων δυνάμεων επί έξι και πλέον ώρας κατέστησαν άξιοι της αιώνιας τιμής και ευγνωμοσύνης  ου μόνον της σωθείσης εκ βεβαίας σφαγής πόλεως, αλλά και της αιωνίας Ελλάδος».

Για την προσφορά των κατοίκων της πόλης στην αντιμετώπιση της εχθρικής απειλής, απονεμήθηκε στο Δήμο Γρεβενών με το Β.Δ. της 5ης Μαρτίου 1948 ο Πολεμικός Σταυρός Α΄ Τάξεως (ΦΕΚ Α 90/1948), ο οποίος μαζί με το δίπλωμα σε κορνίζα υπήρχε παλαιότερα την αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου. Στο δήμαρχο Γρεβενών Θεμιστοκλή Κατσάνο απονεμήθηκε από την Κυβέρνηση το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων για την άψογη συνεργασία που είχε με το 529 Τάγμα Πεζικού κατά την ενδεκάμηνη παραμονή του Τάγματος στην πόλη. Επίσης Μετάλλια Εξαιρέτων Πράξεων απονεμήθηκαν στο προσωπικό του Κρατικού Νοσοκομείου Γρεβενών, ήτοι στο διαχειριστή Μιχαήλ Δίγκα και τις αδελφές Νοσοκόμες  Σοφία Ρομπόλη, Ελένη Μέρμηγκα και Βασιλική Μπουγιώτα για τον υπερβάλλοντα ζήλο και την προθυμία που επέδειξαν για την περίθαλψη των τραυματιών, καθώς επίσης και στον υπάλληλο ΤΤΤ Στέργιο Ζαμανάκο, γιατί κατέβαλε κατά τη διάρκεια της μάχης αξιέπαινες προσπάθειες για την απρόσκοπτη τηλεφωνική επικοινωνία του 529 Τάγματος με όλα τα εγκατεστημένα στα διάφορα αμυντικά σημεία της πόλεως τμήματα, παρά τα επανειλημμένα κοψίματα των γραμμών από τους αντάρτες, και γιατί ανέπτυξε ασυνήθιστη πρωτοβουλία για την κατασκευή νέας στρατιωτικής τηλεφωνικής γραμμής από Γρεβενά προς Βατόλακκο-γέφυρα Αλιάκμονος και γέφυρα Ελευθεροχωρίου.

Ανακήρυξη επίτιμων δημοτών της πόλεως Γρεβενών των διοικητών της ΧVΜεραρχίας και 529 ΤΠ.

Με καθυστέρηση 21 ετών το Δημοτικό Συμβούλιο Γρεβενών, επί Δημαρχίας του Αλεξάνδρου Ζγώνη, στις 21 Ιουλίου 1968 (ημέρα Κυριακή) ανακήρυξε ομόφωνα επίτιμους δημότες της πόλεως τους πρωταγωνιστές της νίκης, διοικητή της ΧV Μεραρχίας υποστράτηγο Χρήστο Μαντά και Φρούραρχο αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνο Πανταζή (αποφάσεις 151 και 152/1968) .

Με το Β.Δ. της 25 Φεβρουαρίου 1969 η μάχη των Γρεβενών συμπεριελήφθη στις δημόσιες εορτές που αφορούσαν εθνικές επετείους και ιστορικά γεγονότα  τοπικής σημασίας. Ο εορτασμός για το Νομό Γρεβενών είχε καθιερωθεί να γίνεται την πρώτη μετά την 25η Ιουλίου Κυριακή  «επί τη επετείω αποκρούσεως επιθέσεως των κομμουνιστοσυμμοριτών εν έτει 1947 κατά της πόλεως Γρεβενών». Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 η εορτή αυτή καταργήθηκε.

Διαπιστώσεις από την εξέλιξη της μάχης

Ο διοικητής της Φρουράς αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πανταζής απέδωσε την περιφανή νίκη των Εθνικών Δυνάμεων και τη συντριβή των ανταρτών κατά τη μάχη των Γρεβενών στους εξής τρεις παράγοντες:

*     Στο ακμαίο ηθικό όλων των μαχητών και την πίστη στο δίκαιο του αγώνα.

*     Στο άρτιο σχέδιο και την υποδειγματική οργάνωση της άμυνας.

*     Στην απόφαση που έλαβε η διοίκηση να κρατήσει 3/4 της δυνάμεως σε κατάλληλα σημεία ως εφεδρεία.

Γενικά μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Η επίθεση των ανταρτών προπαρασκευάστηκε με μεγάλη μυστικότητα και εκδηλώθηκε τις μεταμεσονύκτιες ώρες, για να αιφνιδιάσουν το Στρατό και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους με το πρώτο φως της ημέρας, προκειμένου να αποφύγουν τα πυρά της αεροπορίας και του πυροβολικού.

Η επίθεση είχε όλα τα γνωρίσματα μιας πολύ καλά σχεδιασμένης και οργανωμένης επιχείρησης και η προετοιμασία της υπήρξε αρκετά καλή, ανεξάρτητα αν παρουσιάστηκαν σφάλματα κατά την εκτέλεση.

Ο αιφνιδιασμός τους δεν πέτυχε, γιατί όλα τα τμήματα της Φρουράς Γρεβενών βρίσκονταν στις θέσεις τους και ανέμεναν την επίθεση. Εκείνο που δεν περίμεναν η Στρατιωτική Διοίκηση Γρεβενών και η XV Μεραρχία ήταν ότι για την κατάληψη και απομόνωση της πόλης θα διέθεταν οι αντάρτες τόσες πολλές δυνάμεις (11 Τάγματα), με τόσο καλό εξοπλισμό και οργάνωση. Και αυτό γιατί τους τελευταίους δέκα μήνες τα Γρεβενά είχαν υποστεί διάφορα πλήγματα που αντιμετωπίζονταν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και έδιναν την εντύπωση ότι οι δυνατότητες των ανταρτών ήταν περιορισμένες.

Ο ασυρματιστής της XV Μεραρχίας, την κρίσιμη στιγμή της επίθεσης (03:30 ώρα), δεν απαντούσε, γιατί από ό,τι φαίνεται κοιμόταν και είχε κλείσει τον ασύρματο, με αποτέλεσμα, ενώ γινόταν φοβερή μάχη στη ζώνη ευθύνης της Μεραρχίας, ο Μέραρχος να μη γνωρίζει τίποτε επί δύο ώρες (μέχρι 05:30 ώρα που δόθηκε το πρώτο σήμα), για να επέμβει, γεγονός που μπορούσε να αποβεί μοιραίο για την έκβαση του αγώνα.

Η διαταγή των επιχειρήσεων των ανταρτών ήταν πολύ καλά μελετημένη και κάλυπτε πλήρως τις απαιτήσεις της επιχείρησης, αλλά δεν έγινε ανάλυση αυτής από τα κατώτερα κλιμάκια και κυρίως από τα Τάγματα της πρώτης γραμμής, ώστε να γίνουν πιο  συγκεκριμένες και σαφείς οι αποστολές των επί μέρους τμημάτων.

Οι αντάρτες δεν είχαν υποστεί καμιά εκπαίδευση για επιχειρήσεις μέσα σε κατοικημένες περιοχές και ο καθένας ενεργούσε με όποιο τρόπο θεωρούσε σωστό.

Και τα τρία Τάγματα του Υψηλάντη (Παλαιολόγου, Μπαρμπαλιά και Κατσώνη) καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να καταλάβουν τις καθορισμένες από τη διαταγή θέσεις.

Δεν έγινε η επίθεση στις 03:00 ώρα, που προέβλεπε η διαταγή, αλλά από τις 03:30 και μετά, με αποτέλεσμα ο χρόνος της νυχτερινής κάλυψης της επιχείρησης να μειωθεί και με το φως της ημέρας τα τμήματα των ανταρτών να βρεθούν εκτεθειμένα στις παρατηρούμενες βολές των όλμων, του Πυροβολικού, της Αεροπορίας και στις αντεπιθέσεις του Στρατού.

Δεν υπήρχαν πρόσφατες πληροφορίες για την αμυντική διάταξη της Φρουράς Γρεβενών, παρ’ όλο που γνώριζαν ότι είχε φθάσει στα Γρεβενά για ενίσχυση μια Διλοχία Στρατού στις 22 Ιουλίου.

Δεν εκτελέστηκε η διαταγή από το Αρχηγείο Ηπείρου, για να στείλει λόχο του Τάγματος Φωκά στους Μαυραναίους, αν και από την κατεύθυνση αυτή δεν δημιουργήθηκαν προβλήματα στους αντάρτες, γιατί ο Λόχος του Στρατού δεν μετακινήθηκε από τη θέση του. Ο διοικητής του 846 Τάγματος, Σπύρος Παπαδημητρίου, για να δικαιολογήσει την άτακτη υποχώρηση των τμημάτων του, ισχυρίστηκε στην έκθεση που υπέβαλε προς τα προϊστάμενα κλιμάκια ότι, επειδή η κατεύθυνση προς τους Μαυραναίους έμεινε ακάλυπτη, δόθηκε η ευκαιρία στο Λόχο του Στρατού, που βρισκόταν εκεί να κινηθεί προς τα Γρεβενά και να κτυπήσει από τα νώτα το  Τάγμα του, που ενεργούσε στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης. Η πραγματικότητα είναι ότι η προσβολή των υποχωρούντων ανταρτών του 846 Τάγματος έγινε από μια ομάδα ΜΑΥ, που είχε στήσει ενέδρα από το προηγούμενο βράδυ στη γέφυρα του παλιού δρόμου προς Έλατο (εκεί που είναι σήμερα οι αλευρόμυλοι του Γιαννακόπουλου), η οποία, όταν είδε το πρωί την άτακτη φυγή των ανταρτών, άρχισε να τους πυροβολεί από τα νώτα.

Παρατηρήθηκε διοικητής λόχου (Βίδρας) να εγκαταλείψει τη διοίκηση του Λόχου και να ασχολείται προσωπικά με την ανεύρεση, σύλληψη και σφαγή ενός πρώην αντάρτη, που είχε στρατολογηθεί βίαια και είχε λιποτακτήσει από το Λόχο του.

Δεν παρατηρήθηκαν ελλείψεις στις μονάδες των ανταρτών, γιατί όλα τα τάγματα ήταν άρτια οργανωμένα και εξοπλισμένα και διέθεταν τα απαραίτητα μέσα πυρός, όπως όλμους (κάθε τάγμα είχε 2 ιταλικούς όλμους), ολμίσκους ιταλικούς και γερμανικούς, βαριά πολυβόλα και οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες, αντιαρματικές γροθιές και αφθονία πυρομαχικών.

Δεν υπήρχαν εφεδρικά τμήματα στα τάγματα ούτε αναπτύχθηκε βάση πυρός με ομαδικούς όλμους κατά την επίθεση. Χρησιμοποιήθηκαν κυρίως οι ολμίσκοι.

Δεν τάχθηκαν όπλα για αντιαεροπορική άμυνα, λόγω της άτακτης φυγής.

Η κατάληψη των Γρεβενών θα είχε ως αποτέλεσμα την εκτέλεση αριθμού «αντιφρονούντων» (ανεπίσημα στοιχεία αναφέρουν για 617 άτομα), τη βίαιη στρατολόγηση 3.000-4.000 ανδρών και γυναικών, το παιδομάζωμα, τη λεηλασία και την καταστροφή οικιών, όπως συνέβη αργότερα, όταν οι αντάρτες κατόρθωσαν να καταλάβουν τις πόλεις Καρδίτσα (Δεκέμβριος 1948), Νάουσα και Καρπενήσι (Ιανουάριος 1949).

Απολογισμός και  συνέπειες από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού

Η ενέργεια  για κατάληψη της πόλης των Γρεβενών αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ανταρτοπόλεμου. Για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε τόσο μεγάλος όγκος ανταρτικών δυνάμεων  για κοινή δράση. Για πρώτη φορά από την προσβολή του Λιτοχώρου (30 Μαρτίου 1946), ημερομηνία που άρχισε ο ένοπλος αγώνας των κομμουνιστών, καθορίζεται αντικειμενικός σκοπός η κατάληψη και διατήρηση ενός σημαντικού κατοικημένου τόπου.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, αν οι αντάρτες καταλάμβαναν την πόλη, θα επακολουθούσε αμέσως και για λόγους ουσίας αλλά και για λόγους εντυπωσιασμού εντός και εκτός της Ελλάδας, η ανακήρυξη της «Δημοκρατικής Κυβέρνησης».

Είναι φανερό ότι η ήττα των Γρεβενών έδωσε αφορμή στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο να εκφράσει τις πρώτες αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα εγκαθίδρυσης στην Ελλάδα κομμουνιστικής κυβέρνησης και την ικανότητα του Δημοκρατικού Στρατού να στηρίξει και να επιβάλει μια τέτοιου είδους κυβέρνηση. Και αυτό όχι από συμπάθεια προς την Ελλάδα, αλλά γιατί είχε αποφασίσει να απομακρυνθεί από τη Σοβιετική Ένωση και δεν ήθελε να επικρατήσει το ΚΚΕ, γιατί, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα βρισκόταν περικυκλωμένη από καθεστώτα που τα επηρέαζε η Μόσχα.

Μέχρι τότε τον κύριο ρόλο για το σχηματισμό στην Ελλάδα «Δημοκρατικής Κυβέρνησης» διαδραμάτιζε η Γιουγκοσλαβία, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Μόσχας. Και ενώ στο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο Στρασβούργο (27 Ιουνίου 1947) η Γιουγκοσλαβία υποστήριξε τις απόψεις του Ζαχαριάδη και Πορφυρογένη για την ίδρυση στην Ελλάδα κυβέρνησης του ΚΚΕ και φαίνονταν ότι όλα είχαν ρυθμισθεί, ξαφνικά, αμέσως μετά τα γεγονότα των Γρεβενών, υπαναχώρησε και άρχισε να δείχνει διαθέσεις απαλλαγής από την υποχρέωσή της να αναγνωρίσει και να ενισχύσει την υπό σχηματισμό «Δημοκρατική Κυβέρνηση». Αποτέλεσμα αυτής της στάσης ήταν να αναβληθεί για μερικούς μήνες η ανακήρυξη της «Κυβέρνησης του Βουνού» και η εφαρμογή των συνταχθέντων πολεμικών σχεδίων.

Σύμφωνα με την εκτίμηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) από στρατιωτικής πλευράς, η συντριβή των κομμουνιστών ανταρτών στα Γρεβενά αποτέλεσε εξαιρετικής σημασίας γεγονός για τον Εθνικό Στρατό, γιατί ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη από την έναρξη του ένοπλου αγώνα.

Η νίκη αυτή έμεινε ανεκμετάλλευτη, γιατί οι επόμενες κινήσεις του Στρατού δεν είχαν τη μορφή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα οι αντάρτες να επιστρέψουν ανενόχλητοι στα ορμητήριά τους στη βόρεια Πίνδο και στα Χάσια.


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ